Μεταμορφώνεται το Θεάτρο Ακροπόλ

Το ιστορικό θέατρο Ακροπόλ της οδού Ιπποκράτους ξαναζωντανεύει και 77 χρόνια μετά την γέννησή του φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα μεταμοντέρνο χώρο, στον οποίο εκτός από θεατρικές παραστάσεις θα φιλοξενηθούν και μουσικές παραγωγές, σε ένα περιβάλλον ζεστό γεμάτο μνήμες και νοσταλγία.

Το ιστορικό θέατρο Ακροπόλ της οδού Ιπποκράτους ξαναζωντανεύει και 77 χρόνια μετά την γέννησή του φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα μεταμοντέρνο χώρο, στον οποίο εκτός από θεατρικές παραστάσεις θα φιλοξενηθούν και μουσικές παραγωγές, σε ένα περιβάλλον ζεστό γεμάτο μνήμες και νοσταλγία.

Η πρωτοβουλία ανήκει στον επιχειρηματία Φάνη Κιρκινέζο, ο οποίος ανέλαβε πρόσφατα την εκμετάλλευση του θεάτρου για 16 χρόνια.

«Πήραμε το θέατρο από την Λυρική σε μία κατάσταση εγκατάλειψης και αδιαφορίας και το ανακαινίσαμε ριζικά, από τα ηλεκτρολογικά του και τα μηχανολογικά του μέχρι τα καθίσματα και τη σκηνογραφία, την οποία επιμελήθηκε ο Γιάννης Μετζικώφ. Ξεκινήσαμε να στήσουμε το θέατρο ξανά από την αρχή. Χρειάστηκε να δουλέψουμε σκληρά τέσσερις μήνες αλλά σήμερα έχουμε ένα θέατρο καινούργιο» δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Φάνης Κιρκινέζος.

«Είναι ένας ιστορικός χώρος. Eρχόμουν από παιδί, έχω παρακολουθήσει παραστάσεις της Λυρικής, είναι ένας χώρος που αγαπώ πολύ, που έχει για μένα μία ιδιαίτερη ενέργεια» σημειώνει.

Μιλώντας για τα σχέδιά του, εξηγεί ότι τον επόμενο χρόνο τα πράγματα θα ‘ναι περισσότερο θεατρικά ενώ προβλέπεται και η δημιουργία παιδικής σκηνής.

«Σκέφτομαι ακόμη να φιλοξενήσουμε παραστάσεις του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος» αναφέρει, ενώ για φέτος, μετά τη συνεργασία με τον Διονύση Σαββόπουλο – αν και σε επίπεδο συζητήσεων ακόμη – έχουν προγραμματιστεί παραστάσεις µε την Αρλέτα, τον Μανώλη Μητσιά, τη Μαρία Φαραντούρη, την Τάνια Τσανακλίδου και τον Αντρέα Μποτσέλι.

Η ιστορία του θεάτρου

Το 1934, το θέατρο Ακροπόλ ήταν καρβουναποθήκη που φιλοξενούσε ιταλικά βαριετέ, το 1941 μετατράπηκε σε θερινό θέατρο και μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε συνώνυμο του οικογενειακού λαϊκού θεάματος.

Την τελική του μορφή, όπως την ξέρουμε σήμερα, µε τις εισόδους από τις δύο στοές και εσωτερικά τα θεωρεία και τον εξώστη, την πήρε το 1957. Στη σκηνή του θεάτρου Ακροπόλ έγραψαν ιστορία οι μεγαλύτεροι πρωταγωνιστές του ελληνικού σινεμά, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Σπεράντζα Βρανά, ο Χρόνης Εξαρχάκος, ο Νίκος Σταυρίδης, ο Ορέστης Μακρύς, ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Γιάννης Γκιωνάκης.

H θεατρική Αθήνα του 1950 και του 1960 χαρακτηρίστηκε από τις θεαματικές παραστάσεις με εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια, μεγάλες ορχήστρες και φαντασμαγορικά μπαλέτα.

Το 1952, ο ιδιοκτήτης Βασίλης Μπουρνέλης κάλεσε τη Ρένα Βλαχοπούλου να τραγουδήσει ένα ντουέτο µε την Μπελίντα στην επιθεώρηση «Βασίλισσα της νύχτας». Στην ίδια παράσταση συμμετέχει και η λαμπερή Σπεράντζα Βρανά. Το 1963 ο Μάνος Λοΐζος και ο Χρήστος Λεοντής δίνουν εκεί την πρώτη τους συναυλία, την οποία προλογίζει ο Μίκης Θεοδωράκης. Ο Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα εμφανίζονται τον Ιανουάριο του 1964 στην επιθεώρηση του Γιώργου Οικονομίδη «Αρχοντορεµπέτισσα» και η ουρά φτάνει από το ταμείο του θεάτρου μέχρι τη γωνία της οδού Ακαδημίας.

Η καλή πορεία ανακόπηκε τις δύο επόμενες δεκαετίες, όταν η επιθεώρηση είχε αρχίσει να χάνει τη λάμψη της. Το φθινόπωρο του 1992 και αφού το θέατρο έχει περάσει στα χέρια του Αλέξανδρου Παρίση (1985) η Ρένα Βλαχοπούλου συνεργάζεται µε το θέατρο για να γιορτάσουν τα 100 χρόνια της επιθεώρησης και η μεγάλη πρωταγωνίστρια ξανατραγουδάει παλιές της επιθεωρησιακές επιτυχίες.

Από το 1994 ώς το 2000 το Ακροπόλ θα ταυτιστεί µε τις παραστάσεις της Μιµής Ντενίση.

Στη συνέχεια και μέχρι τον Μάιο του 2010 το κτίριο, χρησιμοποιήθηκε ως ανακαινισμένη στέγη της Λυρικής Σκηνής για παραστάσεις οπερέτας.

«Η Αθήνα δεν έχει κανένα χώρο που μπορεί να ανταγωνιστεί από άποψη ζεστασιάς και δυναμικής του Ακροπόλ. Είναι ένα χώρος 800 θέσεων, ένα ζεστό θέατρο που όλοι νομίζουν ότι βρίσκονται πάνω στην σκηνή. Θα παραμείνει ένα λαϊκό θέατρο με χαμηλές τιμές, θα είναι προσιτό στον κόσμο που όμως θα παρουσιάζει θεάματα υψηλού επιπέδου, κύρους και καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος» τονίζει ο Φάνης Κιρκινέζος.

Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk