-1922-ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Ολα γύρω πίσσα, σκοτάδι, μέσα κι όξω

«Ολος αυτός ο κόσμος, ο χιλιάδες κόσμος, προχωρούσε προς το Κορδελιό, γιατί διαδίδονταν πως στο Κορδελιό αράζουν διάφορα βαποράκια και σώνουν τον κόσμο. Κατά το απογευματάκι φτάξαμε στο Μπαργιακλί που κι αυτό είχε εκκενωθεί από τους κατοίκους του. Οι δρόμοι και η πλατεία του χωριού με τα πλατάνια ήταν γεμάτα από κόσμο, που κάθισε να ξαποστάσει. Ο πατέρας μου βρήκε ένα ωραίο άδειο σπίτι και πήγαμε εκεί μαζί με άλλους να περάσουμε τη νύχτα. Αφού μας άφησε, βγήκε όξω να ζητιανέψει τρόφιμα· θυμούμαι που μας έφερε σατσόπιτες που του ΄δωσαν άλλοι χριστιανοί.

MAΡΤΥΡΙΑ 1- Από την περιφέρεια Σμύρνης
***
Ενα κομμένο χέρι
AΛΕΞΗΣ AΛΕΞΙΟΥ
«Ολος αυτός ο κόσμος, ο χιλιάδες κόσμος, προχωρούσε προς το Κορδελιό, γιατί διαδίδονταν πως στο Κορδελιό αράζουν διάφορα βαποράκια και σώνουν τον κόσμο. Κατά το απογευματάκι φτάξαμε στο Μπαργιακλί που κι αυτό είχε εκκενωθεί από τους κατοίκους του. Οι δρόμοι και η πλατεία του χωριού με τα πλατάνια ήταν γεμάτα από κόσμο, που κάθισε να ξαποστάσει. Ο πατέρας μου βρήκε ένα ωραίο άδειο σπίτι και πήγαμε εκεί μαζί με άλλους να περάσουμε τη νύχτα. Αφού μας άφησε, βγήκε όξω να ζητιανέψει τρόφιμα· θυμούμαι που μας έφερε σατσόπιτες που του ΄δωσαν άλλοι χριστιανοί. Φαίνεται πως κάπου βρήκαν λίγο αλεύρι, κάναν όπως- όπως λίγο ζυμάρι και το ψήσαν απάνω σε λαμαρίνα με κουκουνάρες που πέφταν από τα πεύκα. Νερά είχε τρεχούμενα. Οταν έπεσε η νύχτα, ήθελα να πάω κάπου, πριν να κοιμηθούμε. Ολα γύρω πίσσα, σκοτάδι, μέσα κι όξω. Ανάβαμε σπίρτα κι ο πατέρας μου έψαχνε να βρει το αποχωρητήριο· στο ίδιο πάτωμα που μέναμε δεν υπήρχε· βρήκαμε μια σκάλα. Ανάβει κι άλλο σπίρτο στο σκοτάδι, βρήκε το αποχωρητήριο και με φώναξε να πάω. Ξεκινώ να πάω εγώ εκεί που έβλεπα τη φλόγα του σπίρτου. Το σπίρτο έσβησε, αλλά συγχρόνως σκουντούφλησα σε κάτι μαλακό· μπάζω τις φωνές. Ο πατέρας μου άναψε κι άλλο σπίρτο και προχωρούσε προς εμένα. Στο τρεμάμενο φως του σπίρτου είδαμε με φρίκη ότι είχα σκουντουφλήσει σ΄ ένα κομμένο χέρι και λίγο πάρα κάτω είδα φευγαλέα ένα πτώμα γυναικείο. Είχε γίνει μέσα εκεί μακελειό. Ο πατέρας μού είπε να μην πω τίποτα απ΄ αυτά που είδαμε στη μητέρα».

MAΡΤΥΡΙΑ 2- Από την περιφέρεια Σμύρνης
***
Με πετρέλαια και βενζίνες
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ MΑΡΣΕΛΟΣ

Ο Χρύσανθος, ο Θεοφύλακτος και ρώσοι αξιωματικοί. Κάτω,η Σμύρνη καίγεται

«Τον Αύγουστο του 1922 ήμουν στρατιώτης στη Θράκη. Ανήμερα το Δεκαπενταύγουστο, που γίνονταν η οπισθοχώρηση της Μικρασίας, μας πήγαν στη Σμύρνη κι από ΄κει στη Μαγνησιά. Δεν προχωρούσαμε άλλο, γιατί ο στρατός είχε οπισθοχωρήσει.

Πήραμε κάτι κατάδικους και τους κατεβάσαμε στη Σμύρνη και πήγα εντωμεταξύ να δω τους γονείς μου. Εκεί με κλείσαν τα τουρκικά στρατεύματα. Δεν μπόρεσα να φύγω. Ξαναγκάστηκα και ντύθηκα πολίτης. Πήγαμε σε κάποιο γαλλικό εργοστάσιο και φυλαχτήκαμε μέχρι δέκα μέρες.

Στο διάστημα αυτό είχε αρχίσει το κακό· σκοτώναν, λεηλατούσαν, ατίμαζαν κορίτσια κτλ. Εβαλαν και τη φωτιά. Οι Γάλλοι μάς βγάλαν από το εργοστάσιο. Αναγκαστήκαμε και πήγαμε στο σπίτι μας.

Οταν μπήκαν τα τουρκικά στρατεύματα μέσα στη Σμύρνη και άρχισαν και σκοτώναν και λεηλατούσαν, στα Ταμπάχανα επαρουσιάσθη μια πυρκαγιά. Ετρεξαν οι αντλίες να την σβήσουν αλλά, δυστυχώς, αντί να τη σβήσουν την άναβαν περισσότερο· έριχναν πετρέλαια και βενζίνες.

Η φωτιά προχωρούσε. Ο κόσμος, που ήταν χωμένος μέσα στα σπίτια, εξαναγκάστηκε και βγήκε στους δρόμους και τραβήξαν όλοι στην παραλία. Στο λεγόμενο Κορδόνι συγκεντρώθηκε όλος ο πληθυσμός. Και εκεί έφταξε η φωτιά.

Από τη μια μεριά και την άλλη του δρόμου είχαν βάλει φωτιές. Οταν έφταξε η φωτιά κι εκεί, ο κόσμος προσπαθούσε να βγει όξω από την πόλη, πηγαίνοντας στην φρουρά κοντά. Οι φρουροί τούς σκοτώναν και δεν τους άφηναν να σπάσουν την ζώνη, να βγούνε όξω και να φύγουν από ΄κει.

Από την άλλη μεριά ήταν η φωτιά, δεν μπορούσαν να περάσουν, να φύγουν. Τότε όσοι ξέραν μπάνιο πέφταν στην θάλασσα. Αν τους βλέπαν οι Τούρκοι, τους σκότωναν μέσα εκεί. Εάν δεν τους βλέπαν, έφταναν στα συμμαχικά πολεμικά καράβια που ήταν αραγμένα και υποστήριζαν τους Ελληνες. Τους άφηναν και σκαρφαλώναν απάνω στα καράβια και, μόλις μπαίναν μέσα, τους ξανάριχναν στη θάλασσα! Αλλοι πνιγόντουσαν κι άλλοι έβγαιναν πάλι όξω. Οι Αγγλοι, οι Γάλλοι και Ιταλοί καθόντουσαν στα καφενεία και γλεντούσαν».

MAΡΤΥΡΙΑ 3- Από την περιφέρεια Αϊβαλίου
***
Στάμνες με χρυσές λίρες
ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΚΟΥΤΣΟΜΥΤΟΥ

Η αναζήτηση του νερού,1922

«Οταν έγινε η οπισθοχώρηση του ελληνικού στρατού από το μικρασιατικό μέτωπο, εμείς δεν ξαφνιαστήκαμε σαν κι όλο τον κόσμο. Μας το ΄γραφε ο αδερφός μου. Θέλαμε να παντρέψουμε την αδερφή μας και του ΄γραφε η μάνα μας πως λογάριαζε να της αγοράσει ένα σπίτι και του ζήταε τη γνώμη του· και αυτός της έγραφε: “Μην αποφασίζεις τίποτα μητέρα, η κατάσταση δεν είναι καλή, νομίζω ότι θα διαλυθεί το μέτωπο”.

Εννοια σου και σ΄ ένα μήνα φεύγαν η Χωροφυλακή και μας λέγαν, για να μας ξεφορτωθούνε, πως θα μας περιλάβουν Αγγλοι, τάχα πως θα ΄μαστε κάτω από άλλη προστασία. Ο στρατός, όσο κατέβαινε για τη θάλασσα, ό,τι είχε το πουλούσε- κουβέρτες, άλογα- και μπαίναν στα καΐκια και φεύγαν. Σαν είδαμε κι εμείς αυτή την κατάσταση κατεβήκαμε στο Αϊβαλί, κουβαλήσαμε τα γεννήματά μας κι όλα ό,τι είχαμε, πληρώσαμε κάρα, αγώγια.

Τελικά δεν πήραμε τίποτε· τ΄ αφήσαμε και φύγαμε.

Κι ο στρατός όλα τα εγκατάλειψε. Πουλούσε μια κουβέρτα ένα τάληρο. Κι άμα μπήκε ο τούρκικος στρατός, τα επίταξε όλα.

Μαύρισε ο τόπος από τους Τούρκους· μερμηγκιές ήταν.

Εμάς μας είχαν όλους άχτι, γιατί βοηθήσαμε πολύ την Ελλάδα στους Βαλκανικούς Πολέμους. Κι αυτό, όσο κι αν φυλαχτήκαμε, από στόμα σε στόμα έγινε γνωστό. Ετσι μας είχαν στου τουφεκιού τη μπούκα. Στέλναμε στάμνες γεμάτες χρυσές λίρες, για να ενισχύσουμε τον αγώνα και πάνω-πάνω βάζαμε λάδι.

Είπανε στο Δεσπότη μας πως έχουν εντολή να μας περάσουν από μαχαίρι και φωτιά. “Οχι, όχι” τους έλεγε ο γέροντας· “είναι μεγάλη αμαρτία”.

Κάναμε υποδοχή στους Τούρκους, κι ελπίζαμε να σώσουμε τη ζωή μας. Βάλαν κόκκινες σημαίες, φόρεσαν κόκκινα φέσια οι άντρες. Οσοι μπορούσαν και είχαν συγγενείς, τραβούσαν στα χωριά. Ερήμωσε η πολιτεία. Ενα μέρος από το στρατό που δεν μπόρεσε να φύγει το τράβηξαν οι Τούρκοι. Είχαμε χαράδρες απέραντες, λατομεία· εκεί τους βάλαν στη σειρά και τους πυροβόλησαν. Μερικοί δε χτυπήθηκαν καλά, κάναν τον πεθαμένο, σύρθηκαν στα βουνά τη νύχτα και γλύτωσαν. Αυτοί τα διηγήθηκαν. Οσοι ήμασταν στο Αϊβαλί, ήρθαν ελληνικά πλοία, μας μπάρκαραν και μας βγάλαν στη Μυτιλήνη.

Εμείς σαν φτάξαμε στην Μυτιλήνη, δε θέλαμε να μείνουμε. Πέθανε και ο πατέρας μου και πήραμε τα μάτια μας και ήρθαμε στην Παλιά Ελλάδα, στην Πάτρα. Μείναμε εκεί σε σχολείο, μετά στην Αγιαλεξώτισσα ενορία, με ενοίκιο, και το 1935 αγοράσαμε αυτό το σπιτάκι στα Προσφυγικά».

MAΡΤΥΡΙΑ 4- Από την περιφέρεια Μαγνησίας
***
Η λαχτάρα του φευγιού
ΦΙΛΙΩ ΣΕΪΤΑΝΙΔΟΥ

Ο Κιλιτσόγλου, από τη Βιθυνία, με τη σύζυγο και την κόρη του

«Σαν έγινε οπισθοχώρηση ήμουνα ίσαμε δεκαπέντε χρονώ μα δεν μπορώ να τα ξεχάσω ακόμα τα τι τράβηξα. Ολο το χωριό μας άδειασε. Αλλος μπρος, άλλος πίσω φύγανε με τα πόδια, με τα κάρα, και πήγανε στη Σμύρνη. Εγώ είχα την αδερφή της μάνας μου εκεί, στο χωριό Μπουρνόβα. Ο κόσμος χύνονταν στους δρόμους σαν το νερό, τα ΄χε χάσει. Δεν ήξερε κατά πού να πάει. Ητανε Σάββατο πρωί κι ακούσαμε κανονιές. Κι όλοι είπανε: “Αμυνα, άμυνα κρατάει ο ελληνικός στρατός!”. Πού να κρατήσει άμυνα, που γύριζαν γυμνοί και ξυπόλητοι! Λίγοι-λίγοι είχαν πάρει τις στράτες και τα βουνά.

Με το άκουσμα “άμυνα” όλοι βγήκανε έξω, οι γυναίκες με τα νυχτικά, οι άντρες με τα σώβρακα. Εμείς λογαριάζαμε να πάμε να κρυφτούμε σε μιανού Ρεΐζη το μαγαζί. Είχαμε καταλάβει την κατάσταση και ώσπου να μπαρκάρουμε για την Κρήτη, εκεί θα καταφεύγαμε. Μετά, όπως ο κόσμος έφευγε, τόσο πολύ μ΄ έπιασε η λαχτάρα του φευγιού, που ούτε γύρισα πίσω να βρω τους δικούς μου.

Μόνο παίρνω το δρόμο με τις γειτόνισσες και με τα πόδια φτάξαμε από το Μπουρνόβα στο Μπασμά-Χανέ! Εκεί είδα τα βαγκ“όνια που ήταν γεμάτα πρόσφυγες από τα χωριά. Τι να κάνω; Τι να κάνω; Χώθηκα από κάτω. Σταθμός ήταν. Εκεί άκουσα απελπιστικές φωνές: “Σφαγή, σφαγή!”. Εφυγα, πήγα στα γραφεία του σταθμού. Αν και είχα μείνει μόνη μου, δεν τα ΄χασα. Οποιος μπορούσε τρύπωνε να σωθεί. Χώθηκα σ΄ ένα γραφείο. Ηταν μέσα ένας, Ιταλός ήταν; Δεν ξέρω. Μου ΄δωσε καρέκλα κι έκατσα. Σε λίγο ακούστηκαν μουσικές. “Ελα να δεις”, μου είπε, “από το παράθυρο”. Και τι να δω; Ενα στρατό με κάτι γκρίζα σκουφάκια και συλλογίστηκα: “Αυτός ο στρατός, ο χαμένος, αυτός πήρε τη Σμύρνη από τους Ελληνες; Μη χειρότερα!”. Μοιάζαν σαν Τσέτες. Αυτοί κάναν τη σφαγή και όλες τις ατιμίες, οι Τσέτες».

MAΡΤΥΡΙΑ 5- Από την περιφέρεια Αϊδινίου
***
Σ΄ ένα υπόγειο
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ

Πάνω,η ορχήστρα της Σχολής Αρώνη (Σμύρνη). Αριστερά, ο ελληνικός στρατός παρελαύνει

«Το πλοίο δεν ήτανε ελληνικό. Νομίζω ήτανε τούρκικο. Μέσα στο πλήρωμα όλο Τούρκοι ήτανε. Πριν να μπούμε, μας έψαξαν καλά-καλά και ό,τι παρά είχαμε επάνω μας τον πήρανε. Και στη μέση του δρόμου, στη θάλασσα επάνω, πάλι ζητούσανε να τους δώσουμε παράδες. Είχαμε έναν παπά μαζί μας και τόσο πολύ τον πιέζανε να τους δώσει λεφτά που, αν δεν άνοιγε το ράσο του να δώσει κάτι κρυμμένα, τα τελευταία που είχε, θα τον πετούσανε στη θάλασσα. Στον Πειραιά, άμα φτάσαμε, δε μας αφήνανε να ξεμπαρκάρουμε. Δεν είχε μέρος, λέγανε, να πάμε. Ευτυχώς, στο λιμάνι κάτω, ήτανε ένας εξάδελφος της Μαριγής, της γυναίκας μου, ο Βασίλης ο Μπαγντάς, που είχε έρθει πρωτύτερα από μας, κι αυτός μας κατέβασε απ΄ το πλοίο και μας πήρε στο σπίτι του στο Χατζηκυριάκειο κοντά. Μείναμε εκεί σ΄ ένα υπόγειο, κανένα μήνα. Υστερα βρήκαμε άλλον πατριώτη, πάλι συγγενή της Μαριγής, Καρπάθιο την καταγωγή, που ήτανε εργολάβος στον Πειραιά και μας πήρε κι αυτός στο σπίτι του στον Πειραιά και μας είχε πέντε-έξι μήνες και κοιμόμαστε πέντε νομάτοι μέσα στην κουζίνα του.

Αυτός μ΄ έβαλε στις οικοδομές και δούλευα κι έπιασα μερικά παραδάκια, και είπα τότε να κτίσω μια παράγκα, να βάλω τους δικούς μου μέσα. Στο Χατζηκυριάκειο κοντά την έκτισα, στη γωνία που βλέπει αντίκρυ στη θάλασσα. Δεκαπέντε κάρα πέτρες κουβάλησα και μέσα σε μια μέρα έκτισα τους τέσσερις τοίχους. Με βοήθησε ένας πατριώτης. Γιαμπιώτης κι αυτός, ο Δημήτριος Μενιδιάτης.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
  • Βηματοδότης Η γιορτή της δημοκρατίας και η παραφωνία Βελόπουλου Το κεντρικό σύνθημα στη δεξίωση για την 47η επέτειο από την... ΒΗΜΑτοδότης |
Σίβυλλα
Helios Kiosk