Η διακριτική γοητεία των επαναλήψεων

Μια παρεξηγημένη και τραγική ιστορία αγάπης, το κορμί ενός θρυλικού συμβόλου του σεξ, το ηλιόλουστο Κάπρι και το σκηνοθετικό δαιμόνιο ενός τεράστιου δημιουργού είχαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας από τις ερωτικές ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Γυρισμένη στην απομονωμένη Casa Μalaparte του Κάπρι, η «Περιφρόνηση» («Le mepris», Γαλλία/ Ιταλία, 1963) του Ζαν Λυκ Γκοντάρ είναι ένα ερωτικό δοκίμιο που συγχρόνως ανιχνεύει με απολαυστικό τρόπο το παρασκήνιο του κινηματογράφου, κάτι που μόνον ο βαρόνος της γαλλικής νουβέλ βαγκ θα μπορούσε να κάνει με τόση δεξιοτεχνία.

Μια παρεξηγημένη και τραγική ιστορία αγάπης, το κορμί ενός θρυλικού συμβόλου του σεξ, το ηλιόλουστο Κάπρι και το σκηνοθετικό δαιμόνιο ενός τεράστιου δημιουργού είχαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας από τις ερωτικές ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Γυρισμένη στην απομονωμένη Casa Μalaparte του Κάπρι, η «Περιφρόνηση» («Le mepris», Γαλλία/ Ιταλία, 1963) του Ζαν Λυκ Γκοντάρ είναι ένα ερωτικό δοκίμιο που συγχρόνως ανιχνεύει με απολαυστικό τρόπο το παρασκήνιο του κινηματογράφου, κάτι που μόνον ο βαρόνος της γαλλικής νουβέλ βαγκ θα μπορούσε να κάνει με τόση δεξιοτεχνία.

Πυρήνας της ταινίας η δαιδαλώδης σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε τέσσερα πρόσωπα που εμπλέκονται στη δημιουργία μιας κινηματογραφικής παραλλαγής της «Οδύσσειας» η οποία γυρίζεται στο Κάπρι: ένας συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας ( Μισέλ Πικολί ), η γυναίκα του Καμίλ ( Μπριζίτ Μπαρντό ), ο αμερικανός παραγωγός της ταινίας ( Τζακ Πάλανς ) και ο σκηνοθέτης της (ο Αυστριακός Φριτς Λανγκ υποδύεται τον εαυτό του). Με άξονα το μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια «Το φάντασμα του μεσημεριού», ο Γκοντάρ φέρνει σε αντιπαράθεση την καθαρότητα του κινηματογράφου και του έρωτα με τη χυδαιότητα της χλιδής και τη δύναμη του χρήματος.

Το περίεργο δε είναι ότι η ιστορία της ταινίας δεν απέχει πολύ από το παρασκήνιο των γυρισμάτων της, αφού ο Γκοντάρ αντιμετώπισε πολλά προβλήματα από τον αμερικανό παραγωγό του Τζόζεφ Ε. Λιβάιν, ο οποίος επέβαλε στον σκηνοθέτη να γυρίσει την εισαγωγή της ταινίας- την περίφημη σκηνή γυμνού της Μπαρντό με τον Πικολί στο κρεβάτι. Ισως τελικά να είχε δίκιο: λάμπει πάνω στην οθόνη το στιλπνό γυμνό κορμί της Μπαρντό. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε τόσο ελκυστική.

Και μια νέα ταινία
Βασισμένη σε μυθιστόρημα της Αγκαθα Κρίστι, η ταινία «Ειδικότης μας το έγκλημα» (Γαλλία, 2008) του Πασκάλ Τομά είναι μια διασκεδαστική κομεντί μυστηρίου που παρακολουθεί τα κατορθώματα ενός ζευγαριού ( Κατρίν Φρο, Αντρέ Ντισολιέ ) το οποίο εξιχνιάζει υποθέσεις εγκλήματος. Πρόκειται για την τρίτη ταινία του Τομά από έργο της Κρίστι και τη δεύτερη με τους ΝτισολιέΦρο στους ρόλους των ερασιτεχνών ντετέκτιβ, έπειτα από το «Στα ίχνη του δολοφόνου» (2005).

Η αστική τάξη πάει στην Κόλαση

Υποβλητική σκηνή από τη «Διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας»

Μ ετά τη μεξικανική περίοδό του, ο κινηματογραφικός κύκλος του Λουίς Μπουνιουέλ έκλεισε στη Γαλλία, όπου από το 1965 ως το 1983 γύρισε τις τελευταίες ταινίες της ζωής του και της υπέρτατης κινηματογραφικής ωριμότητάς του. Με τη «Διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας» («Le charme discret de la bourgeoisie», Ισπανία/ Γαλλία/ Ιταλία, 1972), ο ισπανός καλλιτέχνης επέστρεψε δριμύτατος στις σουρεαλιστικές αρχές του: στα πλούσια προάστια του Παρισιού έξι μεγαλοαστοί (ανάμεσά τους η Στεφάν Οντράν, ο Ζαν Πιερ Κασέλ, ο Φερνάντο Ρέι και η Ντελφίν Σεϊρίγκ ) προσπαθούν εις μάτην να ολοκληρώσουν ένα γεύμα. Οι προσπάθειές τους αναστέλλονται διαρκώς επειδή παράξενες καταστάσεις, γεγονότα αληθινά αλλά και της φαντασίας παρεμβάλλονται μπροστά τους.

Η αστική παρέα φθάνει σε ένα εστιατόριο την ημέρα που έχει πεθάνει ο ιδιοκτήτης και η σορός του βρίσκεται στην κουζίνα. Ξαφνικά ανοίγει μια αυλαία θεάτρου και γίνονται δημόσιο θέαμα. Σε ένα καφέ δεν μπορούν να ζητήσουν τίποτα παρά νερό. Και πάει λέγοντας… Αδιαφορώντας για την πλοκή με την ακαδημαϊκή έννοια του όρου, ο Μπουνιουέλ εξωτερικεύει τη βαθύτατη αντιπάθειά του για την αστική τάξη, με την προσποιητή ευγένεια, τον σνομπισμό και τις ανούσιες τελετουργίες της. Οπλα του όπως πάντα το σαρκαστικό χιούμορ, η βαθιά γνώση των καταστάσεων και οι επιρροές από έργα όπως το «Χειρόγραφο της Σαραγόσα» του Γιαν Ποτόκι (όπου το ένα ονειρικό σύμπαν διαδέχεται το άλλο). Αποτέλεσμα, ένας λαβύρινθος που ξαφνιάζει, ένα πρωτογενές εγχείρημα που καθηλώνει και το οποίο ο ίδιος επανέλαβε δύο χρόνια αργότερα, στο «Φάντασμα της ελευθερίας».

Ο Γούντι και το φάντασμα του Μπόγκαρτ

Ο Γούντι Αλεν και η Ντάιαν Κίτον στο (ακόμη) απολαυστικό «Ωραίος και σέξι»

Υ πήρξε μια εποχή που ο Γούντι Αλεν ήταν κωμικός ηθοποιός. Και η δεκαετία του 1970 θεωρείται το ερμηνευτικό ζενίθ του. Σπανίως έπαιζε σε ταινίες άλλων σκηνοθετών, αλλά αν είναι να ξεχωρίσεις μία στην οποία παίζει χωρίς να την έχει σκηνοθετήσει, αυτή είναι το «Ωραίος και σέξι» («Ρlay it again Sam», ΗΠΑ, 1972) του Χέρμπερτ Ρος. Το πνεύμα του δημιουργού βρίσκεται στο φιλμ καθ΄ ότι είναι βασισμένο σε θεατρικό έργο του. Ο ίδιος υποδύεται έναν κριτικό κινηματογράφου, «κολλημένο» σινεφίλ που, αδιαφορώντας πλήρως για την προσωπική ζωή του, ζει με τις μονομανίες του, όπως η «Καζαμπλάνκα» και το είδωλό του, ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Το φάντασμα του τελευταίου τον ακολουθεί (τον υποδύεται ο Τζέρι Λέισι) και τελικά τον νουθετεί να βρει τον εαυτό του. Γλυκόπικρο χιούμορ, σινε-νοσταλγία και ένας υπερκινητικός, απολαυστικός Γούντι.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
  • Κινήσεις κρυφές Είναι πλέον αποφασισμένος να σταματήσει να... κρύβει τα πούρα του μέσα στα ροζ ρόλεϊ της Τίτι Βανίλι. ΣΙΒΥΛΛΑ |
Helios Kiosk