Η Αντζελίνα Τζολί καθαρίζει «κακούς» Ρώσους

Τι μανία και αυτή των Αμερικανών με τους Ρώσους! Παρ΄ ότι ο Ψυχρός Πόλεμος έχει τελειώσει εδώ και 20 χρόνια, το Χόλιγουντ επιμένει να αναζητεί τα κακά παιδιά στην κακιά Ρωσία. Αυτό συμβαίνει στο «Salt» (ΗΠΑ, 2010) του Φίλιπ Νόις. Η Αντζελίνα Τζολί με μαύρο βαμμένο μαλλί υποδύεται την ηρωίδα του τίτλου, μια πράκτορα της CΙΑ η οποία από τη μια στιγμή στην άλλη θα δει την υπηρεσία της να αλλάζει στάση απέναντί της. Ενας ρώσος πρώην πράκτορας ( Ντανιέλ Ολμπρισκί ), τον οποίο η CΙΑ έχει συλλάβει, διατείνεται ότι η Σολτ στην πραγματικότητα είναι πράκτορας των Ρώσων.

Τι μανία και αυτή των Αμερικανών με τους Ρώσους! Παρ΄ ότι ο Ψυχρός Πόλεμος έχει τελειώσει εδώ και 20 χρόνια, το Χόλιγουντ επιμένει να αναζητεί τα κακά παιδιά στην κακιά Ρωσία. Αυτό συμβαίνει στο «Salt» (ΗΠΑ, 2010) του Φίλιπ Νόις.

Η Αντζελίνα Τζολί με μαύρο βαμμένο μαλλί υποδύεται την ηρωίδα του τίτλου, μια πράκτορα της CΙΑ η οποία από τη μια στιγμή στην άλλη θα δει την υπηρεσία της να αλλάζει στάση απέναντί της. Ενας ρώσος πρώην πράκτορας ( Ντανιέλ Ολμπρισκί ), τον οποίο η CΙΑ έχει συλλάβει, διατείνεται ότι η Σολτ στην πραγματικότητα είναι πράκτορας των Ρώσων. Ξυπόλυτη στ΄ αγκάθια, η πράκτορας θα διαφύγει και θα προσπαθήσει να καθαρίσει το όνομά της. Και το ερώτημα που πλανάται πάνω από την ταινία καθ΄ όλη τη διάρκειά της είναι αν όντως η Σολτ είναι διπλή πράκτορας ή όχι.

Με τις ταινίες «Λάρα Κροφτ» η Τζολί απέδειξε ότι έχει το τσαγανό για ρόλους δυναμικών γυναικών έτοιμων για όλα. Θα μπορούσες λοιπόν να πεις ότι η φιγούρα της «σούπερ πράκτορος», καλά εκπαιδευμένης ώστε να έχει τα αντανακλαστικά για την αντιμετώπιση πάσης φύσεως εμποδίων και δυσκολιών, της ταιριάζει. Γράφει άλλωστε στον φακό- όπως πάντα.

Με τη μόνη διαφορά ότι ένας ακόμη δυναμικός ρόλος για τη διάσημη ηθοποιό δεν αρκεί- εκτός και αν είσαι ο απόλυτος θαυμαστής της. Οι υπερβολές του σεναρίου είναι τόσο απίστευτες που σε καμία περίπτωση δεν μπορείς να δεχθείς στα σοβαρά τα όλο εγχείρημα, το οποίο παρακολουθείται απλώς ως κάτι που πολύ θα ήθελε να θυμίζει περιπέτεια κατασκοπικής παράνοιας της δεκαετίας του ΄70 αλλά δεν ξεφεύγει από τα κλισέ της καρτουνίστικης περιπέτειας με τα απανωτά εφέ.

* Το στοιχείο της έκπληξης συναρπάζει στο «Devil» (ΗΠΑ, 2010), πρώτη ταινίας των αδελφών Τζον Ερικ και Ντριού Ντόουντλ, στηριγμένη σε μια ιστορία του Μ.Νάιτ Σάμαλαν, σκηνοθέτη της «Εκτης αίσθησης», ο οποίος σκαλίζει πάντα την ιδέα του απρόβλεπτου. Τι μπορεί να συμβεί όταν πέντε άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι βρεθούν εγκλωβισμένοι στο ασανσέρ ενός ουρανοξύστη δίπλα στον οποίο έχει μόλις σκοτωθεί μυστηριωδώς ένας άνθρωπος; Οταν τα φώτα πέφτουν, κάποιος από τους εγκλωβισμένους κάτι παθαίνει. Τα πράγματα σκουραίνουν μόλις οι άνθρωποι στο ασανσέρ αρχίζουν να πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλον.

Θρίλερ τρόμου λοιπόν, παραδοσιακής κοπής, σύμφωνα με το οποίο ο Διάβολος ενδεχομένως να είναι ένας από τους εγκλωβισμένους. Η δράση είναι καλά μοιρασμένη ανάμεσα στον πανικό μέσα στο ασανσέρ και στα όσα συμβαίνουν έξω, με τους υπεύθυνους ασφαλείας να προσπαθούν να βγάλουν άκρη. Τι συνδέει τους ανθρώπους που έχουν εγκλωβιστεί; Τι σχέση με όλα αυτά μπορεί να έχει ο θάνατος της οικογένειας του αστυνομικού που έχει αναλάβει την υπόθεση ( Κρις Μεσίνα ); Οι απαντήσεις δεν δίδονται εύκολα και η ιστορία κλιμακώνεται πειστικά, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι το «Devil» είναι το θρίλερ που γράφει Ιστορία. ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

* «Τρυφερότητα»(2008) τουΠαναγιώτη Καραμήτσου. Αξιοπερίεργο (και σε ορισμένης στιγμές ενοχλητικό) ψυχόδραμα με δόσεις θρίλερ και άξονα τη σχέση μιας νεαρής κοπέλας με μια μεγαλύτερή της γειτόνισσα (Ράσμι Σούκουλη ,Αλεξάνδρα Παυλίδου). Καλό για σκηνοθετικό ντεμπούτο.

* «Ενας αμερικανός φίλος»(Γερμανία, 1977) τουΒιμ Βέντερς. Για ακόμη μία χρονιά επανέρχεται στις αίθουσες η χιλιοπαιγμένη νουάρ μεταφορά του «Παιχνιδιού του Ρίπλεϊ» τηςΠατρίσια Χάισμιθ με τονΝτένις Χόπερ(στη φωτογραφία) στον ρόλο του αινιγματικού κακοποιού που παρασύρει έναν καρκινοπαθή (Μπρούνο Γκαντς) στο έγκλημα.

ΔΥΟ ΘΡΥΛΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΣΕ ΝΕΕΣ, ΒΕΛΤΙΩΜΕΝΕΣ ΚΟΠΙΕΣ
Το πιο γοητευτικό ποίημα του σινεμά

Η Ντελφίν Σερίγκ και ο Τζόρτζιο Αλμπερτάζι στο αξεπέραστο «ποίημα» του Αλέν Ρενέ «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ»

Τ ο «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ» (1961, Γαλλία) υπήρξε η μοναδική συνεργασία του Αλέν Ρενέ φρέσκου, τότε, μετά την επιτυχία του «Χιροσίμα, αγάπη μου»- με τον βασικότερο ίσως εκπρόσωπο του νέου γαλλικού μυθιστορήματος Αλέν Ρομπ Γκριγέ .

Στα θεμέλια του σεναρίου ωστόσο βρίσκεται το μυθιστόρημα φαντασίας «Η εφεύρεση του Μορέλ» του Αντόλφο Μπιόι Κασάρες, στενού συνεργάτη του Χόρχε Λουίς Μπόρχες.

Ως ταινία ανήκει σε εκείνες που αποκτούν φανατικούς εχθρούς και φίλους. Εκ πρώτης όψεως το στόρι είναι μάλλον απλό και αφορά τη διεκδίκηση μιας γυναίκας ( Ντελφίν Σερίγκ ) από έναν άνδρα ( Τζόρτζιο Αλμπερτάζι ) ο οποίος επιμένει ότι την περασμένη χρονιά είχε μαζί της σχέση στο Μαρίενμπαντ. Από εκεί ξεκινά μια πολυεπίπεδη αφήγηση καθόλου εύκολης ανάγνωσης. Στην ουσία πρωταγωνιστές είναι ο χρόνος, ο έρωτας και η μνήμη.

Το παιχνίδι του Ρενέ μπορεί να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο την παρακολούθηση ενός παζλ του οποίου τα κομμάτια δεν είσαι βέβαιος ότι τα έχεις μπροστά σου.

Ωστόσο οι εικόνες σε βυθίζουν βαθιά σε μια ατμόσφαιρα ανεξήγητου μυστηρίου, έναν λαβύρινθο από τον οποίο δεν θες να βγεις.

Η υποδειγματική γεωμετρία των σκηνικών χώρων (φόντο ένα ξενοδοχείο), οι αναφορές σε πίνακες σουρεαλιστών όπως ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο και οι άνθρωποι που θυμίζουν αγάλματα πλάθουν ένα σύμπαν που γοητεύει και χαράσσεται στη μνήμη. Για εμένα είναι το πιο γοητευτικό ερωτικό ποίημα του κινηματογράφου.

Το πιάνο του Σαμ, η Ιλσε και ο Ρικ

Το θρυλικό ζευγάρι της «Καζαμπλάνκα». Λέγεται πάντως ότι η Ινγκριντ Μπέργκμαν… φοβόταν τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ

«P lay it, Sam. Ρlay “Αs time goes by”». Εξήντα οκτώ χρόνια έχουν περάσει από τότε που η Ιλσε ( Ινγκριντ Μπέργκμαν ) σε μια από τις πιο όμορφες σκηνές της «Καζαμπλάνκα» είπε στον πιανίστα Σαμ ( Ντούλεϊ Γουίλσον ) την παραπάνω φράση ζητώντας του να παίξει στο πιάνο το «Αs time goes by» (φράση που ο περισσότερος κόσμος μπερδεύει ως «Ρlay it again, Sam»). Ηταν το τραγούδι που κάποτε είχε ενώσει την Ιλσε με τον αγαπημένο της Ρικ ( Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ ) αλλά και εκείνο που θα τους χώριζε μέσα στο μπαρ του Ρικ, όπου η Ιλσε βρέθηκε τυχαία. Ενας φλογερός όσο και καταραμένος έρωτας που όχι μόνο δεν έχει ξεπερασθεί αλλά παραμένει ολόφρεσκος.

Η «Καζαμπλάνκα» (ΗΠΑ, 1942) υπήρξε κατ΄ αρχάς θεατρικό έργο του καθηγητή του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης Μάρεϊ Μπαρνέτ. Το εμπνεύστηκε σε ένα καφέ της Νότιας Γαλλίας όπου συγκεντρώνονταν πρόσφυγες με προορισμό την Καζαμπλάνκα. Το έργο είχε τίτλο «Εverybody comes to Rick΄s» και δεν εκδόθηκε ποτέ. Τα δικαιώματά του πουλήθηκαν προς 20.000 δολάρια στα στούντιο της Warner Βros και ο παραγωγός Χαλ Γουόλις προσέλαβε τον σκηνοθέτη Μάικλ Κερτίζ και τους αδελφούς Τζούλιους και Φίλιπ Επστάιν για την προσαρμογή των διαλόγων. Αρχική επιλογή ηθοποιών ήταν ο Ρόναλντ Ρέιγκαν (Ρικ) και η Ανν Σέρινταν (Ιλσε), αλλά ο Γουόλις κατέληξε στη σουηδή σταρ Μπέργκμαν και στον Μπόγκαρτ που, ενώ είχαν χημεία στην οθόνη, δεν πέρασαν καλά μεταξύ τους στα γυρίσματα.

Λέγεται ότι η Μπέργκμαν τον φοβόταν…

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk