Αστυνομικοί έβαζαν βόμβες!

ΤΗΝ ΕΜΠΛΟΚΗ πρώην και νυν αστυνομικών σε βομβιστική επίθεση ερευνά η Εισαγγελία Πειραιά με βάση πολυσέλιδο διαβιβαστικό έγγραφο της Ασφάλειας Αττικής! Οι αστυνομικοί εμφανίζονται να συνεργάζονται με επιχειρηματίες σε Αθήνα και Πειραιά και να λαμβάνουν εντολές για την τοποθέτηση βομβιστικών μηχανισμών σε αντιπάλους τους από διάφορες δραστηριότητες, κυρίως στον χώρο του λιμανιού. Δικαστικοί λειτουργοί μιλούν για μια «ιδιαίτερα σοβαρή όσο και δυσώδη υπόθεση» και είχαν ήδη ασκήσει ποινικές διώξεις. Σχετικά ενημερωτικά έγγραφα εστάλησαν στις 11 Ιανουαρίου 2011 και στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. Από την άλλη πλευρά οι εμπλεκόμενοι πρώην και νυν αστυνομικοί μιλούν για «σκευωρία» και για αίολα στοιχεία δικαστικών και αστυνομικών αρχών.

Ηταν 3.30, ξημερώνοντας η 24η Δεκεμβρίου 2008. Στα Καμίνια εκδηλώθηκε βομβιστική επίθεση η οποία και ερευνήθηκε από τις διωκτικές αρχές. Στόχος ήταν ένα τριώροφο κτίριο στην οδό Δερβενακίων 24, όπου στεγάζονται τα γραφεία ναυτιλιακής εταιρείας εφοδιασμού πλοίων, όπως και μιας άλλης που ασχολείται με τη συλλογή στερεών και υγρών αποβλήτων. Ο μηχανισμός είχε τοποθετηθεί στις σκάλες του κτιρίου και από την έκρηξη προκλήθηκαν εκτεταμένες υλικές ζημιές τόσο στο ίδιο κτίριο όσο και σε γειτονικά. Οι επιχειρήσεις που στεγάζονται στο κτίριο ανήκουν στον γνωστό επιχειρηματία κ. Ιωάννη Πολυχρονόπουλο, ο οποίος είναι και πρόεδρος του Βιομηχανικού Πάρκου Σχιστού αλλά και των Φίλων του Αρχαιολογικού Μουσείου Πειραιά, ενώ δραστηριοποιείται και σε πολλούς άλλους τομείς.

Πρπστριβές

Η υπόθεση ανατέθηκε στη Δίωξη Εκβιαστών της Ασφάλειας Αττικής, αξιωματικοί της οποίας άρχισαν να αναζητούν πληροφορίες από υπαλλήλους των εταιρειών για κάποιες επαγγελματικές ή άλλης φύσεως εκκρεμότητες που πιθανόν να είχαν με άλλα άτομα. Μάρτυρες αναφέρθηκαν σε παρεμβάσεις του κ. Πολυχρονόπουλου προκειμένου να κλείσουν γνωστά νυχτερινά κέντρα στον Πειραιά, τα οποία λειτουργούσαν μέσα σε χώρους αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Αναφέρθηκαν επίσης σε «προστριβές» με επιχειρηματίες που ήθελαν να εκμεταλλευτούν παραδοσιακά κτίρια του Πειραιά, διαδικασία την οποία μπλόκαραν υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού και όχι μόνο.
Τότε όμως η έρευνα ήταν σε πρώιμο στάδιο και κανένας δεν μπορούσε να προσδιορίσει ποιος ήταν ο οργανωτής της επίθεσης και το κίνητρό του. Οι αξιωματικοί εστίασαν το ενδιαφέρον τους σε ένα τηλεφώνημα που φέρεται να δέχθηκε στο κινητό του ο κ. Πολυχρονόπουλος λίγες ώρες μετά τη βομβιστική επίθεση. Ενας άγνωστος, καλώντας από καρτοκινητό, ρώτησε τον επιχειρηματία «αν πήρε το μήνυμα» ενώ ταυτόχρονα εκτόξευσε απειλές κατά της ζωής του γιου του. Οι αστυνομικοί ζήτησαν την άρση του απορρήτου του καρτοκινητού και βρέθηκαν προ εκπλήξεως.

Οι επίμαχες κλήσεις

Από το ίδιο τηλέφωνο είχαν πραγματοποιηθεί άλλες επτά-οκτώ κλήσεις προς άλλους, πλην του επιχειρηματία, και αυτό το μοιραίο σφάλμα βοήθησε την ΕΛ.ΑΣ. να βρει την άκρη του νήματος. Ενας από τους αποδέκτες των κλήσεων ήταν πρώην υψηλόβαθμος αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ., ο οποίος είχε κατηγορηθεί τη δεκαετία του 1990 για υπόθεση ναρκωτικών, είχε προφυλακιστεί, αλλά τελικώς αθωώθηκε. Ο πρώην αξιωματικός είχε τα τελευταία χρόνια αναλάβει σημαντικό ρόλο σε ναυτιλιακή επιχείρηση του Πειραιά. Κλήθηκε να καταθέσει τον Νοέμβριο του 2010 στην Ασφάλεια Αττικής και δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν θυμάται ποιος είναι ο κάτοχος του ύποπτου καρτοκινητού ούτε κάτι για το περιεχόμενο της επίμαχης κλήσης. Το δεύτερο πρόσωπο στο οποίο επικέντρωσε το ενδιαφέρον της η ΕΛ.ΑΣ. ήταν ένας 50χρονος πρώην αστυνομικός με προϋπηρεσία στο Αστυνομικό Τμήμα Παλαιού Φαλήρου και στη Διεύθυνση Επισήμων. Από την ανάλυση κλήσεων προέκυψαν δύο σημαντικά στοιχεία γι΄ αυτόν: πρώτον, ότι από το κινητό του τηλέφωνο είχε στείλει μήνυμα στο καρτοκινητό που είχε χρησιμοποιηθεί για να απειληθεί ο κ. Πολυχρονόπουλος. Από το τηλέφωνο του πρώην αστυνομικού είχαν κληθεί και τουλάχιστον τέσσερα από τα τηλέφωνα που είχε καλέσει και το ύποπτο καρτοκινητό. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και εκείνο του πρώην υψηλόβαθμου αξιωματικού της ΕΛ.ΑΣ., ο οποίος είχε εμπλακεί στην υπόθεση ναρκωτικών και τώρα εργαζόταν στη ναυτιλιακή επιχείρηση. Και αυτός ο πρώην αστυνομικός κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις στην Ασφάλεια Αττικής.

Οι πυροτεχνουργοί

Σε διαδοχικές καταθέσεις του φέρεται να υποστήριξε ότι με τον πρώην αξιωματικό της ΕΛ.ΑΣ. είχε πολυετή προσωπική φιλία, καθώς και ότι τα άλλα άτομα που έχουν δεχθεί κλήσεις από το τηλέφωνό του αλλά και από το ύποπτο καρτοκινητό ήταν γνωστά του. Μία εξ αυτών ήταν ιατρός σε κρατικό νοσοκομείο και ένας άλλος ιδιώτης, οι οποίοι φέρεται να είχαν ζητήσει τη βοήθειά του ώστε να ερευνήσει ιδιωτικώς προσωπικές τους υποθέσεις. Ο πρώην αξιωματικός όμως δήλωσε άγνοια για το ποιος ήταν ο κάτοχος και ο χρήστης του μυστηριώδους καρτοκινητού το οποίο καλούσε τους… γνωστούς του, αλλά και στο οποίο ο ίδιος είχε στείλει μήνυμα.
Οι αξιωματικοί της Ασφάλειας Αττικής ωστόσο με βάση νεότερες καταθέσεις κατέληξαν ότι αυτός ο κύκλος των κλήσεων δεν θα μπορούσε να είναι τυχαίος και ότι σχετίζεται άμεσα με τη βομβιστική επίθεση στη ναυτιλιακή εταιρεία. Ετσι προχώρησαν την έρευνα στο επόμενο στάδιο. Αναζήτησαν τις κλήσεις που πραγματοποίησε ο πρώην αστυνομικός τις ώρες πριν και μετά τη βομβιστική επίθεση.
Διαπίστωσαν ότι είχε επικοινωνία εκείνες τις ώρες με εν ενεργεία αστυνομικούς και κυρίως με έναν αστυνομικό του Τμήματος Εξουδετέρωσης Εκρηκτικών Μηχανισμών (ΤΕΕΜ). Οι αναφερόμενοι αστυνομικοί κλήθηκαν για κατάθεση στην Ασφάλεια Αττικής και φέρεται να υποστήριξαν ότι «αυτές οι κλήσεις την ημέρα της έκρηξης έγιναν μόνο για να αλληλοενημερωθούν για τα δεδομένα αυτής της βομβιστικής επίθεσης». Οταν δε ρωτήθηκαν γιατί ενδιαφέροντα για αυτή την έκρηξη και επικοινώνησαν με τους πρώην συναδέλφους τους, απάντησαν ότι «συμμετείχαν εκτός υπηρεσίας στη φρούρηση επιχειρηματιών της Αθήνας και του Πειραιά και είχαν θορυβηθεί από τη βομβιστική ενέργεια» !
Η απάντησή τους δεν έπεισε τους αξιωματικούς της ΕΛ.ΑΣ., οι οποίοι άρχισαν έναν νέο κύκλο ερευνών για την εμπλοκή των εν ενεργεία αστυνομικών και κυρίως αυτών από τα ΤΕΕΜ. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Ασφάλεια Αττικής ζήτησε τη συνδρομή της ΕΥΠ για την παρακολούθηση των συνομιλιών τους, ενώ συγκεντρώθηκαν κρίσιμα στοιχεία από κεραίες κινητής τηλεφωνίας σχετικά με τις κινήσεις τους το επίμαχο χρονικό διάστημα. Παράλληλα σειρά στοιχείων έχουν ανακύψει από άλλες σημαντικές καταθέσεις βασικών μαρτύρων.

Μάχες για «λάσπη»

Δικαστικοί λειτουργοί οι οποίοι έχουν μελετήσει τον ογκώδη φάκελο εκτιμούν πλέον ότι η βομβιστική επίθεση στις 24 Δεκεμβρίου του 2008 πιθανόν να σχετίζεται με διαμάχες επιχειρηματιών σε διαγωνισμούς για την επεξεργασία αποβλήτων, αλλά και την παραλαβή της επονομαζόμενης «λάσπης» από τις δεξαμενές των πλοίων. Οι προαναφερόμενοι πρώην και νυν αστυνομικοί φέρεται ότι είχαν άμεση ή έμμεση σχέση με επιχειρηματίες αυτού του τομέα, η οποία δίνει και τη λύση του μυστηρίου της βόμβας στα Καμίνια. Εκπρόσωπος των επιχειρήσεων που έγιναν στόχος των βομβιστών ανέφερε προ διημέρου ότι «πληροφορηθήκαμε ότι η επίθεση εναντίον μας έχει πλέον εξιχνιαστεί, αφού υπάρχουν ενδείξεις συμμετοχής συγκεκριμένων ατόμων από τον χώρο της ΕΛ.ΑΣ. Το κίνητρο της επίθεσης ποτέ δεν μπορούσαμε να το φανταστούμε στην αρχή.Τώρα καταλαβαίνουμε τι έχει συμβεί».

«Εκανα ιδιωτικές έρευνες»

«Το Βήμα» επικοινώνησε με τον πρώην αστυνομικό που συνεργάζεται με επιχειρηματίες από την Αθήνα και τον Πειραιά. «Δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει» ανέφερεκαι συνέχισε: «Πολλοί μου ζητούν βοήθεια σε ιδιωτικές έρευνες. Επικοινωνώ με δεκάδες πρόσωπα καθημερινά. Δεν μπορώ να δώσω μια εξήγηση. Ούτε πώς στάλθηκε το μήνυμα στο καρτοκινητό αυτό, ούτε ποιος είναι αυτός που καλούσε φίλους μου.
Μπορεί να είναι μια τεράστια σύμπτωση.
Από την Αστυνομία μου ζήτησαν να δώσω δείγματα DΝΑ, πιθανόν για να τα συνδυάσουν με μερικά ευρήματα στον τόπο της επίθεσης. Δεν έχω κάτι να φοβηθώ, όμως δεν έδωσα τίποτα».
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Κοινωνία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk