Μια παλιά ιστορία στη Γαλλία οι Ρομά

Πολλοί σχολιαστές και ακτιβιστές αντέδρασαν με θυμό στην απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης να απελάσει εκατοντάδες Ρομά, ή Τσιγγάνους, στέλνοντάς τους πίσω στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία. Συγκρίνουν αυτές τις απελάσεις με τους διωγμούς των εβραίων από το γαλλικό καθεστώς του Βισύ κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι δύσκολο να αποφασίσουμε τι είναι πιο εξοργιστικό: οι πολιτικές που εφαρμόζει ο πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί ή οι ιστορικές αναλογίες που χρησιμοποιούν οι επικριτές του.

Πολλοί σχολιαστές και ακτιβιστές αντέδρασαν με θυμό στην απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης να απελάσει εκατοντάδες Ρομά, ή Τσιγγάνους, στέλνοντάς τους πίσω στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία. Συγκρίνουν αυτές τις απελάσεις με τους διωγμούς των εβραίων από το γαλλικό καθεστώς του Βισύ κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι δύσκολο να αποφασίσουμε τι είναι πιο εξοργιστικό: οι πολιτικές που εφαρμόζει ο πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί ή οι ιστορικές αναλογίες που χρησιμοποιούν οι επικριτές του.

Ωστόσο στην ιστορία της σύγχρονης Γαλλίας το καθεστώς του Βισύ δεν μονοπωλούσε την ξενοφοβία και τον αποκλεισμό. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα πολλές γαλλικές κυβερνήσεις έθεσαν τα νομικά θεμέλια της επίσημης πολιτικής των διακρίσεων κατά των Ρομά. Το 1912 η κυβέρνηση της Γαλλίας πέρασε μια σειρά νόμους για την καταπολέμηση, υποτίθεται, της επαιτείας. Αποκάλυψε τις αληθινές προθέσεις της όταν δημιούργησε μια ταυτότητα με στόχο τους Ρομά. Η νομοθεσία χρησιμοποιούσε τον όρο «νομάδες» και δεν τους κατονόμαζε, αλλά οι σαφείς οδηγίες που δόθηκαν στους τοπικούς αξιωματούχους ήταν βασισμένες στις φυλετικές διακρίσεις. Ακριβώς όπως συμβαίνει σήμερα με τον αντιμεταναστευτικό νόμο στην Αριζόνα των ΗΠΑ.

Οι ταυτότητες επέτρεπαν στις Αρχές να παρακολουθούν τις μετακινήσεις των Τσιγγάνων κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και σπανίως είχαν ως αποτέλεσμα τη διάλυση καταυλισμών. Αυτό άλλαξε στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Με τη μεγάλη εισροή πολιτικών και θρησκευτικών προσφύγων στη Γαλλία από την Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη η χώρα δημιούργησε νέο είδος ταυτότητας, το οποίο, όπως το έθεσε ο ιστορικός Πιερ Πιάτσα, είχε σκοπό «να οριοθετήσει πιο αυστηρά την εθνική κοινότητα και να εντοπίσει όσους δεν ανήκαν σε αυτήν».

Με ψυχρή λογική ακολούθησε η δημιουργία δεκάδων «ειδικών κέντρων»- τα οποία σύντομα έγιναν στρατόπεδα συγκέντρωσης- για τους πρόσφυγες. Την ίδια στιγμή η Γαλλία ψήφισε έναν νόμο ο οποίος επέτρεπε να αφαιρείται η γαλλική ιθαγένεια από προσφάτως πολιτογραφημένους πολίτες. Τελικά, λίγο πριν από τη ναζιστική εισβολή το καλοκαίρι του 1940, η γαλλική κυβέρνηση διέταξε τους τοπικούς αξιωματούχους να συγκεντρώσουν τους «νομάδες» σε συγκεκριμένες περιοχές. Για να δικαιολογήσει αυτήν την ενέργεια διακήρυξε: «Τα περιπλανώμενα άτομα χωρίς κατοικία, πατρίδα, ή πραγματικό επάγγελμα, συνιστούν κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια. Αυτό πρέπει να σταματήσει».

Λίγους μήνες αργότερα το καθεστώς του Βισύ βασίστηκε ακριβώς σε αυτές τις πολιτικές και πρακτικές, υπογραμμίζοντας την ανησυχητική συνέχεια μεταξύ των δημοκρατικών κυβερνήσεων και των αυταρχικών καθεστώτων στη Γαλλία. Φυσικά, η δημοκρατία δεν θα εφάρμοζε ποτέ ανοικτά ρατσιστικές πολιτικές κατά των Τσιγγάνων ή των εβραίων, όπως έκανε το Βισύ, πόσω μάλλον να συμμετέχει στη συστηματική απέλαση αυτών των εθνοτικών ομάδων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Από αυτήν την άποψη οι δημοκρατικές κυβερνήσεις και το Βισύ δεν είχαν καμία σχέση. Παρ΄ όλα αυτά η συνέχεια μεταξύ των δημοκρατικών και αυταρχικών περιόδων στη γαλλική ιστορία οδηγεί σε γενικότερη παρατήρηση, που συχνά παραγνωρίζεται: οι δημοκρατίες είναι εξίσου πιθανόν να εφαρμόσουν ξενοφοβικές και ρατσιστικές πολιτικές με τα αυταρχικά καθεστώτα.

Στοχαστές από τον Πλάτωνα ως τον Τοκβίλ έχουν θίξει τους κινδύνους που πηγάζουν από την εξουσία της πλειοψηφίας, ειδικά όταν η πλειοψηφία επηρεάζεται από τις παθιασμένες πράξεις και λόγους των λίγων. Οι Τσιγγάνοι στη σημερινή Γαλλία και στη Ρουμανία αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρ΄ ότι αυτά τα κράτη δεν εφαρμόζουν στους πληθυσμούς των Ρομά τις πολιτικές της Γαλλίας του Πετέν ή της Ρουμανίας του Τσαουσέσκου, τους εξοστρακίζουν στο περιθώριο της κοινωνίας.

Οι Ρουμάνοι αντιμετωπίζουν τις γαλλικές απελάσεις ως απόδειξη ότι η ενσωμάτωση των Ρομά σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή κοινωνία αποτελεί ουτοπία. Ετσι οι δράσεις της κυβέρνησης Σαρκοζί υπονομεύουν τις ήδη ασθενικές προσπάθειες εφαρμογής πολιτικών που αφορούν τις διακρίσεις κατά των Ρομά στη Ρουμανία.

Ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, κορυφαίο στέλεχος του ευρωπαϊκού κόμματος των Πρασίνων, αναφέρει ότι ο Σαρκοζί «πιστεύει πως οι Γάλλοι είναι ανόητοι», εφαρμόζοντας την αντι-Ρομά πολιτική του. Ισως. Αλλά πρόσφατες δημοσκοπήσεις αποκαλύπτουν ένα έθνος διχασμένο ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα και τα λόγια του Μπεντίτ σημαίνουν ότι τουλάχιστον ο μισός πληθυσμός της Γαλλίας είναι ανόητος. Πρέπει να λάβουμε υπ΄ όψιν προηγούμενες γαλλικές νομοθεσίες κατά των Τσιγγάνων, το 1912, το 1938 και το 1940, προκειμένου να καταλάβουμε ότι τέτοιου είδους ξενοφοβικές τάσεις εμφανίστηκαν όταν η Γαλλία αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο του πολέμου. Αν και σήμερα δεν αντιμετωπίζει το ίδιο ενδεχόμενο, αντιμετωπίζει άλλες κρίσεις: οικονομική αποτελμάτωση, παρηκμασμένα μητροπολιτικά κέντρα και ένα παραπαίον κράτος. Επιπλέον καλείται να απαντήσει σε περίπλοκα ερωτήματα γύρω από την εθνική ταυτότητα και την εθνική ασφάλεια μιας Ευρωπαϊκής Ενωσης ΕΕ) που επεκτείνεται. Ιδού η δυσκολία για τον Σαρκοζί και η πιθανή ευλογία για τους Ρομά: η ΕΕ, που έχει τόσο επικριθεί για το «δημοκρατικό της έλλειμμα», μπορεί τώρα να γίνει ο τελευταίος υπερασπιστής των τελευταίων απάτριδων της Ευρώπης.

Ο κ. Robert Ζaretsky είναι καθηγητής Ιστορίας στο Ηonors College, του Πανεπιστημίου του Χιούστον και μαζί με την Αlice Conklin και τη Sarah Fishman συγγραφέας του βιβλίου «Η Γαλλία και η αυτοκρατορία της από το 1870».

Η κυρία Οlivia Μiljanic διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk