ΘΕΑΤΡΟ

Αυτοί και το μυστήριο

Πόση ταραχή από ένα γράμμα που θέλουμε ναστείλουμε αλλά δεν ξέρουμε τη διεύθυνση; Πόση αγωνία περιμένοντας τη μαμά να γυρίσει από μια επίσκεψη; Πόσο θυμό για κείνον τον περαστικό που διέκοψε την ονειροπόλησή μας; «Πράγματα παράξενα θα πείτε. Λάθος./ Είναι απλώς αυτά που λέμε ανεξήγητα/ ή μικρές καθημερινές θλίψεις» εξηγεί ο ποιητής. Από τη μία οι παραλογές: ιστορίες ακραίας οικογενειακής βίας και κατεστραμμένου έρωτα, όπως τις μελοποίησε η δημοτική παράδοση. Τραγούδια για μάνες …

Πόση ταραχή από ένα γράμμα που θέλουμε ναστείλουμε αλλά δεν ξέρουμε τη διεύθυνση; Πόση αγωνία περιμένοντας τη μαμά να γυρίσει από μια επίσκεψη; Πόσο θυμό για κείνον τον περαστικό που διέκοψε την ονειροπόλησή μας; «Πράγματα παράξενα θα πείτε. Λάθος./ Είναι απλώς αυτά που λέμε ανεξήγητα/ ή μικρές καθημερινές θλίψεις» εξηγεί ο ποιητής.

Από τη μία οι παραλογές: ιστορίες ακραίας οικογενειακής βίας και κατεστραμμένου έρωτα, όπως τις μελοποίησε η δημοτική παράδοση. Τραγούδια για μάνες που σκοτώνουν το παιδί τους και τηγανίζουν το συκώτι του, άνδρες που σφάζουν τη γυναίκα τους και απλώνουν τα κομμάτια στον ήλιο, αδέλφια που μαχαιρώνουν την πλανεμένη αδελφή τους και αγαπητικούς που ξεψυχούν βουτώντας στο κενό. Από την άλλη, η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη: η μελαγχολία της ύπαρξης στις πιο ανύποπτες στιγμές, όταν καθισμένος δίπλα σε μια πόρτα έρχεται ξαφνικά η συνειδητοποίηση πως τα ανθρώπινα όνειρα δεν πραγματοποιούνται ποτέ.

« Πέρασαν χρόνια/ Τα βράδια κλαίω. / Το πρωί ονειρεύομαι να αλλάξω τον κόσμο./ Το μεσημέρι κοιμάμαι λίγο »: τι κοινό μπορεί να έχει η καταγραφή «μικρών καθημερινών θλίψεων» με την έμμετρη αφήγηση άγριων δολοφονιών μεταξύ συγγενών; Πού μπορεί να συναντιέται η «εξωτερική» περιγραφή αιματοβαμμένων πράξεων με την ατέρμονη, πικρή ενδοσκόπηση ενός μοναχικού μυαλού; Ο Γιάννης Καλαβριανός κατάφερε να συνδυάσει αριστοτεχνικά τα δύο αυτά είδη που εκ πρώτης όψεως φαίνονται τόσο αταίριαστα. Οι στίχοι του Λειβαδίτη μοιάζουν να κάνουν ακριβώς αυτό: να εκφράζουν το ανείπωτο των παραλογών, όλα όσα οι ήρωες μπορεί να σκέφτονται προτού ή αφού διαπράξουν το αποτρόπαιο έγκλημά τους αλλά εμείς δεν τα μαθαίνουμε ποτέ. Οι στίχοι από το σήμερα μας βοηθούν να συνδεθούμε με το χθες και να καταλάβουμε ότι όλα τα ενώνει μια λεπτή κλωστή. «Η ζωή είναι ένα μυστήριο που δεν μπορούμε να το μοιραστούμε» λέει ο ποιητής και τι καλύτερο σχόλιο για να συνοδεύσει τη σκηνική αναπαράσταση μιας παιδοκτονίας ή μιας μητροκτονίας;

Ακόμη πιο σημαντική όμως αποδεικνύεται η εξίσωση την οποία προτάσσει ο σκηνοθέτης. Ενα φονικό τοποθετείται δίπλα στο ραγισμένο τραγούδι μιας γυναίκας που γερνάει: η μοναξιά μπορεί να έχει εξίσου ανελέητες συνέπειες με ένα έγκλημα. Αυτή η αντιπαραβολή δίνει στον φόνο διάσταση καθημερινού γεγονότος. Τον εξιχνιάζει ως μια κραυγαλέα περίσταση ανθρώπινης απελπισίας, όταν η τελευταία εκφράζεται ταυτόχρονα με δεκάδες άλλες σιωπηλές χειρονομίες που περνούν απαρατήρητες. Χωρίς να σημαίνει πως είναι λιγότερο οξείς: «Μερικές φορές, όταν ακούτε μια ωραία μουσική,/ δεν νιώθετε ότι η ζωή σας πάει χαμένη;».

Αυτή η αίσθηση των μικρών πράξεων που συνυπάρχουν με μεγάλα, εύφλεκτα συναισθήματα αποτυπώνεται επί σκηνής όχι μόνο φραστικά αλλά και μέσα από τις δράσεις των ηθοποιών που καταφεύγουν διαρκώς σε ταπεινά αντικείμενα, είτε για να παράξουν ήχους (π.χ. τρίβοντας δύο ποτήρια μεταξύ τους) είτε για να μεταδώσουν το στίγμα της ρουτίνας (τα φλούδια πατάτας στοιβάζονται στο πάτωμα, η σκόνη τινάζεται από τα πιάτα του φαγητού) που εγκλωβίζει τους ήρωες καθώς το αίμα τους βράζει. Και όλα αυτά μέσα σε ένα τεράστιο, άδειο γκαράζ με σπασμένα τζάμια, ελάχιστα έπιπλα – ένα τραπέζι, μια ραφιέρα, δυο καρέκλες- και ατμόσφαιρα σύγχρονης, βιομηχανικής εγκατάλειψης που έρχεται σε γοητευτική αντιπαράθεση με τον ζοφερό κόσμο της δημοτικής παράδοσης και των τραγουδιών της.

Οι τέσσερις παραλογές (Της σκοτωμένης,Η μάνα η φόνισσα,Τα αγαπημένα αδέλφια και η κακή γυναίκα, Η γυναίκα βοσκός) αναπαρίστανται με ορμή και ζωντάνια από τις πέντε ηθοποιούς, οι οποίες εναλλάσσονται σε ρόλους αφηγητή και δραματικών προσώπων. Το ύφος διαγράφεται λιτό, ψύχραιμο, ελαφρώς αποστασιοποιημένο, αν και συχνά η δύναμη των στίχων και των τραγουδιών που ερμηνεύονται προκαλούν την έντονη συγκίνησή μας.

Αν μεγαλύτερο πλεονέκτημα της παράστασης αποδεικνύεται η ευαισθησία της απέναντι στον ποιητικό λόγο, στα νοήματα και στους ρυθμούς του, τότε ως αδυναμία της θα εντοπίζαμε την «πιστή» σκηνική αναπαράσταση των δραματικών γεγονότων. Το εγχείρημα θα ωφελούνταν νομίζω από μια μεγαλύτερη ελευθερία στην απόδοση των παραλογών: λιγότερη κυριολεξία και περισσότερο συνειρμική, υπαινικτική διάθεση, στο πνεύμα της οποίας η σκηνή ενός αποκεφαλισμού δεν θα χρειαζόταν ούτε ένα αιχμηρό αντικείμενο για να μας κάνει να ανατριχιάσουμε.

salome@tovima.gr

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk