ΒΕΝΕΤΙΑ

Ο πόλεμος εμπνέει τους σκηνοθέτες

Βενετία. Το πολύμορφο πρόσωπο του πολέμου αλλά και της πρόσφατης Ιστορίας είναι θέματα τα οποία εμφανίστηκαν πάνω στον παγκόσμιο κινηματογραφικό χάρτη που ξεδιπλώθηκε κατά τη διάρκεια του περασμένου δεκαημέρου στο 67ο Φεστιβάλ της Βενετίας.Ο πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας,το πραξικόπημα του Πινοσέτ στη Χιλή,αλλά και οι επιπτώσεις της αμερικανικής εισβολής σε χώρες της Μέσης Ανατολήςτροφοδότησαν με υλικό σκηνοθέτες πολλών εθνικοτήτων και διαφορετικών ηλικιών οι οποίοι κοίταξαν τα θέματά τους άλλοι με άμεσο ρεαλισμό και άλλοι κάτω από την ομπρέλα της ποίησης και της αλληγορίας.

Βενετία. Το πολύμορφο πρόσωπο του πολέμου αλλά και της πρόσφατης Ιστορίας είναι θέματα τα οποία εμφανίστηκαν πάνω στον παγκόσμιο κινηματογραφικό χάρτη που ξεδιπλώθηκε κατά τη διάρκεια του περασμένου δεκαημέρου στο 67ο Φεστιβάλ της Βενετίας.Ο πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας,το πραξικόπημα του Πινοσέτ στη Χιλή,αλλά και οι επιπτώσεις της αμερικανικής εισβολής σε χώρες της Μέσης Ανατολήςτροφοδότησαν με υλικό σκηνοθέτες πολλών εθνικοτήτων και διαφορετικών ηλικιών οι οποίοι κοίταξαν τα θέματά τους άλλοι με άμεσο ρεαλισμό και άλλοι κάτω από την ομπρέλα της ποίησης και της αλληγορίας.Ο Πολωνός Γέρζι Σκολιμόφσκι,ο Χιλιανός Πάμπλο Λαρέν καιο Βόσνιος Ντάνις Τάνοβιτς μίλησαν στο «Βήμα» για την εμπειρία τους.

Γέρζι Σκολιμόφκσι
η πολιτική με κατέστρεψε

Ο Γέρζι Σκολιμόφσκι

«Ζω στα προάστια της Βαρσοβίας, απομονωμένος πλήρως στην άγρια φύση, γι΄ αυτό και ήδη γνώριζα ότι η CΙΑ μετέφερε αεροπορικώς αιχμαλώτους από τους πολέμους της Μέσης Ανατολής στη χώρα μου όπου και τους ανέκρινε σε φυλακές υψίστης ασφαλείας» μας είπε ο Γέρζι Σκολιμόφσκι όταν τον ρωτήσαμε από πού εμπνεύστηκε την ιδέα της ταινίας «Εssential Κilling». «Αυτό που δεν γνώριζα όμως είναι ότι μια από τις αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις βρίσκεται 20 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μου, μέσα στο δάσος. Οδηγώ συχνά προς εκείνα τα μέρη και θυμάμαι ότι πέρσι τον χειμώνα το αυτοκίνητό μου παραλίγο να ντελαπάρει επειδή τα αμερικανικά κομβόι είχαν καταστρέψει τον δρόμο».

Τότε ήταν που ο πολωνός σκηνοθέτης είδε μπροστά του την ταινία «Εssential killing»: ένας άνθρωπος χαμένος μέσα στην άγρια φύση προσπαθεί να γλιτώσει από το απόσπασμα που τον καταδιώκει. Μπορεί μεν οι κυνηγοί της ταινίας να είναι αμερικανοί στρατιώτες και ο κυνηγημένος ένας Αφγανός (τον υποδύεται ο αμερικανός ηθοποιός Βίνσεντ Γκάλο), όμως ο Σκολιμόφσκι είναι κατηγορηματικός: σε καμία περίπτωση δεν ήθελε η ταινία του να θεωρηθεί πολιτική. «Σιχαίνομαι την πολιτική γιατί με κατέστρεψε» λέει αναφερόμενος στην αντισταλινιστική ταινία του «Ψηλά τα χέρια» που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την Πολωνία και να ζήσει επί σειρά ετών μετανάστης. «Με ενδιέφερε να μιλήσω για το άτομο. Τι μπο ρεί να συμβεί όταν ένας άνθρωπος δραπετεύει από κάποιο στρατόπεδο και καλείται να επιβιώσει σαν το αγρίμι μέσα στην άγρια φύση; Ηθελα να ερευνήσω τα όρια στα οποία μπορεί να φτάσει».

Για τον Σκολιμόφσκι η πολιτική όφειλε να είναι απλώς στο φόντο της ιστορίας. Και να μην είναι ξεκάθαρη. «Αποφάσισα να δώσω όσο το δυνατόν λιγότερες πληροφορίες» λέει. «Δεν ξέρουμε αν η ιστορία αρχίζει στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν, δεν ξέρουμε πού βρίσκεται η αμερικανική βάση, δεν ξέρουμε καν πού προσγειώνεται το αεροπλάνο που τον μεταφέρει ως τη στιγμή που ακούγονται κάποια αδιόρατα πολωνέζικα. Διότι δεν είναι μια ιστορία βασισμένη σε ιστορικά γεγονότα, όπως ένα ντοκυμαντέρ. Δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτε και δεν επιθυμεί να πάρει κάποια πλευρά. Είναι ένα ποίημα για τον άνθρωπο που θα πρέπει να περπατήσει ξυπόλητος στα χιόνια, να φάει κορμούς δέντρων και μαμούνια αλλά και να σκοτώσει για να επιβιώσει».

Συμπτωματικά την ίδια ακριβώς στιγμή όπου ο Σκολιμόφσκι έλεγε αυτή την ιστορία, δέχθηκε ένα μήνυμα στο κινητό του το οποίο μετέφρασε αμέσως. Το μήνυμα έλεγε ότι η CΙΑ την περασμένη Τετάρτη παραδέχθηκε επισήμως την ύπαρξη των μυστικών αμερικανικών βάσεων στην Πολωνία όπου οι αιχμάλωτοι του Αφγανιστάν και του Ιράν ανακρίνονται… Πάμπλο Λαρέν
το φάντασμα του πινοσέτ

Ο διάσημος χιλιανός ηθοποιός Χαϊμέ Βαδέλ υποδύεται τον γιατρό που έκανε την αυτοψία στη σορό του Αλιέντε στην ταινία του Πάμπλο Λαρέν «Ρost Μortem»

«Η περίοδος της χούντας του Πινοσέτ δεν αντιπροσωπεύει μόνον το πρόσφατο παρελθόν της χώρας μου αλλά και το παρόν» είπε ο νεαρός χιλιανός σκηνοθέτης Πάμπλο Λαρέν, του οποίου η ταινία «Ρost Μortem» τοποθετείται την εποχή όπου έγινε το πραξικόπημα στη Χιλή. Γιατί όμως αντιπροσωπεύει το παρόν; «Διότι ο Πινοσέτ πέθανε πριν από μόλις τέσσερα χρόνια με 30 εκατομμύρια δολάρια στον τραπεζικό λογαριασμό του και βέβαια ελεύθερος. Περί τους 3.000 ανθρώπους που τον υπηρέτησαν όταν ήταν δικτάτορας και είναι υπεύθυνοι για τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή ελεύθεροι στους δρόμους του Σαντιάγο. Ολα αυτά σημαίνουν ότι η Χιλή είναι μια κοινωνία που κρύβει τα κόπρανά της κάτω από το χαλί. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται εκεί, το νιώθεις. Νιώθεις τον παλμό του κάπου κρυμμένο, χωρίς όμως να μπορείς να το εντοπίσεις και να το πιάσεις- σαν ένα φάντασμα. Αυτό το φάντασμα δεν στοιχειώνει μόνον τους ανθρώπους που έζησαν τη δικτατορία αλλά και εμένα που δεν είχα καν γεννηθεί όταν έγινε το πραξικόπημα».

Το «Ρost Μortem» είναι μια ανορθόδοξη ιστορία αγάπης σε πολιτικό φόντο: τις πρώτες μέρες του πραξικοπήματος στη Χιλή. Κεντρικό πρόσωπο ένας μοναχικός υπάλληλος νεκροτομείου, δουλειά του οποίου είναι να κρατά τα πρακτικά από τις περιγραφές των γιατρών που κάνουν αυτοψίες. Κάποια στιγμή, σε άκρα μυστικότητα, ο στρατός τον καλεί μαζί με δυο γιατρούς για μια πολύ σημαντική αυτοψία. Η σορός που θα δει μπροστά του ανήκει στον Σαλβαδόρ Αλιέντε που έχει δώσει τέλος στη ζωή του με έναν πυροβολισμό στο κεφάλι.

Για την ακριβή αποτύπωση της σκηνής ο Λορέν έκανε τεράστιες έρευνες βρίσκοντας μάλιστα τα πρωτότυπα πρακτικά του νεκροτομείου και μιλώντας διεξοδικά με έναν από τους γιατρούς που έλαβαν μέρος σε αυτήν. «Από τον Αλιέντε ξεκίνησε αυτή η ταινία» λέει ο Λορέν που είναι γιος πολιτικών της δεξιάς παράταξης (ο πατέρας του είναι βουλευτής και η μητέρα του υπουργός). «Διάβασα στην εφημερίδα ένα άρθρο που αναφερόταν σε κάποιον υπάλληλο ονόματι Μάριο Κορνέχο που μαζί με δυο διακεκριμένους χιλιανούς γιατρούς είχε συμμετάσχει στην αυτοψία του Αλιέντε. Από εκεί εμπνεύστηκα μια ταινία η οποία όμως ήθελα να κινείται στη γραμμή που χωρίζει την επίσημη Ιστορία από τις εμπειρίες των πραγματικών πρωταγωνιστών που έμειναν στην ανωνυμία».

Ο Λορέν μεγάλωσε ακούγοντας διάφορες ιστορίες για το πραξικόπημα του Πινοσέτ. Εφόσον όμως δεν το έζησε ο ίδιος, αυτό το γεγονός έγινε ένα «σφραγισμένο κουτί» στη φαντασία του. «Με ενοχλούσε, με ακολουθούσε, με ενδιέφερε και την ίδια στιγμή μου προκαλούσε συγκίνηση. Το παράξενο είναι ότι το φάντασμα που έλεγα πιο πριν, ξέρω πολύ καλά ότι δεν πρόκειται ποτέ να το πιάσω. Αρα με αυτή την ταινία που γύρισα, γνωρίζω εκ των προτέρων ότι προσπαθώ να φτάσω κάπου όπου δεν θα φτάσω ποτέ. Είναι ανόητο αλλά το κάνω ούτως ή άλλως».

Ντάνις Τάνοβιτς
Το όπλο, προέκταση του εαυτού μου

Δραματουργικός χρόνος της βοσνιακής ταινίας «Cirkus Columbia» είναι η αυγή της δεκαετίας του 1990, λίγο πριν από το ξέσπασμα του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας. Εκείνη την εποχή ο σκηνοθέτης της, Ντάνις Τάνοβιτς, ο οποίος πολλά χρόνια αργότερα θα κέρδιζε το ξενόγλωσσο Οσκαρ με την πρώτη ταινία του, «Νo man΄s land», σπούδαζε κινηματογράφο και θέατρο στο Σαράγεβο. «Οταν κάνεις σπουδές στις τέχνες, ζεις στον κόσμο σου, δεν έχεις την αίσθηση της πραγματικότητας» μας είπε ο Τάνοβιτς που σήμερα είναι και μέλος του πολιτικού κόμματος «Το δικό μας κόμμα», στόχος του οποίου η συνένωση της θρυμματισμένης Γιουγκοσλαβίας. «Μια νύχτα προτού ξεσπάσει ο πόλεμος μοντάριζα ένα φιλμ. Χαμπάρι δεν είχα πάρει». Σήμερα βέβαια ο Τάνοβιτς είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για έναν πόλεμο που προετοιμαζόταν πολλά χρόνια πριν. «Εκείνη την εποχή όμως δεν μπορούσα να δω τα σημάδια και νομίζω ότι δεν ήμουν ο μόνος. Αν ο κόσμος είχε πιστέψει ότι θα ξεσπούσε εμφύλιος πόλεμος και ότι θα διαρκούσε τέσσερα χρόνια, η χώρα θα είχε αδειάσει. Από την άλλη μεριά, σκέφτομαι μπορείς αλήθεια στα καλά καθούμενα να σηκωθείς και να φύγεις από το σπίτι σου;».

Εν μέρει αυτό ακριβώς είναι ένα από τα θέματα που ο Τάνοβιτς θίγει στην τελευταία ταινία του: το «Cirkus Columbia» τοποθετείται σε μια πανέμορφη επαρχία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης το καλοκαίρι του 1991. Η ζωή στο χωριό κυλά φυσιολογικά, με τα μικρά και τα μεγάλα προβλήματά της. Κεντρικό πρόσωπο είναι ένας νεαρός που ζει με τη μητέρα του. Η επιστροφή του πατέρα από τη Γερμανία όπου μετανάστευσε εγκαταλείποντας την οικογένειά του πυροδοτεί το δράμα της ιστορίας που τελειώνει όταν ο πόλεμος αγγίζει το χωριό.

«Ο πόλεμος σε αλλάζει» λέει ο Τάνοβιτς που πολέμησε δύο χρόνια στην πρώην Γιουγκοσλαβία. «Στην αρχή νιώθεις περίεργα με το όπλο, αργότερα το συνηθίζεις και στο τέλος νιώθεις γυμνός χωρίς αυτό. Οταν παράτησα το όπλο μου ένιωθα ότι έλειπε ένα κομμάτι του εαυτού μου. Ξαφνικά ένιωσα τρωτός».

Πριν από λίγο καιρό ο Τάνοβιτς άκουσε κάποιον να λέει ότι δεν έχει την ευθύνη των εγκλημάτων που έγιναν στον πόλεμο, έχει όμως την ευθύνη της αντιμετώπισής τους. «Ετσι νιώθω κι εγώ» λέει ο σκηνοθέτης. «Ο λόγος που μπήκα στην πολιτική ήταν για να βοηθήσω να γίνουν τα πράγματα έτσι όπως πρέπει να γίνουν. Το πρόβλημα στη χώρα μου είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον ελεύθεροι διανοούμενοι. Θα πρέπει να ανήκεις σε κάποιο γκρουπ, εθνικοσοσιαλιστικό τις περισσότερες φορές, για να κάνεις κάτι στη ζωή σου. Πρέπει να υπάρξει η άλλη φωνή γιατί αν όχι, οι άνθρωποι που αυτή την εποχή μας εξουσιάζουν θα μας οδηγήσουν σε έναν νέο πόλεμο. Οταν κάποιος σου λέει ότι είσαι καλύτερος άνθρωπος επειδή είσαι Κροάτης, Σέρβος ή Βόσνιος, τότε ωθεί τους άλλους στον πόλεμο. Γι΄ αυτό και πιστεύω ότι η ταινία μου είναι μια πολιτική δήλωση. Λέω πόσο όμορφα ζούσαμε κάποτε όταν η θρησκεία και το έθνος δεν έπαιζαν ρόλο».

Ο Πάμπλο Λαρέν
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk