«Όχι στο… κούρεμα από τους διοικητικούς δικαστικούς

Την κατάργηση της διάταξης που προβλέπει πως οι νεοεισερχόμενοι δικαστές θα υπάγονται στο ΙΚΑ ζήτησαν, μεταξύ άλλων, τα μέλη της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών μετά το πέρας της γενικής συνέλευσης που πραγματοποίησαν το Σάββατο. Επίσης, στο ψήφισμά τους ζητούν το σεβασμό της συνταγματικής επιταγής για ειδικό μισθολόγιο των δικαστικών και κατοχύρωση των συντάξεων, καθώς και να εφαρμοστούν οι κανόνες της διαδοχικής ασφάλισης για τη συνολική δικηγορική υπηρεσία των δικαστικών λειτουργών.

Στο ίδιο ψήφισμα, αφού εκφράζουν την ικανοποίησή τους για τις θεσμικές αλλαγές που έγιναν με το νόμο 3900/2010 για την επιτάχυνση απονομής της Διοικητικής Δικαιοσύνης, τα μέλη της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών αξιώνουν:

να ιδρυθούν νέα Διοικητικά Δικαστήρια

να πληρωθούν τα οργανικά κενά των δικαστικών υπαλλήλων

να μεταστεγαστούν τα δικαστικά καταστήματα που είναι σε ακατάλληλα κτίρια

να επεκταθεί η μηχανοργάνωση των δικαστηρίων και να χορηγηθεί σε κάθε δικαστή ηλεκτρονικός υπολογιστής

Στη διάρκεια της συνέλευσης, ο πρόεδρος της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών Γ. Φαλτσέτος αναφέρθηκε στο λεγόμενο «κούρεμα» των αποδοχών των δικαστών, τονίζοντας:

«Ακούμε από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα και διαβάζουμε στον ημερήσιο Τύπο, σχεδόν καθημερινά, απόψεις και σκέψεις για λήψη νέων οικονομικών μέτρων, για “κούρεμα”, όπως λέγεται, μισθών και επιδομάτων. Εμείς το μόνο κούρεμα που θα θέλαμε να συζητήσουμε είναι αυτό που γίνεται στα κουρεία και στα κομμωτήρια. Κι αυτό γιατί οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών μειώθηκαν ήδη υπέρμετρα και δυσανάλογα σε σχέση με όλους τους εργαζόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ τέτοια δυσμενή μεταχείριση δεν είχαν οι λειτουργοί των άλλων δύο λειτουργιών (εκτελεστικής και νομοθετικής).

Ως προς τη φημολογούμενη υπαγωγή των δικαστικών στην κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων, ο κ. Φαλτσέτος κατήγγειλε ότι ενώ παραμένει σε εκκρεμότητα συνάντηση με τον υπουργό Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου, εντούτοις ανατέθηκε σε ιδιωτικές εταιρείες η εκπόνηση μελέτης του νέου μισθολογίου και της δυναμικής απασχόλησης στον δημόσιο τομέα, που προβλέπεται από το Μνημόνιο, όπου οι δικαστικοί λειτουργοί χαρακτηρίζονται ως υπάλληλοι, εξαιρώντας μάλιστα τους φορείς των άλλων δύο λειτουργιών του κράτους (νομοθετικής και εκτελεστικής).

Σύμφωνα με τον κ. Φαλτσέτο, αυτό αποτελεί παραβίαση του Συντάγματος, «το οποίο αφενός επιτάσσει το ισότιμο και ισόκυρο των τριών λειτουργιών του κράτους, αφετέρου κατοχυρώνει τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών».

Ως προς το ζήτημα αυτό, ο πρόεδρος της Ένωσης μετέφερε τη διαβεβαίωση του υπουργού Δικαιοσύνης ότι «δεν υφίσταται ζήτημα υπαγωγής των δικαστικών λειτουργών στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων».

Στη συνέλευση παραβρέθηκαν ο ειδικός γραμματέας Διαφάνειας του υπουργείου Δικαιοσύνης Γιάννης Ιωαννίδης, οι βουλευτές Κ. Καραγκούνης (ΝΔ), Σπ. Χαλβατζής (ΚΚΕ) και Αθ. Πλεύρης (ΛΑΟΣ), ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Π. Πικραμμένος, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ι. Τέντες, ο γενικός επίτροπος των Διοικητικών Δικαστηρίων Κ. Πετρόπουλος, ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Δ. Παξινός, οι αντιπρόεδροι του ΣτΕ Ν. Σακελλαρίου και Αθ. Ράντος και οι πρόεδροι των άλλων δικαστικών Ενώσεων.

Ο κ. Ιωαννίδης ανέφερε ότι το πρόβλημα του μεγάλου αριθμού των αγωγών και των εκκρεμών υποθέσεων στα δικαστήρια δεν λύνεται με δικονομικές νομοθετικές ρυθμίσεις, καθώς το πρόβλημα επανέρχεται. Ο μεγάλος όγκος των εκκρεμών υποθέσεων δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, επισήμανε ο κ. Ιωαννίδης και πρόσθεσε ότι για να υπάρξει αποτέλεσμα πρέπει να γίνουν βαθιές τομές, όπως είναι να λειτουργήσει η αξιοκρατία σε όλους τους τομείς.

Ο κ. Πικραμμένος έκανε ειδική αναφορά στις αποφάσεις του Δικαστηρίου του Στρασβούργου που αφορούν την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, τονίζοντας ότι κρίθηκε πως δεν μπορεί για τα ίδια πραγματικά περιστατικά να επιβληθεί από διαφορετικά δικαστήρια ποινική και διοικητική κύρωση. Εν συνεχεία πρόθεσε ότι πρέπει να υπάρξει θεσμικός διάλογος μεταξύ των δικαστηρίων των διαφόρων έννομων τάξεων.

Ως προς τα οικονομικά των δικαστών, ο κ. Πικραμμένος σημείωσε ότι οι δικαστικοί λειτουργοί έχουν επιδείξει μεγάλη κατανόηση στα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα μας και τώρα «είναι φυσιολογικό να περιμένουν και αντίστοιχη αντιμετώπιση από την πλευρά της Πολιτείας, η οποία θα πρέπει να κατανοήσει τις ιδιαιτερότητες των δικαστών, ως εκφραστών μιας εκ των τριών κρατικών λειτουργιών και να μην προβεί σε ρυθμίσεις που θίγουν το θεσμικό τους ρόλο».

Από την πλευρά του, ο κ.Τέντες τόνισε ότι το να μιλάμε ξανά και ξανά για τη δικαστική ανεξαρτησία δείχνει πως κάτι δεν πάει καλά με την εφαρμογή στην πράξη των αρχών που έχουν σχέση με τη δικαστική ανεξαρτησία.

Υπογράμμισε ότι «η Δικαιοσύνη δεχόταν και εξακολουθεί να δέχεται επιθέσεις, δηλαδή αμφισβητείται στην πράξη ο ισότιμος ρόλος της πλάι στις άλλες δύο λειτουργίες (νομοθετική και εκτελεστική)». Εσχάτως, συνέχισε ο κ. Τέντες, «δέχεται προσβολή και η αξιοπρέπεια της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της».

Τέλος, ο κ. Πετρόπουλος ανέφερε, μεταξύ των άλλων, ότι στο τέλος του 2010 εκκρεμούσαν στα Διοικητικά Πρωτοδικεία και Εφετεία 472.000 υποθέσεις, αυξημένες δηλαδή κατά 35.500 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009. Εξ αυτών οι 430.800 εκκρεμούν στα Διοικητικά Πρωτοδικεία, προσέθεσε ο κ. Πετρόπουλος.

Κοινωνία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk