Δήμος και δήμαρχος

Πληροφοριακή ύφεση προς το παρόν για τις επερχόμενες εκλογές της 11ης Νοεμβρίου, που εμφανίζονται δημοσίως ποικιλώνυμες. Επονομάζονται καταρχήν «τοπικές εκλογές», για να διακρίνονται, υποθέτω, από τις λεγόμενες «εθνικές εκλογές», ευνοώντας έτσι εύλογες απορίες, σε όσους τουλάχιστον ενδίδουν σε πρόχειρα λογοπαίγνια. Οπότε: οι πρώτες (οι τοπικές) ενδέχεται να παρεξηγηθούν, σε σύγκριση προς τις δεύτερες (τις εθνικές), ως «αντεθνικές»· αντιστοίχως οι δεύτερες (οι εθνικές), σε σύγκριση τώρα προς τις πρώτες (τις τοπικές), ως «ουτοπικές».

Πληροφοριακή ύφεση προς το παρόν για τις επερχόμενες εκλογές της 11ης Νοεμβρίου, που εμφανίζονται δημοσίως ποικιλώνυμες. Επονομάζονται καταρχήν «τοπικές εκλογές», για να διακρίνονται, υποθέτω, από τις λεγόμενες «εθνικές εκλογές», ευνοώντας έτσι εύλογες απορίες, σε όσους τουλάχιστον ενδίδουν σε πρόχειρα λογοπαίγνια. Οπότε: οι πρώτες (οι τοπικές) ενδέχεται να παρεξηγηθούν, σε σύγκριση προς τις δεύτερες (τις εθνικές), ως «αντεθνικές»· αντιστοίχως οι δεύτερες (οι εθνικές), σε σύγκριση τώρα προς τις πρώτες (τις τοπικές), ως «ουτοπικές».

Και πάμε στο σύμπλεγμα της ποικιλωνυμίας, επιμένοντας στη μέθοδο αυστηρής, μέχρι κεραίας, απογραφής. Ιδού το αποτέλεσμα: «Υπεγράφησαν από τον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Γ. Ραγκούση, οι δύο εγκύκλιοι για τις προσεχείς δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, για την ανάδειξη Δημάρχων, δημοτικών συμβούλων, συμβούλων δημοτικής κοινότητας, συμβούλων τοπικής κοινότητας, εκπροσώπων της τοπικής κοινότητας καθώς και περιφερειαρχών και αντιπεριφερειαρχών και περιφερειαρχικών συμβούλων». Γλωσσοδέτης, δηλαδή. Επανέρχομαι τώρα στο θέμα της περασμένης Κυριακής, αφορμισμένο από τις ευοίωνες δημαρχικές υποψηφιότητες του Γιάννη Μπουτάρη στη Θεσσαλονίκη και του Γιώργου Καμίνη στην Αθήνα. Για τις οποίες προδηλώθηκε, η θετική μου αντίδραση, προσυπογράφοντας τρία ομόφωνα κείμενα του καθημερινού «Βήματος». Για σήμερα υπολείπεται η στοιχειώδης διάκριση ανάμεσα σε πρόσωπα και πράγματα που συμπλέκονται κατ΄ ανάγκην στις «αυτοδιοικητικές» (νέος όρος αυτός) εκλογές. Η απαιτούμενη διάκριση προβάλλεται στον τίτλο του μονοτονικού, με το δίδυμο «Δήμος» και «Δήμαρχος». Δύο όροι, που εξαιτίας και της ετυμολογικής τους συνάφειας, σκοπίμως ή ασκόπως, συγχέονται, με αποτέλεσμα οι δημαρχικές αρχές να καταπιέζουν συχνά πυκνά τα δικαιώματα των δημοτών. Τίθεται επομένως το ερώτημα σε ποιον από τους δύο όρους οφείλεται η τυπική και ουσιαστική προτεραιότητα. Τα λεξικά πάντως την αποδίδουν απερίφραστα στον δήμο, αφήνοντας τον δήμαρχο έκθετο.

Γιατί, όσο βλέπω, ο τίτλος του δημάρχου εγκαινιάζεται, μάλλον ειρωνικά, μόλις στις Νεφέλες του Αριστοφάνη, για να δηλώσει ακριβέστερα τα εκβιαστικά καθήκοντα του φοροεισπράκτορα. Αντίθετα ο δήμος (με πολλαπλά παράγωγα, απλά και σύνθετα) έχει εξασφαλίσει ήδη ομηρική κατοχύρωση, με σημαίνοντα μάλιστα μοιρασμένα σε δύο βασικές λειτουργίες του: την τοπική και την τροπική. Η τοπική (που είναι μάλλον και η καταγωγική) εξισώνει σημασιολογικά και πραγματολογικά τον δήμο με διαμέρισμα καλλιεργημένης ή ενοικισμένης γης, που μπορεί να περιορίζεται σε ένα κτήμα ή να εκτείνεται στο σύνολο μιας χώρας: της Ιθάκης λόγου χάριν ή της Τροίας. Η τροπική εξάλλου διάσταση της ίδιας λέξης καλύπτει καταρχήν την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των περισσότερων δημοτών: οι δύσποροι, ή άποροι, αγρότες και περίοικοι επονομάζονται, ευσχήμως ή ασχήμως, δήμος σπανιότερα λαός, σε διάκριση προς τους ευγενείς και ευδαίμονες της πόλης και του πολέμου, που διεκδικούν και υπερασπίζονται τον τίτλο των αρίστων.

Ηδη όμως στα ομηρικά έπη οι υποτιμημένοι αρχικά όροι δήμος και λαός διευρύνονται, εξελίσσονται και αναβαθμίζονται, χωρίς ωστόσο να εξαφανίζεται ο παραδοσιακός, τοπικός και τροπικός τους, πυρήνας. Ωσότου με τις πρωιμότερες μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη και τις ώριμες πλέον του Εφιάλτη, η λέξη δήμος (άλλως: οιπολλοί , τοπλήθος ) γίνεται σήμα της (αθηναϊκής κυρίως) δημοκρατίας, σε αντίθεση προς τους ολίγους που εκπροσωπούν την ολιγαρχική πολιτεία, ασκημένη προπάντων στη Σπάρτη.

Ως πού μπορεί να φτάσει η ανθρωπολογική και ποιητική τιμή του δήμου, επιφαίνεται σε ένα καίριο χωρίο της ομηρικής Οδύσσειας, που εντοπίζεται στην εικοστή τέταρτη ραψωδία, στην αρχή της «Μικρής Νέκυιας» (ω 11-16). Οπου εμφανίζεται μια συγκλονιστική έκφρασηως έσχατο όριο που προσπερνούν οι ψυχές των σκοτωμένων μνηστήρων, οδηγημένες στον κάτω κόσμο από τον ψυχοπομπό Ερμή: προηγούνται οι ροές του Ωκεανού και η Λευκάδια Πέτρα· και ακολουθούν οι πύλες του Ηλιου σε εμπρόθετη σύζευξη με το τελευταίο, ενδιάμεσο πάντα, σήμα παρά δήμον ονείρων. Τέρμα της καθοδικής αυτής πορείας: το λιβάδι με τα ασφοδίλια όπου κυκλοφορούν οι ψυχές ως είδωλα καμόντων.

Αυτό το ανεπανάληπτο σήμα, το ζήλεψε και το διπλασίασε ο Σεφέρης στους επόμενους ώριμους στίχους: Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών·/ γι΄ αυτό σωπαίνουν, / ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν/ παρά δήμον ονείρων, παρά δήμον ονείρων.

Το παράθεμα αφιερώνεται στη μνήμη του γενναίου φίλου Παναγιώτη Μουλλά, που αποδήμησε τις προάλλες: παρά δήμον ονείρων.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk