ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ

Η Γαλλίδα που διάλεξε να γίνει Ελληνίδα

«Ξέρω ότι στην Ελλάδα πολύς κόσμος ενδιαφέρεται να κάνει πολλά και ωραία πράγματα. Ξέρω επίσης ότι πολλά από αυτά τα πράγματα δεν είναι εύκολο να γίνουν. Τι να κάνουμε, όμως… Προσπαθούμε.Κάποια στιγμή,ποιος ξέρει,κάτι μπορεί να καταφέρουμε». Η Αριάν Λαμπέντ μιλά τα ελληνικά αργά και η προσπάθειά της να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να ντύσει το λεξιλόγιό της φαίνεται. Ενίοτε απολογείται για τα «σπασμένα» ελληνικά της αναμειγνύοντας στις φράσεις της αγγλικά και γαλλικά, σε ένα πολύ γλυκό σύνολο.

«Ξέρω ότι στην Ελλάδα πολύς κόσμος ενδιαφέρεται να κάνει πολλά και ωραία πράγματα. Ξέρω επίσης ότι πολλά από αυτά τα πράγματα δεν είναι εύκολο να γίνουν. Τι να κάνουμε, όμως… Προσπαθούμε.Κάποια στιγμή,ποιος ξέρει,κάτι μπορεί να καταφέρουμε». Η Αριάν Λαμπέντ μιλά τα ελληνικά αργά και η προσπάθειά της να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να ντύσει το λεξιλόγιό της φαίνεται. Ενίοτε απολογείται για τα «σπασμένα» ελληνικά της αναμειγνύοντας στις φράσεις της αγγλικά και γαλλικά, σε ένα πολύ γλυκό σύνολο. Η φωνή της στην τηλεφωνική επικοινωνία μας ενώ βρίσκεται στο Αεροδρόμιο «Μάρκο Πόλο» της Βενετίας περιμένοντας το αεροπλάνο για να επιστρέψει, ακούγεται αγχωμένη. Φυσικό. Η Λαμπέντ δεν είναι συνηθισμένη στα φώτα της δημοσιότητας και δεν αισθάνεται άνετα όταν της ζητούν να μιλήσει για τον εαυτό της. Αυτή την εποχή τα κάνει και τα δυο. Το περασμένο Σάββατο, στη Βενετία, κέρδισε το βραβείο Volpi καλύτερης γυναικείας ερμηνείας για τη δουλειά της στην ταινία «Αttenberg» της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, μία ακόμη σημαντική διεθνή διάκριση για τον ελληνικό κινηματογράφο. Κατά τη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας η Λαμπέντ μαζί με τη σκηνοθέτιδα βρίσκονταν στο Φεστιβάλ του Τορόντο για την υποστήριξη της ταινίας. Μιλώντας στο τηλέφωνο θα πει αρκετές φορές ότι το όλο θέμα των φεστιβάλ το αντιμετωπίζει λίγο «σαν Disneyland» και ότι η βράβευσή της στη Βενετία «δεν είναι δική μου γιορτή.Είναι της Αθηνάς και κυρίως του “Αttenberg”.Η ταινία έχει σημασία περισσότερο από καθετί». Η Λαμπέντ είναι οπαδός της ομαδικής δουλειάς και αυτό υπήρξε ένα από τα στοιχεία που η Τσαγγάρη παρατήρησε βλέποντάς τη στην παράσταση του «Φάουστ» στο Εθνικό Θέατρο. «Εψαχνα να βρω κάτι πολύ συγκεκριμένο,μια ηθοποιό που να μην είναι αυτό που λέμε ηθοποιός» μας είπε χαρακτηριστικά η σκηνοθέτις. «Ηθελα να έχει μια φυσικότητα γιατί και ο ρόλος της Μαρίνας στο “Αttenberg” είναι χαμηλών τόνων.Η Αριάν είναι πάρα πολύ έντονη και παρ΄ ότι δεν έχει εμπειρία, ειδικά στο σινεμά, έχει απίστευτο ένστικτο». Η Τσαγγάρη εντυπωσιάστηκε επίσης από την «απίστευτη όρεξη της Αριάν για μάθηση.Παρ΄ όλο που μιλούσε ελάχιστα ελληνικά κατάφερε μέσα σε ελά χιστο χρόνο να κάνει φοβερές προόδους για τον ρόλο. Ηταν εντυπωσιακό να βλέπεις ότι το λεξιλόγιό της ανανεωνόταν σε καθημερινή βάση με 100 καινούργιες λέξεις! Σε ό,τι κάνει, η Αριάν είναι ευφυής».

Η μαγεία της Ελλάδας

Τα τελευταία δύο χρόνια η Αριάν Λαμπέντ ζει στην Ελλάδα. Ηταν δική της επιλογή και δεν έχει μετανιώσει για την απόφασή της. Οταν τη ρωτώ αν θα προτιμούσε να ζει και να δουλεύει στο εξωτερικό όπου οι εξελίξεις τρέχουν ευκολότερα και πιο γρήγορα απ΄ ό,τι στην Ελλάδα, ακούγεται κάθετη. «Αν το έβλεπα έτσι, και αν δεν με έλκυε τόσο η Ελλάδα θα έμενα και θα εργαζόμουν στη Γαλλία όπου θα μπορούσα ίσως να κάνω περισσότερα πράγματα.Η Ελλάδα όμως είναι επιλογή μου.Και δεν το έχω μετανιώσει. Την προτιμώ γιατί την αγαπώ».

Ενας από τους λόγους για τους οποίους αγαπά την Ελλάδα είναι επειδή μεγάλωσε εδώ. Γεννημένη πριν από 26 χρόνια στην Αθήνα, η Αριάν Λαμπέντ έζησε στην Ελλάδα τα πιο τρυφερά παιδικά χρόνια της. Οι γονείς της είναι φιλέλληνες και ο καθηγητής των Μαθηματικών πατέρας της εργαζόταν στη χώρα μας. « Θυμάμαι πολλά πράγματα από τα χρόνια εκείνα» λέει η ηθοποιός χωρίς να μπει σε λεπτομέρειες. «Και πόσο σφραγίστηκαν στην ψυχή μου! Ηταν υπέροχα».

Οταν η Αριάν ήταν έξι χρόνων, οι γονείς της χρειάστηκε να φύγουν από την Ελλάδα με προορισμό τη Γερμανία. Διαφορετικές συνθήκες ζωής, όπως άλλωστε και στην πατρίδα των δικών της, στη Γαλλία, όπου η Αριάν πήγε αργότερα, στα 12. Ο κόσμος του θεάτρου και της τέχνης τη γοήτευσε από πολύ νωρίς και οι σπουδές της στη Μασσαλία προμήνυαν λαμπρό μέλλον μπροστά της. Η εικόνα της Ελλάδα, όμως εξακολουθούσε να είναι χαραγμένη μέσα της και έτσι πριν από δύο χρόνια η Αριάν αποφάσισε να επιστρέψει εδώ και να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού. Ιδρυσε τη θεατρική ομάδα Vasisdas με την οποία εξακολουθεί να δουλεύει. Τη ρωτώ τι να περιμένουμε από αυτήν στον κινηματογράφο αλλά και στο θέατρο τη σεζόν που μας έρχεται. « Θα είμαι στην καινούργια ταινία του Γιώργου Λάνθιμου- έχω έναν μικρό ρόλο » απαντά σε ό,τι αφορά τον κινηματογράφο (με τον Λάνθιμο ως ηθοποιό μοιράζεται πολλές σκηνές στο «Αttenberg»). « Τα γυρίσματα θα αρχίσουν πολύ σύντομα.Ελπίζουμε…»

Ο Αντώνης Καφετζόπουλος με την «Λεοπάρδαλη» του Λοκάρνο για την Ακαδημία Πλάτωνος

Σε ό,τι αφορά το θέατρο, ακούγεται κάπως σφιγμένη. « Χρειάζονται κάποια χρήματα τα οποία δεν έχουμε. Αλλά, όπως είπα, πολλά πράγματα γίνονται δύσκολα στην Ελλάδα.Θα δούμε ».

Ελληνικός κινηματογράφος: επιτέλους αλλάζει

Η Αριάν Λαμπέντ (δεξιά) με τη θεατρική ομάδα της την εποχή που ανέβαζαν τον «Φάουστ», που η Αθηνά Τσαγγάρη είδε και την επέλεξε για το «Αttenberg»

Το «Αttenberg» της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, όπως και η «Χώρα προέλευσης» του Σύλλα Τζουμέρκα η οποία επίσης προβλήθηκε στη Βενετία στο παράλληλο πρόγραμμα της Εβδομάδας Κριτικής, είναι τα τελευταία παραδείγματα ταινιών που αποδεικνύουν περίτρανα ότι ο εναλλακτικός ελληνικός κινηματογράφος εδώ και δύο χρόνια έχει αλλάξει πρόσωπο. Το νέο έμψυχο δυναμικό του εγχώριου κινηματογράφου πατά γερά στα πόδια του, ξέρει ακριβώς τι θέλει να πει και να ρισκάρει στον τρόπο με τον οποίο το λέει. Στην πραγματικότητα η μόνη σκιά του ελληνικού κινηματογράφου αυτή την εποχή έχει αμιγώς θεσμικό χαρακτήρα, με τον περίφημο κινηματογραφικό νόμο που δεν έχει ψηφιστεί.

Διόλου τυχαία η προβολή των ελληνικών ταινιών στο Φεστιβάλ Βενετίας προκάλεσε το ενδιαφέρον του ξένου Τύπου. « Παρά την αναταραχή που έχει προκληθεί από την οικονομική κρίση της Ελλάδας, ο ελληνικός κινηματογράφος ξεχειλίζει από δημιουργικότητα, όπως φαίνεται από την παρουσία της Ελλάδας στο Λίντο » αναφέρει άρθρο του «Variety» για τον ελληνικό κινηματογράφο. Στο ίδιο άρθρο η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη μιλά για την «εμπιστοσύνη που δείχνει η νέα γενιά ελλήνων κινηματογραφιστών προς την ανεξάρτητη κινηματογραφία.Αυτό είναι κάτι καινούργιο για την Ελλάδα», συνεχίζει η Τσαγγάρη, «ιδιαίτερα με τον παράγοντα της οικονομικής κρίσης που ταλαιπωρεί τη χώρα τα τελευταία δύο χρόνια.Η βασική ιδέα είναι να κάνουμε σινεμά με κάθε δυνατό μέσο και χωρίς να περιμένουμε το κράτος να χρηματοδοτήσει τις ταινίες μας- αυτό μας δίνει ελευθερία».

Αν βάλουμε στην άκρη τις αμιγώς εμπορικές ταινίες οι οποίες στην πλειονότητά τους έχουν τη στήριξη μεγάλων ιδιωτικών εταιρειών παραγωγής («Μόλις χώρισα», «Straight story», «Σούλα έλα ξανά» κ.ά.), τα τελευταία χρόνια η καλλιτεχνικών προδιαγραφών ελληνική ταινία δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τον κόσμο, πέραν εξαιρέσεων όπως η «Ψυχή στο στόμα» του Γιάννη Οικονομίδη. Από πέρυσι όμως τα πράγματα αλλάζουν και ελληνικές καλλιτεχνικές ταινίες χαμηλού κόστους κάνουν μπίζνες στις αίθουσες. Ισως όχι με την προοπτική των πάρα πολλών εισιτηρίων, αρκετών όμως για να αφήσουν το στίγμα τους. Νεαροί ή όχι και τόσο νεαροί σκηνοθέτες (ας πούμε σαραντάρηδες) πιάνουν τον ταύρο από τα κέρατα και τολμούν να ασχοληθούν με ιδέες που παλαιότερα ούτε κατά διάνοια θα «περνούσαν». Το κοινό δείχνει να ακολουθεί.

Σημαιοφόρος της νέας γενιάς των ελλήνων κινηματογραφιστών είναι ο Γιώργος Λάνθιμος, του οποίου ο «Κυνόδοντας» χάρισε στον ελληνικό κινηματογράφο μια από τις σημαντικότερες πρόσφατες διακρίσεις του: το βραβείο του τμήματος «Ενα κάποιο βλέμμα» στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών. Στη «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα η απρόβλεπτης εξέλιξης ιστορία μιας τραβεστί σε φέρνει στο σημείο να μη δώσεις καν σημασία στις γκροτέσκες καταστάσεις που κρύβονται στο σενάριο, διότι βγάζει πηγαίο χιούμορ, ανθρωπιά και συγκίνηση. Η ταινία προκάλεσε τον ενθουσιασμό στο περσινό Φεστιβάλ του Βερολίνου, όπου αποθεώθηκε στην προβολή της στο Πανόραμα. Στην «Ακαδημία Πλάτωνος» ο Φίλιππος Τσίτος ρίσκαρε με ένα θέμα που παραδοσιακά προκαλεί αμηχανία στους θεατές. Η λέξη «μετανάστης» στον κινηματογράφο τρομάζει το κοινό, πόσω μάλλον όταν η σκηνοθεσία των ταινιών αυτών είναι άκρως επιθετική, όπως συμβαίνει με τις ταινίες του Κωνσταντίνου Γιάνναρη . Ντύνοντας όμως την «Ακαδημία Πλάτωνος» με χιούμορ, συναίσθημα και ελληνική πραγματικότητα, ο Τσίτος κλέβει εύκολα την καρδιά σου. Πέρυσι τον Αύγουστο στο ελβετικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο, η «Ακαδημία Πλάτωνος» διακρίθηκε με τη Λεοπάρδαλη ανδρικής ερμηνείας ( Αντώνης Καφετζόπουλος ), το Βραβείο Οικουμενικότητας και το Βραβείο Νεότητας.

Στις αρχές του ερχόμενου χρόνου το «Αttenberg» της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη θα δοκιμαστεί στο ελληνικό κοινό. Θα έχει προηγηθεί η προβολή της «Χώρας προέλευσης» του Σύλλα Τζουμέρκα (21 Οκτωβρίου), ενώ παραπάνω από 20 ακόμη νέες ταινίες είναι έτοιμες για διανομή. Ανάμεσά τους ο «Μαχαιροβγάλτης» του Γιάννη Οικονομίδη, τα «45 τετραγωνικά» του Στράτου Τζίτζη, το «Γάλα» του Γιώργου Σιούγα, τα «Οπωροφόρα της Αθήνας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, οι «Τρεις μέρες ευτυχίας» του Δημήτρη Αθανίτη , η «Υπογραφή» του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου, το «Χάρισμα» της Χριστίνας Ιωακειμίδη, η «Απνοια » του Αρη Μπαφαλούκα , το «Απ΄ τα κόκαλα βγαλμένα» του Σωτήρη Γκορίτσα, το «Ταξίδι στη Μυτιλήνη» του Λάκη Παπαστάθη, το «Forget me not» του Γιάννη Φάγκρα, το «J.Α.C.Ε.» του Μενέλαου Καραμαγγιώλη και το «Μan in the sea» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη.

Είπαν και έγραψαν για το «Αttenberg»

Εκτός από τη βράβευση της Αριάν Λαμπέντ, το «Αttenberg» διακρίθηκε στη Βενετία και με το βραβείο «Λίνα Μαντζιακάπρε».Στη συνοδευτική επιστολή της,η οργανωτική επιτροπή του φεστιβάλ αναφέρει ότι επέλεξε την ταινία «για την εύθραυστη λεπτότητα, αλλά και τη βαθιά ευαισθησία με την οποία η σκηνοθέτις σκιαγραφεί το προφίλ μιας νεαρής κοπέλας στην αναζήτησή της για τη σεξουαλική αλλά και την προσωπική της ταυτότητα, σε μια συγκυρία δύσκολη, όπου πρέπει να αντιμετωπίσει την ασθένεια και τον επερχόμενο θάνατο του πατέρα της.Πρόκειται για μια βαθιά και αυθεντική απεικόνιση ενός πλάσματος που δεν υιοθετεί ως στάση ζωής ούτε τον συμβιβασμόούτε την υποκρισία. Ενίοτε συγκρατημένη, αν όχι σκληρή, λεπτά ειρωνική και κυνική, πάντοτεόμωςστενά συνδεδεμένη με την προσωπική μοναξιά της».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk