Αφγανιστάν, εμπιστευτικό

Χάνουν οι ΗΠΑ τον πόλεμο στο Αφγανιστάν; Σχεδόν εννέα χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου και την επακόλουθη αμερικανοβρετανική στρατιωτική επέμβαση κατά των Ταλιμπάν, έγγραφα του Πενταγώνου αμφισβητούν την επιτυχία της πολυετούς εκστρατείας. Ο Γιάννης Μπεχράκης, πολυβραβευμένος φωτογράφος του Reuters, επέστρεψε πρόσφατα από αυτό που οι ειδικοί αποκαλούν τους «δυσκολότερους μήνες στο Αφγανιστάν». Και με εικόνες και λέξεις περιγράφει αυτό που έζησε.

Χάνουν οι ΗΠΑ τον πόλεμο στο Αφγανιστάν; Σχεδόν εννέα χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου και την επακόλουθη αμερικανοβρετανική στρατιωτική επέμβαση κατά των Ταλιμπάν, έγγραφα του Πενταγώνου αμφισβητούν την επιτυχία της πολυετούς εκστρατείας. Ο Γιάννης Μπεχράκης, πολυβραβευμένος φωτογράφος του Reuters, επέστρεψε πρόσφατα από αυτό που οι ειδικοί αποκαλούν τους «δυσκολότερους μήνες στο Αφγανιστάν». Και με εικόνες και λέξεις περιγράφει αυτό που έζησε.

Η βραχνή και με έντονη ρωσική προφορά φωνή του πιλότου ακούστηκε από τα μεγάφωνα του παλιού Boeing 707: «Παρακαλώ, δέστε τις ζώνες ασφαλείας. Σε λίγα λεπτά προσγειωνόμαστε στο αεροδρόμιο της Κανταχάρ». Το αεροπλάνο κλυδωνιζόταν καθώς πετούσε μέσα σε μια κιτρινοκόκκινη αμμοθύελλα. Ορατότητα μηδέν.

Τον περασμένο Ιανουάριο, οι φωτογράφοι του πρακτορείου Reuters έλαβαν ένα e-mail το οποίο ζητούσε εθελοντές που θα ενσωματώνονταν σε μονάδες της αμερικανικής αποστολής στο Αφγανιστάν για να καλύψουν τα γεγονότα «τους δύο πιο επικίνδυνους μήνες του χρόνου, τον Μάιο και τον Ιούνιο» ανέφερε χαρακτηριστικά. Δεν το σκέφτηκα πολύ. Μόλις είχα επιστρέψει στην Ελλάδα με την οικογένειά μου έπειτα από δύο χρόνια αποστολής στο Ισραήλ. Υστερα από αρκετά μηνύματα που αντάλλαξα με τους υπεύθυνους επικοινωνίας του αμερικανικού στρατού στο Αφγανιστάν και κάποιες γραφειοκρατικές διαδικασίες, έλαβα την έγκριση για τριών εβδομάδων «ενσωμάτωση» στο 2-508 Σύνταγμα Αλεξιπτωτιστών, τους λεγόμενους «Κόκκινους διαβόλους», μέρος της 82ης αερομεταφερόμενης μεραρχίας που είχε εγκατασταθεί στην κοιλάδα Αργκαντάμπ κοντά στην Κανταχάρ.

Εφτασα στην Αεροπορική Βάση Κανταχάρ (KAF) στις 30 Απριλίου με πτήση τσάρτερ από το Ντουμπάι. Επειτα από διήμερη παραμονή στη βάση, κατά τη διάρκεια της οποίας οι Ταλιμπάν εξαπέλυσαν τρεις επιθέσεις με πυραύλους από την περίμετρο του αεροδρομίου, πήρα το πράσινο φως για να πετάξω με ένα ελικόπτερο του αυστραλέζικου στρατού ως τη βάση των αλεξιπτωτιστών στην κοιλάδα δυτικά της Κανταχάρ, μια περιοχή που τότε θεωρούνταν η πιο επικίνδυνη στη Γη. Πετάξαμε ως 100 μ. πάνω από καταπράσινα χωράφια, την έρημο αλλά και μικρά χωριά, με ταχύτητα που έκοβε την ανάσα και συνεχείς ελιγμούς. Οι πολυβολητές γάζωναντην έρημο και τους βραχώδεις λόφους – για εκφοβισμό, όπως έλεγαν – με εκατοντάδες σφαίρες. Η πτήση διήρκεσε πάνω από δύο ώρες. Οι περισσότεροι στρατιώτες έκαναν εμετό μετά το πρώτο 15λεπτο της πτήσης. Ενας λοχίας με παρέλαβε από το ελικοδρόμιο και με οδήγησε στο κατάλυμά μου, σε μια σκηνή με άλλους δέκα στρατιώτες. Τακτοποίησα τα προσωπικά μου αντικείμενα και πήγα να συναντήσω κάποιους αξιωματικούς.

Ο ταγματάρχης Μπλακ με χαιρέτησε και μου εξήγησε σε έναν χάρτη την κατάσταση στη περιοχή: «Οι Ταλιμπάν βρίσκονται παντού. Από τη στιγμή που βγαίνεις από τη βάση πρέπει να ξέρεις ότι τίποτε δεν είναι σίγουρο. Τους τελευταίους τρεις μήνες χάσαμε 25 στρατιώτες και είχαμε περισσότερους από 100 τραυματίες… Σχεδόν κάθε ημέρα έχουμε απώλειες». Εκανε μια παύση. Με κοίταξε στα μάτια προσπαθώντας να καταλάβει πόσο με είχαν φοβίσει τα λόγια του. Τώρα θα με σύστηνε στον υπολοχαγό Μπρετ Γκίλμπερτ, τον 24χρονο υπεύθυνο της πρώτης διμοιρίας του λόχου Delta, την οποία θα ακολουθούσα σε πολεμικές ή άλλες καθημερινές επιχειρήσεις. Η καθημερινή ρουτίνα περιελάμβανε μακρινές περιπολίες με τα πόδια και κάποιες φορές εναλλασσόμενες περιπολίες με οχήματα και πεζή. Φεύγαμε από τη βάση νωρίς το πρωί για περιπολίες 5, 10 και – μερικές φορές – 15 χιλιομέτρων που διαρκούσαν από 5 ως και 11 ώρες. Η συνηθισμένη θερμοκρασία ήταν 32 ως 40 βαθμοί Κελσίου. Κουβαλούσα όλον τον απαραίτητο φωτογραφικό εξοπλισμό, νερό, στρατιωτικό κράνος και αλεξίσφαιρο γιλέκο, που ζύγιζαν πάνω από 20 κιλά. Ακολουθούσαμε διαφορετικά μονοπάτια για να αποφύγουμε πιθανές ενέδρες ή αυτοσχέδιες εκρηκτικές συσκευές. Σκαρφαλώναμε πάνω από τοίχους και διασχίζαμε ρυάκια, αρδευτικά κανάλια, βάλτους, ακόμη και το ποτάμι του Αργκαντάμπ, στην προσπάθειά μας να ακολουθούμε διαφορετικές διαδρομές. Τα κατάφερνα καλά. Γρήγορα κέρδισα τον σεβασμό των σκληροτράχηλων στρατιωτών, οι οποίοι, αν και εξαιρετικά εκπαιδευμένοι, είχαν τα μισά μου χρόνια – μερικοί μάλιστα ήταν συνομήλικοι με τον 20χρονο γιο μου.

Αργά το απόγευμα, όταν επιστρέφαμε, έτρωγα στρατιωτική ξηρά τροφή και από τη σκηνή μου, όπου είχα στήσει το γραφείο μου με το λάπτοπ, έστελνα τις φωτογραφίες του ρεπορτάζ της ημέρας στα κεντρικά του Reuters. Τελείωνα το βράδυ, καθώς συνήθως είχα προβλήματα με τη δορυφορική σύνδεση ΒGAN. Ενα βράδυ αποφάσισα να μην τους ακολουθήσω το επόμενο πρωινό, προκειμένου να ξεκουραστώ, να κάνω ένα μπάνιο και να πλύνω τα ρούχα μου. Ωστόσο ο λοχαγός Τόμας, από τη διμοιρία ανιχνευτών, ήρθε στη σκηνή μου και με ρώτησε αν θα ήμουν έτοιμος το επόμενο πρωί στις 7.00 να σκαρφαλώσω το βουνό ως το παρατηρητήριο από όπου μπορούσες να δεις την κοιλάδα και την Κανταχάρ. Ηταν ένα από τα αιτήματα που είχα θέσει στην αρχή, όμως τώρα αισθανόμουν πολύ κουρασμένος και το βουνό έμοιαζε τεράστιο και τρομακτικό. «Για σένα το κάνουμε!» είπε συνοφρυωμένος. Πώς να του έλεγα όχι;

Το επόμενο πρωί, μαζί με τέσσερις γεροδεμένους ανιχνευτές, ξεκινήσαμε την αναρρίχηση. Αφού προχωρήσαμε λίγο, ο στρατιώτης που ήταν πίσω μου, ένας μυώδης νοσοκόμος, μου είπε: «Το δύσκολο κομμάτι είναι κοντά στην κορυφή, θα αρχίσουμε να σκαρφαλώνουμε σε λίγο». «Εχετε σκοινιά και ειδικό εξοπλισμό;» ρώτησα. «Οχι, τίποτε, απλώς σκαρφαλώνουμε» απάντησε χαμογελώντας. Μία ώρα μετά, βρισκόμασταν στην κορυφή του βουνού. Οι έξι στρατιώτες-υπεύθυνοι του πόστου έκαναν δεκαήμερη εναλλασσόμενη βάρδια. Λίγο αργότερα, ένα ελικόπτερο Σινούκ αιωρήθηκε πάνω από το παρατηρητήριο και κατέβασε μερικά εφόδια. Οι φωτογραφίες ήταν δυνατές και η θέα σού έκοβε την ανάσα. Κάθε ημέρα επεφύλασσε νέες εμπειρίες, δεν είμαι σίγουρος αν θα έπρεπε να τις χαρακτηρίσω ευχάριστες ή δυσάρεστες, αν και δεν ξέρω ακριβώς τι είναι ευχάριστο στη δουλειά μου, εκτός από το να είμαι ζωντανός και να παίρνω τηλέφωνο τη γυναίκα μου και την κόρη μου κάθε βράδυ για να δηλώσω παρών.

Αρκετές φορές κινδύνευσε η ζωή μας. Ενα απόγευμα, ενώ επιστρέφαμε στη βάση, ο στρατιώτης που ήταν μπροστά μου, ένας ψηλός Νεοϋορκέζος, προσγειώθηκε ανώμαλα στο έδαφος, έπειτα από ένα άλμα πάνω από ένα αρδευτικό κανάλι, και έσπασε τον αστράγαλό του. Αναγκαστήκαμε να καλέσουμε ελικόπτερο για άμεση διακομιδή, ενώ κάπου μπροστά μας ξέσπαγε μάχη. Αργότερα, έπρεπε να περπατήσουμε μέσα από έναν βάλτο για να βρούμε τον δρόμο του γυρισμού προς τη βάση. Οταν τελικά φτάσαμε, πληροφορηθήκαμε ότι οι Ταλιμπάν είχαν κηρύξει ολοκληρωτικό πόλεμο στις δυνάμεις του ΝΑΤΟ με ανακοίνωσή τους σε website. Το ίδιο βράδυ επιτέθηκαν με όλμους στη βάση. Από τύχη δεν θρηνήσαμε θύματα. Μια άλλη ημέρα περιφρουρούσαμε έναν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό, τον οποίο είχε βρει νωρίτερα ο εθνικός αφγανικός στρατός. Επειτα από πέντε ώρες, έφτασε η ομάδα εξουδετέρωσης ναρκών. Η έκρηξη ήταν τεράστια. Οι εικόνες έμοιαζαν βγαλμένες από την ταινία «Hurt Locker».

Οι στρατιώτες της διμοιρίας μού φέρθηκαν καλά, κάποιοι μάλιστα με έψαξαν στο Διαδίκτυο προκειμένου να μάθουν για μένα και τη δουλειά μου. Ενας αμερικανός στρατιώτης ιταλικής καταγωγής μού είπε: «Αδελφέ, αν χτυπηθείς θα σου δώσω αίμα, έχουμε την ίδια ομάδα». Επειτα από περίπου τρεις εβδομάδες στην κοιλάδα του Αργκαντάμπ, μου ζητήθηκε να πάω στην Μπανγκόκ για να βοηθήσω στην κάλυψη του ρεπορτάζ σχετικά με τις διαμαρτυρίες της αντιπολίτευσης κατά της κυβέρνησης.

Πέταξα πίσω στη βάση της Κανταχάρ παρέα με δύο σορούς. Ηταν δύο στρατιώτες που είχαν σκοτωθεί σε ενέδρα νωρίς το ίδιο πρωί. Τις επόμενες ημέρες στην Μπανγκόκ έλαβα πολλά μηνύματα στο e-mail μου, όχι μόνο από τους ίδιους τους στρατιώτες, αλλά και από τους συγγενείς τους. Eνα από αυτά έγραφε: «Γεια! Ο άνδρας μου υπηρετεί στη διμοιρία που είχες ενταχθεί. Ηθελα να σε ευχαριστήσω προσωπικά για τις τελευταίες φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν στο Yahoo και στο Facebook. Σπάνια καταφέρνουμε να δούμε εικόνες των δικών μας εν δράσει, και εσύ κατάφερες όχι μόνο να τους απαθανατίσεις, αλλά και να τους προσεγγίσεις με έναν τρόπο που τους ώθησε να διηγηθούν τις ιστορίες τους. Η εκτίμηση που τρέφω για τις φωτογραφίες σου μεγάλωσε, αρχικά λόγω του θεματικού σου πλαισίου και ύστερα λόγω του προσωπικού πάθους που έχω για τη φωτογραφία. Γνωρίζω ότι υπό κανονικές συνθήκες είναι τέχνη να μπορείς να βρεις τη σωστή ισορροπία φωτισμού, γωνίας και προοπτικής. Το ότι μπορείς να το κάνεις αυτό σε μια χώρα που έχει πληγεί από τον πόλεμο και κάτω από συνθήκες έντασης σημαίνει πολλά για το ταλέντο και το πάθος σου. Αμάντα Λούις, σύζυγος του Τζεφ Λούις».

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 515, σελ. 34-39, 29/08/2010.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk