ΕΚΤ: Καταναλώστε γιατί χανόμαστε

«Η διατηρησιμότητα της ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας και της ζώνης του ευρώ θα εξαρτηθεί κυρίως από την περαιτέρω ενδυνάμωση της καταναλωτικής ζήτησης και από την ισχύ και την ευρωστία του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος» . Αυτό απεφάνθη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στη μηνιαία έκθεση που έδωσε στη δημοσιότητα, εν μέσω νέων απογοητευτικών ειδήσεων για την πορεία ανάκαμψης της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής οικονομίας. Ειδικότερα οι ευρωπαϊκές ειδήσεις αφορούν …

«Η διατηρησιμότητα της ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας και της ζώνης του ευρώ θα εξαρτηθεί κυρίως από την περαιτέρω ενδυνάμωση της καταναλωτικής ζήτησης και από την ισχύ και την ευρωστία του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος» . Αυτό απεφάνθη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στη μηνιαία έκθεση που έδωσε στη δημοσιότητα, εν μέσω νέων απογοητευτικών ειδήσεων για την πορεία ανάκαμψης της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής οικονομίας. Ειδικότερα οι ευρωπαϊκές ειδήσεις αφορούν την αναπάντεχη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής τον Ιούνιο στην ευρωζώνη και κυρίως στη Γερμανία και στη Γαλλία, εξέλιξη η οποία υποδηλώνει επιβράδυνση της διαδικασίας ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας στα τέλη του β΄ τριμήνου του έτους.

Η ΕΚΤ προειδοποίησε ότι η ανάκαμψη της οικονομίας και των εξαγωγών της ευρωζώνης, που καταγράφεται από την περασμένη χρονιά, οφείλεται εν πολλοίς στην αύξηση των διαθεσίμων των επιχειρήσεων και στα προσωρινά μέτρα τόνωσης των οικονομιών που είχαν λάβει οι κυβερνήσεις και τα οποία δεν ισχύουν πλέον. Γι΄ αυτό και η Ευρωτράπεζα θεωρεί ότι ήλθε η ώρα τη σκυτάλη της ανάπτυξης να πάρουν οι ιδιώτες, αυξάνοντας τις καταναλωτικές τους δαπάνες. Η εδρεύουσα στη Φραγκφούρτη Κεντρική Τράπεζα των 16 κρατών-μελών που μοιράζονται το ευρώ αναγνωρίζει βεβαίως ότι για να αυξήσουν τις καταναλωτικές τους δαπάνες οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να υπάρχει ρευστότητα στην αγορά. Και τη ρευστότητα βεβαίως την παρέχουν οι εμπορικές τράπεζες με τις πιστώσεις που χορηγούν στους ιδιώτες και στις επιχειρήσεις. Η ίδια η ΕΚΤ έχει εξασφαλίσει άλλωστε, όπως καταστατικώς οφείλει, τη διάθεση ρευστού στις εμπορικές τράπεζες.

Η ΕΚΤ θεωρεί λοιπόν ότι είναι πλέον η σειρά των πολιτών να πάρουν τη σκυτάλη της ανάπτυξης, αυξάνοντας τις καταναλωτικές τους δαπάνες. Ευλόγως θα αναρωτηθεί βεβαίως κανείς πώς είναι δυνατόν να αυξήσει τις δαπάνες του ο έλληνας καταναλωτής με την ακρίβεια να καλπάζει στην εγχώρια αγορά και τις αποδοχές του να μειώνονται. Διότι, ως γνωστόν, η ΕΚΤ μετέχει στην περιβόητη «τρόικα» που επιβάλλει τη μείωση των εισοδημάτων των ελλήνων μισθωτών και συνταξιούχων, άρα και την περικοπή της αγοραστικής τους δύναμης. Η απάντηση της ΕΚΤ ίσως να είναι ότι η ελληνική αγορά είναι πολύ μικρή και εν πάση περιπτώσει πρέπει να «θυσιαστεί» για την πτώση του κόστους του παραγόμενου προϊόντος και των υπηρεσιών, που θα καταστήσει την ελληνική οικονομία ανταγωνιστικότερη και δημοσιονομικώς υγιέστερη, προϋποθέσεις απαραίτητες για τη «νεκρανάσταση» της πιστοληπτικής της ικανότητας.

Πρόβλημα με την Ελλάδα λοιπόν δεν υπάρχει λόγω μεγέθους και λόγω παλαιότερων αμαρτωλών συμπεριφορών και συνηθειών της. Δημοσιονομικές εκτροπές όμως συνήθως (αλλά όχι πάντα) μικρότερης εκτάσεως από τις ελληνικές απαντώνται σε όλες τις χώρες-μέλη της ευρωζώνης, μηδεμιάς εξαιρουμένης! Γι΄ αυτό και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διαγκωνίζονται, θα έλεγε κανείς, για το ποια θα υιοθετήσει τα αυστηρότερα μέτρα λιτότητας προκειμένου να «εξορθολογήσει» τα δημοσιονομικά της μεγέθη. Και η λιτότητα, ως γνωστόν, αφορά τις δημόσιες δαπάνες αλλά και τα εισοδήματα. Παραφράζοντας όμως μια παλαιότερη ελληνική διαφήμιση, θα διεμήνυε κανείς τηλεγραφικά στην ΕΚΤ: «Δεν παίρνεις λεφτά, δεν δίνεις λεφτά». Πόσω μάλλον όταν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στην ευρωζώνη χαρακτηρίζεται από την εργασιακή άρα και την οικονομική ανασφάλεια.

Οι μεγάλες και βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες της ευρωζώνης όμως δεν στηρίζονται τόσο όσο οι μικρότερες (η Ελλάδα, ας πούμε) στην εσωτερική κατανάλωση. Στηρίζονται και στις εξαγωγές. Και αν οι διεθνείς οικονομικές εξελίξεις ήταν ενθαρρυντικές, τότε θα μπορούσαν οι κυβερνήσεις να υποθέσουν ότι θα αναλάβουν το πολιτικό κόστος των αυξημένων οικονομικών δυσκολιών των ψηφοφόρων τους λόγω αυξημένης φορολόγησης και υψηλής ανεργίας πρόσκαιρα, δηλαδή ώσπου να βελτιωθεί η δημοσιονομική τους εικόνα, βασιζόμενες στις εξαγωγές. Αλλά ούτε στις ΗΠΑ οι εξελίξεις είναι ενθαρρυντικές (μόλις χθες το υπουργείο Εργασίας ανακοίνωσε ότι την περασμένη εβδομάδα ο αριθμός των αιτουμένων για πρώτη φορά επίδομα ανεργίας έφθασε στο υψηλότερο επίπεδο του τελευταίου εξαμήνου) ούτε ακόμη και στην Κίνα (οι ιλιγγιώδεις ρυθμοί ανάπτυξης επιβραδύνονται και απομακρύνεται η ελπίδα να αναλάβει η πολυπληθέστερη χώρα στον κόσμο ρόλο «ατμομηχανής» στην παγκόσμια οικονομία).

Με την κρίση στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ να βρίσκεται στα πρόθυρα της υποτροπής και με την κινεζική οικονομική μηχανή να κατεβάζει στροφές δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει τις αγορές η καταγραφείσα χθες από τη Εurostat κάμψη της βιομηχανικής παραγωγής στην ευρωζώνη κατά 0,1% τον Ιούνιο σε σύγκριση με το Μάιο.

Οι ειδικοί οι οποίοι μετείχαν σε έρευνα της Dow Jones Νewswires όμως είχαν προβλέψει αύξηση της παραγωγής κατά 0,5%. Και το ανησυχητικότερο είναι ότι ο σχετικός δείκτης έπεσε κατά 1,6% στη Γαλλία και κατά 0,5% στη Γερμανία σε μηνιαία βάση.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk