Μια μέρα μιας Μαίρης

«Είμαι η Μαίρη Παναγιωταρά, μια εργαζόμενη μητέρα, μια καλή νοικοκυρά. Δεν είμαι τίποτα το σπέσιαλ, το καταπληκτικό, είμαι αυτό που λένε δείγμα τυπικό» κατέληγε το τραγούδι των 80s που τραγουδούσαμε άπασες, ακόμη και αν ζούσαμε τα πρώτα μας φοιτητικά χρόνια. Τις ώρες της πολιτικής αναζήτησης και της τοποθέτησης του μεταφεμινιστικού κινήματος, ανάμεσα σε συνελεύσεις έτους και σχολής, ποτά στα Εξάρχεια και στο Κολωνάκι, ερωτικά ραντεβού και συγκρούσεις, η Αφροδίτη Μάνου μάς έκανε παρέα με την ασθμαίνουσα, λόγω ταχύτητας, ερμηνεία της: «Μόλις σχολάσω, τρέχω αμέσως να προφτάσω, να ετοιμάσω το τραπέζι για φαΐ, να τηγανίσω, να ετοιμάσω τη σαλάτα, να σερβίρω και να κόψω το ψωμί, να ‘μαι ένα ράκος που να σέρνεται απ’ την πείνα […] κι αυτός ο κύριος να θέλει να μου πιάνει και τον κώ…».

Δεν ξέρω τι σκεφτόταν ο Λουκιανός (Κηλαηδόνης) όταν έγραφε τους στίχους και τη μουσική. Εκείνο που ξέρω είναι ότι εικοσιτόσα χρόνια μετά κάποια πράγματα έχουν αλλάξει, μα δεν ξέρω αν αυτό είναι για καλό. Διότι, ακόμη και για το ντελίβερι, το τραπέζι θα το στρώσεις και θα το μαζέψεις, κι αν δεν πλύνεις τα πιάτα, θα τα βάλεις στο πλυντήριο, στη δουλειά θα έχεις πάει, τα παιδιά, αν έχεις, θα τα έχεις φροντίσει. Αλλά, δυστυχώς, κι αν λέω ψέματα να πέσει κεραυνός πάνω μας, κανείς πια, όσο κι αν το θέλουμε, δεν θα απλώσει χέρι «να μας πιάσει και τον κώ…».

Επίσης, έχοντας βρει (λέμε τώρα, έτσι;) τον μεταφεμινιστικό μας ορίζοντα, έχουμε αποφασίσει ότι δικαιούμαστε τον καρπό της εργασίας μας να τον κάνουμε τσάντες, παπούτσια και άλλα τινά, να είμαστε ρομαντικές και να αγαπάμε τη φύση, αλλά και αδέκαστες οικολόγοι με τρεις σακούλες απορριμμάτων ανακύκλωσης στο σπίτι. Και όλα αυτά, ενώ διεκδικούμε και τη διά βίου νεότητα και την ερωτικότητά μας. Οπότε, κατ’ εμέ πλέον, σίγουρα «δεν είμαι τίποτα το σπέσιαλ, το καταπληκτικό, είμαι ένα ζώον δηλαδή κανονικό», που πρόσθεσα λίγα ακόμη «πρέπει» στο καθημερινό ωρολόγιο πρόγραμμά μου και αφαίρεσα ώρες πραγματικής ζωής.

Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk