Οι πρόσφυγες του Μουντιάλ

Λίγα μέτρα μακριά από τα κατάμεστα γήπεδα του Γιοχάνεσμπουργκ όπου φιλοξενούνται αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου, μια εκκλησία είναι επίσης ασφυκτικά γεμάτη. Φιλοξενεί πρόσφυγες από τη γειτονική Ζιμπάμπουε οι οποίοι αναζητούν τη δική τους θέση στον ήλιο.

Λίγα μέτρα μακριά από τα κατάμεστα γήπεδα του Γιοχάνεσμπουργκ όπου φιλοξενούνται αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου, μια εκκλησία είναι επίσης ασφυκτικά γεμάτη. Φιλοξενεί πρόσφυγες από τη γειτονική Ζιμπάμπουε οι οποίοι αναζητούν τη δική τους θέση στον ήλιο.

Στο κέντρο του Γιοχάνεσμπουργκ, δίπλα στο Ανώτατο Δικαστήριο, βρίσκεται η τετραώροφη Κεντρική Εκκλησία Μεθοδιστών που από το 2005 έχει ανοίξει τις πόρτες της σε χιλιάδες μετανάστες από τη Ζιμπάμπουε, οι οποίοι κοιμούνται στους διαδρόμους, στα σκαλοπάτια, στο πάτωμα και στο ιερό. Ως σήμερα, πάνω από τρία εκατομμύρια κάτοικοι του αφρικανικού κράτους κατέφυγαν στη γειτονική Νότια Αφρική. Δεν άντεξαν την πείνα και το ολοκληρωτικό καθεστώς τού εδώ και 20 χρόνια προέδρου Μουγκάμπε. Ανάμεσά τους, χιλιάδες ασυνόδευτα παιδιά. Μετά τις εκλογές-παρωδία του 2008 στη Ζιμπάμπουε, οι μετανάστες στην εκκλησία έφθασαν τους 4.000 – τουλάχιστον οι μισοί είναι πολιτικοί πρόσφυγες.

Εφέτος ο αριθμός κατέβηκε στους 1.500, χάρη στη σκληρή δουλειά του επισκόπου Πολ Βερέν. Την ημέρα η εκκλησία είναι έρημη. «Τους παρακινούμε να βρουν δουλειά, να ανεξαρτητοποιηθούν. Είναι άνθρωποι με ικανότητες και γνώσεις. Είναι υδραυλικοί, ταπετσιέρηδες, βιβλιοθηκάριοι, δάσκαλοι, γιατροί και νοσοκόμοι, κοινωνικοί λειτουργοί, ξυλουργοί» μου λέει ο επίσκοπος. Μια γυναίκα προσέχει τα παιδιά των υπολοίπων που πηγαίνουν να δουλέψουν. Η 40χρονη Τζέσα Λίο Ζατσιμίρ θηλάζει τον πεντάμηνο Τζο: «Αφησα την οικογένειά μου και ήρθα εδώ εννέα μηνών έγκυος, για να γεννήσω. Στο νοσοκομείο της Ζιμπάμπουε μου ζήτησαν να αγοράσω ιατρικά εργαλεία, να πληρώσω για την είσοδό μου και να δώσω επιπλέον 150 δολάρια για φυσιολογικό τοκετό ή 500 για καισαρική» διαμαρτύρεται. Ο μισθός στη χώρα της, για όσους έχουν εργασία, είναι λιγότερο από 100 δολάρια.

Φήμες για παιδική εκμετάλλευση διαδίδονταν ως τη στιγμή που ιδρύθηκαν ένα σχολείο και ένα σπιτικό για τα παιδιά. Το σχολείο της διπλανής οδού Αλμπερτ έχει 570 μαθητές. «Στη Ζιμπάμπουε δεν λειτουργούν τα σχολεία» λέει ο διευθυντής Αλφα Ζου, ο οποίος μέχρι πρότινος κοιμόταν σε μια γωνιά της εκκλησίας. «Το σχολείο είναι το τέλειο παράδειγμα για το τι μπορούμε να καταφέρουμε. Η μεγαλύτερη βοήθεια, βλέπετε, έρχεται από τους ίδιους τους φτωχούς. Οι ίδιοι οι πρόσφυγες διδάσκουν σχεδόν εθελοντικά. Από αυτά τα παιδιά, που μαθαίνουν την αξιοπρέπεια, τη συμπόνια και τον ανθρωπισμό, θα αναδειχθεί ο ηγέτης ή η ηγέτιδα που θα πάρει τις σωστές αποφάσεις. Υπηρέτες χρειαζόμαστε στην ηγεσία, όχι αφεντικά» υποστηρίζει ο επίσκοπος. Σε ένα ξύλινο καλύβι του προαυλίου στεγάζεται ο παιδικός σταθμός. Τα πρωτάκια χρησιμοποιούν ως θρανίο τη μοκέτα, η έκτη δημοτικού κάνει μάθημα στο παρεκκλήσι και τα γυμνασιόπαιδα στον χώρο προσευχής. Κάτω από αυτές τις καθόλου ιδανικές συνθήκες η επιτυχία του σχολείου στις εξετάσεις ξεπερνά το 65%, ποσοστό υψηλότερο από αυτό των κρατικών σχολείων, ενώ τα έπαθλα στον αθλητισμό, στην πληροφορική και στο θέατρο γεμίζουν τα ράφια στο γραφείο των καθηγητών.

Εκατόν τριάντα παιδιά που ήρθαν ασυνόδευτα φιλοξενούνται 20 χιλιόμετρα μακριά, στο Κέντρο Τζαμπάβου του Σοβέτο. Το πρωί ξυπνούν στις 04.00 για να προλάβουν το πρώτο τρένο για το Γιοχάνεσμπουργκ και έπειτα περπατούν μισή ώρα ώσπου να φτάσουν στο σχολείο. Κοινωνικοί λειτουργοί εργάζονται εθελοντικά στη φροντίδα, στη μελέτη και στην ψυχολογική τους υποστήριξη. «Το μεγαλύτερο πρόβλημά μου είναι να εξασφαλίσω φαγητό κάθε ημέρα για τα παιδιά» λέει ο επίσκοπος που κάθε απόγευμα κάνει εξορμήσεις για την ανεύρεση τροφής από άλλες εκκλησίες, ΜΚΟ και κάποιες εταιρείες. «Το ρεύμα είναι ένα τεράστιο έξοδο που πληρώνει η χριστιανική οργάνωση πρόνοιας WorldVision. Το τραγικό είναι ότι η χώρα μου ήταν ανέκαθεν φιλόξενη απέναντι στους μετανάστες. Πόσοι λευκοί, αποτυχημένοι στη χώρα τους, δεν έρχονται ακόμη και σήμερα με ελάχιστα μέσα και στήνουν μια επιχείρηση, εκμεταλλευόμενοι το πάμφθηνο εργατικό δυναμικό; Ο πλούσιος όμως, το βράδυ που αγκαλιάζει το μαλακό μαξιλάρι του, ξεχνά τον φτωχό» λέει με πικρία.

Σε αντίθεση με το Γιοχάνεσμπουργκ, όπου η ζωή των πλουσίων είναι θωρακισμένη πίσω από τσιμεντένιους φράχτες ύψους εννέα μέτρων με ηλεκτροφόρα καλώδια, στο Σοβέτο οι κατοικίες είναι χαμηλές και ορθάνοιχτες. Προσπερνώ τη Βιλακάζι Στριτ, τον μοναδικό δρόμο στον κόσμο όπου κατοίκησαν δύο νομπελίστες – ο Νέλσον Μαντέλα και ο αιδεσιμότατος Ντέσμον Τούτου. Κόσμος συχνάζει στα σαμπίνς, τα κάποτε παράνομα μα σήμερα «τρέντι» καφενεία. Στην αυλή του Κέντρου Τζαμπάβου, κάτω από τον μενεξεδή ουρανό, τα παιδιά τσουλάνε μια σαμπρέλα, το κλασικό παιχνίδι των φτωχόπαιδων. Τα μεγαλύτερα μελετούν στο αμφιθέατρο. Οταν σερβίρεται το παραδοσιακό φαγητό από μπομπότα, πιάνουν σειρά και τρώνε μαζί κατάχαμα. Μετά, συνωστίζονται στη βιβλιοθήκη των 15 τετραγωνικών και διαβάζουν επί τόπου γεωγραφία, κόμικς, μυθολογία. Σερφάρουν στο Διαδίκτυο μέσα από τον μοναδικό υπολογιστή, στέλνοντας μηνύματα μέσω e-mail όπου μπορούν. Στην τηλεόραση παρακολουθούν θλιμμένα τον πρόεδρό τους, τον οποίο προβάλλει συνέχεια το κανάλι της Ζιμπάμπουε. Την ημέρα των γενεθλίων του, ο 12χρονος Γκόντο Ντινεβίμπο μπήκε μόνος του στο τρένο γεμάτος απόγνωση: «Αναζητούσα ένα νόημα στη ζωή μου» θα μου πει. «Εχασα τους γονείς μου, η θεία μου εξαφανίστηκε και ο μικρός αδελφός μου ζει στο Κέιπ Τάουν. Ονειρεύομαι να οδηγήσω ένα λεωφορείο σε όλη την Αφρική, γεμάτο επιβάτες».

Επιστρέφω στην εκκλησία και συναντώ τον οκτάχρονο Νκομπάνι. Σώθηκε από την εμπρηστική επίθεση που έκαψε το σπίτι του και τους αντιφρονούντες γονείς του. Η θεία του τον έφερε στους γιατρούς του Γιοχάνεσμπουργκ. Μέσα από τα εγκαύματα αστράφτει το χαμόγελό του όταν κοιτάζει με θαυμασμό τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα που έχουν στήσει ανοιχτή κλινική στο ισόγειο της εκκλησίας. Οταν πέσει η νύχτα, οι «ένοικοι» της εκκλησίας επιστρέφουν, κάποιοι από μικροδουλειές, κάποιοι από τις άκαρπες προσπάθειες να βρουν μια δουλειά. Μες στο σκοτάδι των τεσσάρων ορόφων, σκοντάφτω πάνω σε σώματα κοιμισμένα. Τα χνώτα θαμπώνουν τα εκκλησιαστικά βιτρό. Μόνο στο ιερό έχει ακόμη φως, στον «κοιτώνα» των γυναικών. Μωρά κλαψουρίζουν, γυναικείοι καβγάδες, κουτσομπολιά, κουβέντες, γέλια, τραγούδια. Μυρωδιές από ξεθυμασμένα μανό και κολόνιες…

Στους πολιτικούς δεν αρέσει η εικόνα των αστέγων. Ούτε η εικόνα του συνωστισμού που προκαλεί τρεις φορές την εβδομάδα το συσσίτιο της ΜΚΟ «Αλληλεγγύη, Ειρήνη, Εμπιστοσύνη». Η εκκλησία ζητεί από τον Βερέν να «ηρεμήσει», η αστυνομία πέρυσι έκανε δύο εφόδους και πραγματοποίησε εκατοντάδες συλλήψεις, ενώ υπάρχουν φόβοι για διωγμό αμέσως μετά το τέλος του Μουντιάλ. Ρωτώ τον νεαρό δικηγόρο Τζέισον Μπρίκγουολ πώς αντιμετωπίζουν την αστυνομία: «Τα δημοσιεύματα βοηθούν και σκοπεύουμε να καταργήσουμε τον νόμο που θεωρεί αδίκημα το να περιφέρεσαι στον δρόμο (loitering)» μου απαντά. Ο Μπρίκγουολ είναι ένας από τους 67 εργαζομένους στο Νομικό Κέντρο Προσφύγων, το δικηγορικό γραφείο που αναλαμβάνει χωρίς αμοιβή υποθέσεις καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χρηματοδοτούμενο από διεθνή ιδρύματα. Ψυχή του γραφείου είναι ο 82χρονος Γιώργος Μπίζος, δικηγόρος του Νέλσον Μαντέλα: «Είχα να πάω 25 χρόνια στο Πρωτοδικείο. Το 2009 συνέλαβαν 340 μετανάστες στην εκκλησία επειδή ήταν παράνομοι. Τους φυλάκισαν για εννέα μήνες. Μάζεψα 16 νέους δικηγόρους για τους 340 κατηγορούμενους και πήγαμε στο Πρωτοδικείο, στις 2.00 το μεσημέρι. Διάλεξα μια μορφωμένη γυναίκα. Περιέγραψε τον Γολγοθά της έξω από το ΥΠΕΞ που βρίσκεται στην πρωτεύουσα Πρετόρια, 40 χιλιόμετρα από το κέντρο του Γιοχάνεσμπουργκ. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου την άφησε ελεύθερη. Ηταν 3.45 μ.μ. και του είπα ότι έχουμε άλλες 339 υποθέσεις, ενώ το 48ωρο που είχαν δικαίωμα να τους κρατήσουν εξέπνεε σε ένα τέταρτο. Τους άφησε όλους ελεύθερους».

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 505, σελ. 62-66, 20/06/2010.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk