Mπορεί η συζήτηση για τον προϋπολογισμό να μην έκρυβε ούτε ειδήσεις ούτε ιδέες. Κατέγραψε όμως μια σοβαρή εξέλιξη- έστω κι αν την κατέγραψε σε νηπιακό στάδιο… Για πρώτη φορά μέσα από την ίδια την ΚΟ του ΠαΣοΚ ετέθη ένα ερώτημα όχι για την αναγκαιότητα του μνημονίου και των μέτρων που επιβάλλει ούτε για τη δικαιοσύνη τους ούτε για το κόστος τους ούτε για τις διαδικασίες τους αλλά για την αποτελεσματικότητά τους. Για πρώτη φορά, δηλαδή, αμφισβητήθηκε η κυβερνητική πολιτική όχι στον χαρακτήρα της ή στις επιπτώσεις της αλλά στον πυρήνα της: Είναι ή δεν είναι σωστή;

Καλώς τους κι ας αργήσανε. Διότι ένα μέρος της κυβερνητικής παράταξης δείχνει πλέον να προβληματίζεται για κάτι που πολλοί φωνάζουμε εδώ και μήνες: ότι μια πολιτική δεν κρίνεται πρωτίστως από τους στόχους ή από τις προθέσεις αλλά από την εφαρμογή και τα αποτελέσματά της. Και ότι η συγκεκριμένη πολιτική προϋποθέτει τεράστιο κόστος εφαρμογής για εντελώς αμφίβολα αποτελέσματα.

Είναι το ζήτημα που έθεσαν ευθέως στη Βουλή πολλοί βουλευτές του ΠαΣοΚ, από τη Βάσω ως τον Νασιώκα, λέγοντας ότι «το πράγμα δεν βγαίνει…». Εκτίμηση που συνοδεύτηκε από τη ρητή προειδοποίηση του Κ. Καρτάλη προς τους υπολοίπους: Θα μετανιώσουν αύριοόσοι σιωπούν σήμερα. Βεβαίως, και οι λαλίστατοι και οι σιωπηλοί ψηφίζουν τον προϋπολογισμό. Αλλά υπό τις παρούσες συνθήκες ουδείς έχει δικαίωμα να στερήσει από την κυβέρνηση τη δυνατότητα να εφαρμόσει την πολιτική της- όποια πρόβλεψη κι αν διατυπώνει γι΄ αυτή την πολιτική…

Να συνοψίσουμε, λοιπόν, τα δύο ουσιώδη ζητήματα που θα έπρεπε λογικά να μας απασχολούν.

Πρώτον, η εφαρμογή του μνημονίου δεν διασφαλίζει την επιστροφή της χώρας στις αγορές. Ισα-ίσα. Με τη δημιουργία του μόνιμου ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης από τον Ιούνιο του 2013 (έναν μήνα μετά τη λήξη του μνημονίου!) η Ελλάδα μπορεί και να εφαρμόσει το μνημόνιο και να οδηγηθεί σε «ελεγχόμενη πτώχευση». Αρα, το δίλημμα «χρεοκοπία ή μνημόνιο» έχει πλέον σχετική μόνο σημασία.

Δεύτερον, η εφαρμογή του μνημονίου δεν εξασφαλίζει την αντιμετώπιση του βασικού προβλήματος της Ελλάδας που είναι το δημόσιο χρέος. Ισα-ίσα. Βυθίζοντας τη χώρα στην ύφεση το μνημόνιο καθιστά επαχθέστερο το χρέος, ακόμη και στο ενδεχόμενο επιμήκυνσης της αποπληρωμής των τελευταίων 110 δισ. ευρώ.

Στα δύο αυτά ζητήματα η κυβέρνηση δεν διαθέτει σαφή απάντηση. Μεταξύ μας, ούτε θα μπορούσε. Ο Πρωθυπουργός δηλώνει ότι «οι μεταρρυθμίσεις χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν»- δυστυχώς, στην κυβέρνησή του δεν λείπουν μόνο τα χρήματα αλλά και ο χρόνος.

Λείπει όμως και κάτι πολύ σοβαρότερο: η διεύθυνση. Να υπενθυμίσω ότι η σημερινή είναι η μοναδική κυβέρνηση μετά τη Μεταπολίτευση που δεν διαθέτει κυβερνητικά όργανα και πάντως δεν διαθέτει Κυβερνητική Επιτροπή! Ακόμη και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ή ο Ανδρέας Παπανδρέου ουδέποτε στερήθηκαν τη λειτουργία ενός τέτοιου οργάνου, άσχετο αν ονομαζόταν «μικρό Υπουργικό Συμβούλιο» ή «Κυβερνητικό Συμβούλιο» ή όπως αλλιώς θέλετε.

Και θα μου επιτρέψετε να προσθέσω ότι δεν είναι ζήτημα διαδικασίας αλλά πολιτικής αντίληψης. Διότι κανένας έλληνας πρωθυπουργός- ούτε ο θείος Καραμανλής ούτε ο πατήρ Παπανδρέου – δεν θεώρησε ποτέ ότι η διακυβέρνηση του τόπου είναι μια προσωπική υπόθεση η οποία διεκπεραιώνεται με μερικούς έμπιστους συνεργάτες. Ολοι εκτίμησαν ότι είναι μια συλλογική προσπάθεια στην οποία οφείλει να συμμετέχει και να πρωτοστατεί ό,τι καλύτερο και ό,τι ικανότερο διαθέτει η παράταξή τους.

Το αποτέλεσμα είναι περισσότερο από ορατό. Χωρίς ουσιαστική διεύθυνση οι εσωτερικές αντιθέσεις της κυβερνητικής παράταξης αφήνονται να εξελιχθούν ανεξέλεγκτα- όπως, π.χ., μεταξύ της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και του (υπερφορτωμένου) οικονομικού επιτελείου. Ενώ υπουργοί που αποδεικνύονται καθημερινά ανεπαρκείς παραμένουν ανενόχλητοι στην ανεπάρκειά τους. Τελευταίο κρούσμα: η σουρεαλιστική επίδοση της Τίνας Μπιρμπίλη στο Υπουργικό Συμβούλιο για τις περιβαλλοντικές άδειες.

Πράγμα που σημαίνει κάτι πολύ απλό: ότι η κυβέρνηση κινδυνεύει να πληρώσει όχι μόνο μια αμφιλεγόμενη πολιτική αλλά την αναποτελεσματική εφαρμογή της.

Δεν ξέρω αν ο Αϊ-Βασίλης θα τη βοηθήσει να αντιμετωπίσει αυτές τις αδυναμίες- αν και δεν είναι πια παιδικές ασθένειες: η κυβέρνηση μετράει ήδη δεκαπέντε μήνες λειτουργίας! Σίγουρα όμως το επόμενο δίμηνο-τρίμηνο είναι ικανό στο επίπεδο των αποτελεσμάτων να κρίνει ολόκληρη την τετραετία. Και στην πολιτική όσο πληθαίνουν τα ερωτήματα τόσο δυσκολότερες γίνονται οι απαντήσεις.

jpretenteris@dolnet.gr