Νέα ένεση ρευστότητας από τη Fed

Θορυβημένη από την αδυναμία της αμερικανικής οικονομίας να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και από την κάμψη του παροιμιώδους και κάποτε εμβληματικού καταναλωτικού φρονήματος των Αμερικανών, η κεντρική τράπεζα ανακοίνωσε την απόφασή της να επανεπενδύσει σε μακροπρόθεσμους τίτλους της αμερικανικής κυβέρνησης ομόλογα συνδεόμενα με στεγαστικά δάνεια τα οποία κατέχει και ωριμάζουν. Πρόκειται για πρόσθετο μέτρο τόνωσης της ρευστότητας, που υποδέχθηκε με ενθουσιασμό η Wall Street.

Θορυβημένη από την αδυναμία της αμερικανικής οικονομίας να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και από την κάμψη του παροιμιώδους και κάποτε εμβληματικού καταναλωτικού φρονήματος των Αμερικανών, η κεντρική τράπεζα ανακοίνωσε την απόφασή της να επανεπενδύσει σε μακροπρόθεσμους τίτλους της αμερικανικής κυβέρνησης ομόλογα συνδεόμενα με στεγαστικά δάνεια τα οποία κατέχει και ωριμάζουν. Πρόκειται για πρόσθετο μέτρο τόνωσης της ρευστότητας, που υποδέχθηκε με ενθουσιασμό η Wall Street. Διότι και οι δείκτες της νεοϋορκέζικης κεφαλαιαγοράς ανέκαμψαν, περιορίζοντας σημαντικά τις μεγάλες πρωινές απώλειές της και το δολάριο κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος από το έδαφος που έχανε από το πρωί έναντι του ευρώ και των άλλων νομισμάτων. Οι παγκόσμιες οικονομικές εξελίξεις το δεύτερο τρίμηνο του έτους δεν ήταν ενθαρρυντικές για την έξοδο της διεθνούς οικονομίας από την κρίση, όπως ήταν το πρώτο τρίμηνο. Τουναντίον, πολλοί είναι οι οικονομολόγοι που προειδοποιούν για το ενδεχόμενο μιας νέας διολίσθησης στην ύφεση. Προ διμήνου ο αδύναμος κρίκος της παγκόσμιας οικονομίας ήταν το ευρώ και η Ευρώπη, με επίκεντρο βεβαίως την Ελλάδα. Τώρα, χωρίς να έχει συμβεί κάτι το καταπληκτικό επί ευρωπαϊκού εδάφους πέρα από τα εύσημα της τρόικας προς την Ελλάδα, η πηγή των ανησυχιών των αγορών έχει μεταφερθεί στις ΗΠΑ και στην Κίνα. Διότι πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι κάμπτεται η αναπτυξιακή ορμή τόσο της αμερικανικής όσο και της κινεζικής οικονομίας.

Στις ΗΠΑ η μηνιαία έρευνα Βlue Chip μεταξύ σημαινόντων οικονομολόγων έδειξε ότι σε ποσοστό 70% οι ειδικοί έχουν γίνει πιο μετριοπαθείς στις προβλέψεις τους για το μέλλον της αμερικανικής οικονομίας. Συνοπτικά θα έλεγε κανείς ότι προβλέπουν επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης για πέντε λόγους: Πρώτον, επειδή «στεγνώνει» η κρατική βοήθεια προς την οικονομία. Δεύτερον, επειδή με οιονεί μηδενικά επιτόκια από τον Δεκέμβριο του 2008 η κεντρική τράπεζα δεν έχει ουσιαστικά περιθώρια τόνωσης της ρευστότητας. Τρίτον, επειδή εκτός των άλλων κατεγράφη η πρώτη κάμψη του δείκτη παραγωγικότητας από τα τέλη του 2008 (τα στοιχεία αφορούν το δεύτερο τρίμηνο του έτους). Τέταρτον, επειδή ο πληθωρισμός τείνει προς το μηδέν. Και πέμπτον (και σπουδαιότερον), επειδή είναι πλέον βεβαιωμένη και αδιαμφισβήτητη η μεγάλη κάμψη του ηθικού των αμερικανών καταναλωτών. Στην Κίνα οι ανησυχίες για την ανάπτυξη (για κάμψη των ιλιγγιωδών ρυθμών ανάπτυξης δηλαδή…) εντάθηκαν από την αύξηση του εμπορικού πλεονάσματος τον Ιούλιο στα 28,7 δισ. δολάρια, που είναι το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 μηνών. Το σημαντικό στην εξέλιξη αυτή είναι ότι η αύξηση του πλεονάσματος δεν αποδίδεται τόσο στην αύξηση των εξαγωγών όσο στην κάμψη των εισαγωγών στην Κίνα- ακριβέστερα στη μείωση του ρυθμού αύξησης των εισαγωγών. Διότι καθ΄ όλη τη διάρκεια της σοβούσης κρίσης πολλοί οικονομολόγοι υποστήριζαν ότι η ισχυρή καταναλωτική ζήτηση των Κινέζων (ως γνωστόν η κρίση πέρασε… ξώφαλτσα από την Κίνα) θα αντιστάθμιζε κατά έναν μεγάλο βαθμό την κάμψη της ζήτησης στη Δύση και θα στήριζε την προσπάθεια των δυτικών οικονομιών να βγουν από το τέλμα της ύφεσης. Φαίνεται όμως ότι η κινεζική οικονομία παραμένει κατά κύριο λόγο κρατική. Στηρίζεται, δηλαδή, στις δημόσιες επενδύσεις.

Είναι προφανές ότι ο κοινός παρονομαστής των αρνητικών εξελίξεων στις ΗΠΑ, στην Κίνα, αλλά και στην Ευρώπη, και συνολικά στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό είναι ένας: η κατανάλωση. Για διαφορετικό λόγο, σε κάθε γωνιά του πλανήτη η τροφοδοτούμενη με κάθε τρόπο (διαφημιστικό, πολιτιστικό ή άλλο) καταναλωτική βουλιμία μοιάζει να κάμπτεται. Στις ΗΠΑ λόγω της δυσκολίας της οικονομίας να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας- με ανεργία 10% και με τη στρόφιγγα των τραπεζικών πιστώσεων μισόκλειστη είναι αδύνατον να ανακάμψει το καταναλωτικό ηθικό των Αμερικανών. Κυβερνητική έρευνα που ανακοινώθηκε χθες έδειξε ότι το ποσοστό της αποταμίευσης των αμερικανικών νοικοκυριών βρίσκεται στο 6,4% του διαθεσίμου εισοδήματος, ενώ πριν από την ύφεση το ποσοστό κυμαινόταν επί σειρά ετών μεταξύ 1% και 2%.

Στην Κίνα η κάμψη της κατανάλωσης οφείλεται στις τεράστιες ανατιμήσεις των προϊόντων. Οχι τόσο των εισαγόμενων προϊόντων (το γουάν έχει άλλωστε ανατιμηθεί κατά 22% έναντι του δολαρίου από το 2005 που καταργήθηκε η σύνδεσή του με σταθερή ισοτιμία με το αμερικανικό νόμισμα), όσο των εγχωρίων και βεβαίως των υπηρεσιών. Μόλις χθες ανακοινώθηκε ότι οι τιμές των ακινήτων συνέχισαν και τον Ιούλιο να καλπάζουν με ρυθμό άνω του 10% σε ετήσια βάση. Καθώς ασιάτες καταναλωτές δεν έχουν το φρόνημα των αμερικανών (ούτε καν των άλλων Δυτικών συμπεριλαμβανομένων των Γερμανών), δεν το έχουν σε πολύ να αποφασίσουν στάση… αγορών. Στην Ευρώπη οι αναστολές των καταναλωτών εκπορεύονται από την υιοθέτηση εξ ορισμού αντιαναπτυξιακών μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης – και η Ελλάδα αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα εφαρμογής της πολιτικής αυτής.

Ωστόσο καπιταλισμός χωρίς υπερκατανάλωση (δηλαδή κατανάλωση για την κάλυψη ανύπαρκτων αναγκών) δεν νοείται. Επιστροφή στην εποχή που «τα φασούλια γέμιζαν σακούλια» προϋποθέτει επίσης επιστροφή στον κρατικό προστατευτισμό και αναβάθμιση των εθνικών κυβερνήσεων σε πρωταγωνιστές των οικονομικών και επιχειρηματικών (συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών!) εξελίξεων στις χώρες. Οσο μια τέτοια τάση δεν διαφαίνεται, τόσο πληθαίνουν οι φόβοι για μια δεύτερη βουτιά (double dip) της παγκόσμιας οικονομίας στην ύφεση. Για μια υποτροπή της κρίσης! Κάτι τέτοιο είχε γίνει, άλλωστε, και στην προηγούμενη ανάλογα σοβαρή καμπή της παγκόσμιας οικονομίας, με την οποία οι ειδικοί παραβάλλουν τη σοβούσα κατάσταση.

Οπως υπενθυμίζουν οι ειδικοί, και μετά το πατατράκ του 1929 υπήρξε μια «ανάσα» στην οικονομία. Τότε οι πρώτες αισιόδοξες προβλέψεις διαψεύστηκαν από την κρίση των τραπεζών της Κεντρικής Ευρώπης που ξεκίνησε με την πτώχευση της αυστριακής Creditanstalt στις 11 Μαΐου 1931, κορυφώθηκε δύο μήνες αργότερα με την κατάρρευση της γερμανικής Danat-Βank. «Αναλογικά βρισκόμαστε σήμερα στο 1931» έχει προειδοποιήσει ο ειδικευμένος στην Οικονομική Ιστορία καθηγητής του Χάρβαρντ Νάιαλ Φέργκιουσον. Βεβαίως, ένα νέο μακροβούτι θα επηρεάσει και τις αγορές κεφαλαίων και εμπορευμάτων πρωτίστως, και συναλλάγματος δευτερευόντως. Δημοσιεύοντας χθες ένα καταστροφικό σενάριο οι αναλυτές της Wells Fargo προέβλεψαν ότι από τους 10 βασικούς βιομηχανικούς δείκτες που συγκροτούν τον S&Ρ 500, μόνον ο δείκτης των τηλεπικοινωνιών έχει δυναμική ανόδου ακόμη και σε περίοδο υποτροπής της ύφεσης. Οι άλλοιόπως και η πραγματική οικονομία βεβαίως- θα αναμένουν στο ακουστικό τους.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk