Το πράσινο του κυρίου Υλό

Ο Νικολά Υλό έχει ένα όραμα για το μέλλον του πλανήτη και φροντίζει να το διαδίδει με τα λόγια και τα έργα του. Ο διάσημος γάλλος οικολόγος, ο οποίος εισήγαγε στην πολιτική ατζέντα της Γαλλίας τη σημασία του περιβάλλοντος, ζητάει ένα νέο κοινωνικό σύστημα που δεν θα έχει ιδεολογικό πρωτόκολλο. «Θα βασίζεται στην αλληλεγγύη, στον ρεαλισμό και στον ανθρωπισμό. Εναν ανθρωπισμό που θα περιλαμβάνει την ανθρωπότητα του σήμερα και του αύριο».

Ο Νικολά Υλό έχει ένα όραμα για το μέλλον του πλανήτη και φροντίζει να το διαδίδει με τα λόγια και τα έργα του. Ο διάσημος γάλλος οικολόγος, ο οποίος εισήγαγε στην πολιτική ατζέντα της Γαλλίας τη σημασία του περιβάλλοντος, ζητάει ένα νέο κοινωνικό σύστημα που δεν θα έχει ιδεολογικό πρωτόκολλο. «Θα βασίζεται στην αλληλεγγύη, στον ρεαλισμό και στον ανθρωπισμό. Εναν ανθρωπισμό που θα περιλαμβάνει την ανθρωπότητα του σήμερα και του αύριο».

Παρίσι. Ιδρυμα Νικολά Υλό.

Ενα περιβαλλοντικό ίδρυμα που ιδρύθηκε το 1990 από τον δημοφιλή γάλλο ακτιβιστή της οικολογίας, ο οποίος επηρέασε με τις ιδέες και τις δράσεις του την τελευταία προεκλογική εκστρατεία για τη γαλλική προεδρία, αλλά και γενικότερα τη γαλλική πολιτική σε θέματα περιβάλλοντος. Ο κύριος Υλό έρχεται στο ραντεβού μας ευδιάθετος, πρόθυμος να μιλήσει όχι μόνο για το ίδρυμά του, αλλά και για τις χώρες του Βορρά και του Νότου, για τον επείγοντα χαρακτήρα των περιβαλλοντικών φαινομένων, για τον αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα και τον Γάλλο Νικολά Σαρκοζί, για τη σχέση οικονομίας και οικολογίας, για την «επιλεκτική θετική και αρνητική ανάπτυξη» και για τη νέα κοινωνία της «ευτυχισμένης απλότητας».

Νικολά Υλό, εφέτος το ίδρυμά σας συμπληρώνει 20 χρόνια λειτουργίας. Ποιος είναι ο απολογισμός σας;
«Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα χρειαζόταν τόσος καιρός για να ευαισθητοποιηθεί η κοινωνία σε θέματα περιβάλλοντος. Λέγεται ότι για να αλλάξει η κοινωνία πρέπει οι άνθρωποι να επιθυμούν να αλλάξουν, αλλά για να θελήσουν να αλλάξουν πρέπει να τους πείσεις ότι η αλλαγή είναι αναγκαία και αναπόφευκτη. Και αυτό παίρνει πολύ περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Νομίζουμε ότι, όπως πειστήκαμε εμείς, θα πειστούν και οι άλλοι, και ότι τα ίδια επιχειρήματα που έπεισαν εμάς θα πείσουν και τους άλλους. Αποδεικνύεται όμως ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι, διότι οι άνθρωποι έχουν άλλες έννοιες, άλλες προτεραιότητες. Συνολικά, όμως, μπορούμε να πούμε πως ό,τι επιτύχαμε ως σήμερα ήταν πολύ χρήσιμο και ότι από εδώ και πέρα πρέπει να προχωρήσουμε πολύ πιο γρήγορα και να πάμε πολύ πιο μακριά».

Πώς ξεκίνησε αυτή η περιπέτεια;
«Πριν από 20-25 χρόνια είχα αντιληφθεί ότι διάφορα οικοσυστήματα κινδυνεύουν να καταστραφούν, ότι πολλά είδη απειλούνται με εξαφάνιση και ότι η μόλυνση του περιβάλλοντος παίρνει ιδιαίτερα μεγάλες διαστάσεις. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ωστόσο την ταχύτητα και τη μη αναστρεψιμότητα ορισμένων από αυτά και, κυρίως, το γεγονός ότι τα στοιχεία αυτά ήταν αλληλένδετα και έθεταν σε κίνδυνο το μέλλον της ανθρωπότητας. Επιπλέον, είχα εμπιστοσύνη στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος θα διαχειριζόταν τα περιβαλλοντικά προβλήματα. Πίστευα ότι η πρόοδος είναι μια συνεχής εξελικτική διαδικασία και ότι αρκεί να περιμένουμε για να φέρει ο χρόνος τις λύσεις. Στα πολυάριθμα ταξίδια που έκανα ως δημοσιογράφος, φωτογράφος και παραγωγός ντοκυμαντέρ, ανακάλυψα ένα πρόσωπο του κόσμου διαφορετικό από αυτό που ως δυτικός θεωρούσα ότι ήξερα. Είδα την ταχύτητα με την οποία άλλαζαν τα τοπία, τον ρυθμό με τον οποίο άδειαζαν οι ωκεανοί. Ο,τι ήταν για τους άλλους ένας αριθμός, μία έκθεση ή μία έννοια αφηρημένη, για μένα ήταν ορατή πραγματικότητα».

Ετσι αποφασίσατε να δημιουργήσετε ένα ίδρυμα που ασχολείται με τα θέματα αυτά…
«Ναι, κάποια στιγμή κατάλαβα ότι έπρεπε να δράσουμε πιο οργανωμένα για να καταλάβει ο κόσμος ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που αφορά ολόκληρο τον πλανήτη. Στην αρχή λοιπόν έκανα ένα ίδρυμα που είχε καθαρά παιδαγωγικούς στόχους και απευθυνόταν ιδιαίτερα στους νέους. Στην πορεία όμως αποδείχθηκε ότι αυτός ο τρόπος προσέγγισης ήταν μεν πολύ σημαντικός, αλλά εντελώς ανεπαρκής. Διότι καλό είναι να διαπαιδαγωγείς τους ανθρώπους ώστε να υιοθετήσουν συνήθειες φιλικές προς το περιβάλλον, αλλά πρέπει επίσης να αναλύσεις ολόκληρο το υπάρχον σύστημα και να πείσεις όλους τους κοινωνικούς φορείς να σε ακολουθήσουν. Οπότε, σιγά σιγά, το ίδρυμα διεύρυνε σημαντικά το πεδίο δράσης του, ευαισθητοποιώντας όλους τους κοινωνικούς φορείς, από τους εργαζομένους, τα συνδικαλιστικά κινήματα και τους πολίτες ως τους επιστήμονες, τους πολιτικούς και τους οικονομικούς παράγοντες. Στην αρχή, μας αντιμετώπιζαν με συμπάθεια, διότι ήμουν αρκετά δημοφιλής, αλλά δεν μας έπαιρναν πολύ στα σοβαρά. Από τη στιγμή όμως που εισχωρήσαμε στην καρδιά του προβλήματος, αρχίσαμε μοιραία να ασχολούμαστε με την οικονομία και την πολιτική και τότε άρχισαν να μας αντιμετωπίζουν πιο σοβαρά».

Ποια στιγμή αισθανθήκατε ότι η επιρροή σας στην κοινωνία ήταν υπολογίσιμη;
«Η πρώτη φορά ήταν πριν από έξι χρόνια με την “Πρόκληση για τον πλανήτη”, την εθνική εκστρατεία μας που είχε στόχο την κινητοποίηση των πολιτών. Μέσα σε λίγες ημέρες είχαμε τη στήριξη δεκάδων χιλιάδων πολιτών που έγιναν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες μέσα σε λίγες εβδομάδες. Αυτή η εκστρατεία ήταν το επιστέγασμα της δουλειάς που είχαμε κάνει τα προηγούμενα χρόνια. Τότε καταλάβαμε ότι είχαμε δημιουργήσει κάτι συγκεκριμένο και ουσιώδες. Αυτό μας έδωσε φτερά, γιατί από τη στιγμή που είχαμε τη στήριξη εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών, μπορούσαμε πια να στραφούμε στους πολιτικούς και να τους πούμε ότι τώρα μπορούν και αυτοί να πάρουν τα κατάλληλα μέτρα για την αλλαγή της κοινωνίας. Ετσι, λίγα χρόνια αργότερα, καταστρώσαμε το “Οικολογικό σύμφωνο” που απευθυνόταν στους πολιτικούς και είχε τη στήριξη 800.000 πολιτών. Επρόκειτο για κάτι πρωτοφανές. Τότε άρχισαν τα πράγματα να γίνονται πιο συγκεκριμένα και μας έδωσαν τη δυνατότητα να προσδιορίσουμε ποσοτικά την αποτελεσματικότητα των δράσεών μας. Το “Οικολογικό σύμφωνο” ήταν ο προπομπός των Περιβαλλοντικών Γκρενέλ 1 και 2 (σ.σ.: δημόσιες διαβουλεύσεις για το περιβάλλον που άρχισε στη Γαλλία το 2007)της κυβέρνησης Σαρκοζί και συνέβαλε στην απελευθέρωση και στην αναγνώριση των οικολογικών φορέων που ήταν ως τότε στο περιθώριο».

Χρειάστηκαν δηλαδή γύρω στα 15 χρόνια από τη γέννηση του ιδρύματος για να γίνει η αρχή της συνειδητοποίησης του προβλήματος από μέρους της κοινωνίας…
«Γι’ αυτό σας λέω ότι αυτές οι διαδικασίες παίρνουν χρόνο. Στις αστικοποιημένες κοινωνίες μας, τα ζητήματα αυτά αποτελούν αφηρημένες έννοιες. Αυτός που ζει στο Παρίσι δεν καταλαβαίνει τι σημαίνουν οι όροι φυσικοί πόροι, βιοποικιλότητα ή κλιματική αλλαγή. Χρειάζεται πολλή προσπάθεια και δουλειά για να τον κάνεις να το καταλάβει. Πέρα από τους πολίτες όμως, έπρεπε να συσπειρώσουμε την επιστημονική κοινότητα, η οποία στην αρχή δεν συμφωνούσε, αλλά και τον πολιτικό κόσμο που θεωρούσε ότι, αφού οι Πράσινοι ασχολούνταν με την οικολογία, τα περιβαλλοντικά θέματα δεν τους αφορούσαν. Επρεπε λοιπόν να καταφέρουμε να αποκομματικοποιήσουμε την οικολογία και να της δώσουμε μια ευρύτερη πολιτική διάσταση. Αυτό το καταφέραμε με το “Οικολογικό Σύμφωνο” και τελικά η δεξιά κυβέρνηση του Σαρκοζί εφάρμοσε το Γκρενέλ, ενώ ως τότε η οικολογία ανήκε στα θέματα που απασχολούσαν μόνο την Αριστερά. Και ενώ ως τότε η Γαλλία ήταν από τις τελευταίες χώρες που επικύρωναν τις αποφάσεις της Ευρώπης σε θέματα περιβάλλοντος, τώρα είναι πρώτη στα θέματα αυτά. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι ηγείται της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής πολιτικής. Πρέπει όλοι να καταλάβουμε ότι είναι ανάγκη να αντιμετωπίσουμε τα περιβαλλοντικά φαινόμενα επειγόντως, διότι αλληλοεπηρεάζονται και λειτουργούν αθροιστικά, όπως όλες οι κρίσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Για παράδειγμα, η μείωση της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων προσθέτει φτώχεια στην ήδη υπάρχουσα. Η σημερινή οικονομική κρίση δυσκολεύει την εφαρμογή των μέτρων για την επιβράδυνση της κλιματικής αλλαγής. Η κρίση των φυσικών πόρων θα προκαλέσει πιθανόν αναζωπύρωση της οικονομικής κρίσης, διότι όταν τα μεταλλευτικά αποθέματα θα έχουν εξαντληθεί, δεν θα έχουμε πια βιομηχανία. Και τι θα συμβεί τότε σε οικονομικό επίπεδο; Ολα είναι αλληλένδετα».

Αναφέρεστε στη σχέση οικονομίας και οικολογίας. Θα λέγατε ότι η οικολογία είναι κυρίως ευθύνη των ανεπτυγμένων χωρών και λιγότερο των υπολοίπων;
«Σε επίπεδο ιστορικής ευθύνης, ναι, αφού οι ανεπτυγμένες χώρες οδήγησαν τον πλανήτη σε αυτήν την κρίσιμη κατάσταση, μέσα από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και τη συμβολή στην επιδείνωση του φαινομένου του θερμοκηπίου. Από αυτήν την άποψη, η ευθύνη των ανεπτυγμένων χωρών είναι πολύ πιο μεγάλη. Σε ηθικό επίπεδο, όμως, η ευθύνη είναι μοιρασμένη, γιατί αν χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία ή χώρες της Λατινικής Αμερικής αγνοήσουν τα φαινόμενα αυτά και αναπαραγάγουν τα δικά μας λάθη, θα συμβάλουν στην επιδείνωσή τους και οι πολίτες τους θα υποστούν επίσης τις συνέπειες. Οπότε, η ευθύνη της δράσης είναι σήμερα κοινή, προσαρμοσμένη, βέβαια, στα παραγωγικά μέσα κάθε κράτους. Η Κίνα, για παράδειγμα, επέβαλε φόρο διοξειδίου του άνθρακα, πράγμα που δείχνει ότι έχει συνείδηση της ευθύνης της».

Υπάρχουν όμως και χώρες που δεν έχουν απολύτως καμία ευθύνη και είναι καταδικασμένες να υφίστανται την παρούσα κατάσταση…
«Πράγματι, υπάρχουν χώρες που τιμωρούνται διπλά, αφού στερούνται εξαιτίας μας τους φυσικούς πόρους τους και υφίστανται τις συνέπειες της δικής μας ανάπτυξης. Οταν ευρωπαϊκά ή κορεατικά αλιευτικά “αδειάζουν” το πέλαγος του Ντακάρ, οι ψαράδες της χώρας δεν έχουν να φάνε. Για τον λόγο αυτόν, οι ανεπτυγμένες και οι αναπτυσσόμενες χώρες έχουν την ευθύνη να βοηθήσουν τα γύρω κράτη να αναπτυχθούν, σύμφωνα όμως με ένα μοντέλο διαφορετικό από το δικό μας. Ενα μοντέλο το οποίο εμείς πρέπει να εφαρμόσουμε πρώτα στις χώρες μας και μετά να τις βοηθήσουμε να το εφαρμόσουν και αυτές. Αλλωστε, ίσως το μόνο θετικό αποτέλεσμα της Συνόδου της Κοπεγχάγης ήταν η απόφαση να διατεθούν κονδύλια που θα διευρύνουν και θα επιταχύνουν τη συνεργασία και την ανάπτυξη σε διεθνές επίπεδο».

Οσον αφορά άλλους τομείς, η Σύνοδος της Κοπεγχάγης δεν είχε θετικά αποτελέσματα;
«Η Κοπεγχάγη ήταν κατ’ αρχάς απογοητευτική, διότι, ενώ ήταν μια τόσο σημαντική σύνοδος που προετοιμαζόταν δύο ολόκληρα χρόνια, έδωσε τελικά μια εικόνα αυτοσχεδιασμού και προχειρότητας. Ενώ υπήρχαν πολύ συγκεκριμένες προτάσεις, τα κράτη συμπεριφέρθηκαν όπως στις κοινές διεθνείς διαπραγματεύσεις, όπου κάθε χώρα προσπαθεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της και να κάνει όσο το δυνατόν λιγότερες παραχωρήσεις. Η Κοπεγχάγη όμως δεν ήταν μια απλή συνάντηση κρατών, ήταν η συνάντηση της ανθρωπότητας. Αυτό αποδεικνύει ότι πολιτισμικά δεν έχουμε ακόμη δώσει την πρέπουσα σημασία στα ζητήματα αυτά. Ακόμη και ο Ομπάμα με απογοήτευσε, γιατί έφτασε στην Κοπεγχάγη με τα χέρια στις τσέπες. Ξέρω ότι είχε να αντιμετωπίσει τη μεταρρύθμιση του συστήματος Υγείας και ότι είχε τις λεγόμενες ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, αλλά έπρεπε να προχωρήσει σε μια ισχυρή δέσμευση για το περιβάλλον. Η ιστορία θα τον δικαίωνε. Η στάση του όμως τον απομυθοποίησε στα μάτια μου. Η Κοπεγχάγη ήταν χάσιμο χρόνου. Χάσαμε μια ιστορική ευκαιρία να λύσουμε τουλάχιστον δύο βασικά ζητήματα: να αποφασίσουμε ότι ως το 2050 πρέπει να μειώσουμε στο μισό την έκλυση αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου και να μειώσουμε τη φτώχεια. Διότι τα μέσα για να αντιμετωπιστεί η αλλαγή των κλιματικών συνθηκών στις χώρες του Νότου είναι τα ίδια που θα επιτρέψουν τη δημιουργία μιας νέας οικονομίας και την ανάπτυξη δράσεων κατά της φτώχειας. Ως σήμερα, προτείναμε στις χώρες που διέθεταν μεγάλες δασικές εκτάσεις να κοπούν τα δέντρα, διότι αυτό αποφέρει χρήματα. Ωστόσο, τώρα που διαπιστώνουμε ότι τα δάση είναι απαραίτητα για την αποθήκευση του διοξειδίου του άνθρακα, τους ζητάμε το αντίθετο, διότι μας εξυπηρετεί οικολογικά. Θα μπορούσαμε λοιπόν να τους πληρώνουμε για να διατηρούν τα δάση τους ή, ακόμη, για να κάνουν αναδάσωση. Να ένα παράδειγμα που θα μπορούσε να δημιουργήσει οικονομικές και οικολογικές γέφυρες ανάμεσα στον Βορρά και στον Νότο. Χάσαμε λοιπόν αυτήν την ευκαιρία, αλλά όχι για πάντα. Για να μη λέμε μόνο τα αρνητικά όμως, στην Κοπεγχάγη αποφασίστηκε, όπως σας είπα, να διατεθούν άμεσα μεγάλα κονδύλια στις χώρες του Νότου, τα λεγόμενα “faststart”. Το άλλο θετικό ήταν ότι η διάγνωση της κατάστασης έγινε αποδεκτή από όλους. Αν δεν υπάρχει ομοφωνία όσον αφορά τη διάγνωση του προβλήματος, δεν μπορεί να γίνει τίποτε».

Οπότε, πέρα από τη σχέση οικονομίας και οικολογίας, στόχος πρέπει να είναι η υιοθέτηση κοινής πολιτισμικής συνείδησης.
«Το τρομερό με όλες αυτές τις κρίσεις είναι ότι τα μέσα υπάρχουν, αλλά αρνούμαστε να τα χρησιμοποιήσουμε για την αντιμετώπισή τους. Οταν πρόκειται για τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος, βρίσκουμε χρήματα, πραγματικά ή εικονικά. Οταν πρόκειται για τη διάσωση του πλανήτη και της ανθρωπότητας, περιέργως δεν βρίσκουμε, πράγμα που αποδεικνύει ότι το φιλελεύθερο χρηματοοικονομικό σύστημα μέσα στο οποίο ζούμε δεν λειτουργεί σωστά. Πρέπει να το αναθεωρήσουμε, ώστε να πετύχουμε την απαραίτητη αλληλεγγύη ανάμεσα στο σύνολο των ζωντανών οργανισμών, αλληλεγγύη στον χώρο και στον χρόνο. Το πρόβλημα δεν είναι ιδεολογικό, είναι φυσικό. Οταν έχεις περιορισμένα αποθέματα φυσικών πόρων, πρέπει να περιορίσεις την κατανάλωση. Οποιοσδήποτε έχει κάνει αριθμητική μπορεί να το καταλάβει. Χρειάζεται ένα ελεγχόμενο μεικτό οικονομικό μοντέλο. Αλλά πρέπει οι κανόνες αυτοί να τηρούνται από όλους. Και αυτό δεν το έχουμε πετύχει. Λείπει η διάθεση για συντονισμό και για συμφωνία στον τρόπο διάθεσης των μέσων. Χαίρομαι που οι Αμερικανοί θέλουν να πάνε στον Αρη, αλλά για μένα αυτό δεν αποτελεί επείγον θέμα. Χαίρομαι που ο άνθρωπος μπορεί να κατασκευάζει αεροπλάνα… 3.000 θέσεων, αλλά ούτε αυτό αποτελεί επείγον θέμα για την ανθρωπότητα. Η ανθρώπινη ευφυΐα πρέπει να επικεντρωθεί στα θέματα που προανέφερα. Και η οικονομία επίσης».

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτού του μεικτού μοντέλου;
«Ανάμεσα στο πρώην σοβιετικό και στο υπερφιλελεύθερο δυτικό μοντέλο υπάρχει ένα σύστημα το οποίο επιτρέπει το επιχειρείν αλλά ελέγχει και θέτει όρια στην παραγωγή, στην κατανάλωση και στις οικονομικές πρακτικές. Θέτει όρια σε όλους τους τομείς. Δεν έχουμε πια την πολυτέλεια να απολαμβάνουμε τα πάντα χωρίς όρια. Το οικολογικό χρέος είναι σαν το οικονομικό χρέος. Σήμερα η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει τα αποτελέσματα όλων αυτών των πρακτικών, αλλά σύντομα θα συμβεί το ίδιο και σε εμάς. Γιατί υπάρχει μία αρχή, η αρχή της πραγματικότητας. Μπορούμε να την κρύψουμε κάτω από το χαλί. Κάποια στιγμή όμως θα βγει στην επιφάνεια. Ετσι και το οικολογικό χρέος. Το ότι δεν είναι ιδιαίτερα ορατό προς το παρόν δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει. Γιατί όσο υπάρχει νερό, υπάρχει νερό. Οσο υπάρχουν ψάρια, υπάρχουν ψάρια. Δεν βλέπουμε όμως ότι για να αλιεύουμε τον ίδιο αριθμό ψαριών, δεκαπλασιάσαμε τον αριθμό των πλοίων. Δεν βλέπουμε ότι για να έχουμε την ίδια αγροτική παραγωγή στη Γαλλία δεκαπλασιάσαμε τα μέσα που χρειάζονται για αυτό. Κάποια στιγμή πρέπει να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Και εκεί είναι που οι πολιτικοί πρέπει να αντιμετωπίσουν σοβαρά την αποστολή τους και να ρυθμίσουν το σύστημα όχι με κριτήρια ιδεολογικά, αλλά με κριτήρια κοινωνικά, όσον αφορά τις ανισότητες, και περιβαλλοντικά, όσον αφορά την κατάσταση των φυσικών πόρων και των οικοσυστημάτων. Στο μεγαλύτερο μέρος τους, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ δεν μπορούν να καταλάβουν ότι ιστορικά η οικονομία χτίστηκε πάνω στην εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Την ημέρα που δεν θα υπάρχουν πλέον φυσικοί πόροι, δεν θα υπάρχει οικονομία. Αν συνεχίσουμε να καταναλώνουμε με τον ίδιο τρόπο τα μεταλλεύματα, στο τέλος του 21ου αιώνα θα έχουν εξαντληθεί. Τι θα κάνουμε τότε; Με το πετρέλαιο τι θα κάνουμε; Πρέπει να ζήσουμε σύμφωνα με ένα νέο σύστημα που εγώ ονομάζω “επιλεκτική θετική και αρνητική ανάπτυξη”, δηλαδή, ανάλογα με τα αποθέματα των φυσικών πόρων, να αυξάνουμε, να σταθεροποιούμε, να μειώνουμε ή να διακόπτουμε την κατανάλωσή τους. Βλέπουμε, για παράδειγμα, ότι ο ερυθρός τόνος έχει μειωθεί; Σταματάμε την αλίευση και την κατανάλωσή του για τρία-τέσσερα χρόνια και περιμένουμε να αναδημιουργηθεί. Ξέρουμε ότι το πετρέλαιο θα εξαντληθεί; Πρέπει να οργανώσουμε την αρνητική ανάπτυξη, διότι έτσι η μετάβαση στην επόμενη κατάσταση πραγμάτων θα είναι λιγότερο απότομη. Δεν πρέπει να περιμένουμε όμως ότι θα γίνουν όλα αυτά την τελευταία στιγμή. Αυτό πολιτισμικά δεν έχει γίνει ακόμη κατανοητό».

Ζούμε, δηλαδή, ακόμη προσηλωμένοι στην ποσοτική ανάπτυξη, ενώ θα πρέπει να περάσουμε στην ποιοτική ανάπτυξη.
«Ακριβώς. Και το έργο μας είναι σημαντικό, διότι πρέπει να δημιουργήσουμε τις συνθήκες αυτής της σύγκλισης, αυτής της σύμπτωσης. Και αν θέλουμε όλα αυτά να γίνουν ειρηνικά, πρέπει οι άνθρωποι να πειστούν ότι η αλλαγή αυτή είναι αναπόφευκτη και ταυτόχρονα ευεργετική. Πρέπει, όμως, να πειστούν ότι έχουν και αυτοί ευθύνη στην αλλαγή. Διότι είμαστε όλοι μας μεγάλοι καταναλωτές, αλλά θα πρέπει, χωρίς να μας τρομάζει αυτό, να αλλάξουμε τις καταναλωτικές μας συνήθειες με το να είμαστε πιο επιλεκτικοί, με το να υιοθετούμε συμπεριφορές που βρίσκονται στη σωστή κατεύθυνση. Αντί να πετάμε το τηλέφωνο που έχει πάθει βλάβη, μπορούμε να το επισκευάσουμε. Αντί να ψωνίζουμε στα μεγάλα σουπερμάρκετ, μπορούμε να πηγαίνουμε σε συνεταιρισμούς βιολογικής καλλιέργειας, που και αρκετές επιλογές προσφέρουν και μας δίνουν την ευκαιρία να αποτοξινωθούμε. Αυτό εγώ το ονομάζω ευτυχισμένη απλότητα. Δεν πρόκειται για στέρηση, αλλά για ισορροπία. Θα σας δώσω ένα ακραίο παράδειγμα, για να σας δείξω ότι όλοι οι παράγοντες είναι υπεύθυνοι και αρκεί ένας να μη δεχτεί να παίξει το παιχνίδι, για να μη λειτουργήσει όλο το σύστημα. Τις προάλλες πήγα στην περιοχή της Καμπανίας, σε κάποιες αγροτικές εγκαταστάσεις εξειδικευμένες στην καλλιέργεια της πατάτας. Είδα στρέμματα καλλιεργήσιμων εκτάσεων να ποτίζονται με τόνους νερό και είπα ότι είναι περίεργο που καταναλώνουν τόσο νερό για τις πατάτες, αφού στην περιοχή αυτή βρέχει πολύ. Και ξέρετε τι μου απάντησαν; Οτι, πρώτον, παίρνουν αρδευτικές επιχορηγήσεις από τις Βρυξέλλες και δεύτερον, αν αφήσουν την πατάτα να αναπτυχθεί ανάλογα με τη συχνότητα των βροχοπτώσεων, στο τέλος θα έχει ακανόνιστο σχήμα και ο καταναλωτής δεν θα την αγοράσει. Ορίστε ένα παράδειγμα που δείχνει την ευθύνη όλων μας. Το ευρωπαϊκό σύστημα είναι παράλογο, ο παραγωγός κάνει αυτό που τον συμφέρει και ο καταναλωτής έχει συνηθίσει να λειτουργεί σύμφωνα με λαθεμένα κριτήρια. Υπάρχουν χιλιάδες τέτοια παραδείγματα. Η ευτυχία μας εξαρτάται από το αν η πατάτα που τρώμε έχει λεία επιφάνεια και από το αν τρώμε κεράσια τον χειμώνα; Η απάντηση είναι όχι. Ανάμεσα σε μια κοινωνία στερήσεων και σε μια κοινωνία κατανάλωσης χωρίς όρια, πρέπει να βρούμε ένα σημείο ισορροπίας. Πρέπει όμως να το βρούμε γρήγορα. Αν περιμένουμε τα πράγματα να ρυθμιστούν από μόνα τους, τότε τα δημοκρατικά και πολιτιστικά κεκτημένα μας θα κάνουν φτερά. Οταν υπάρχει φτώχεια και έλλειψη, δεν μπορούμε να μιλάμε για ανθρώπινο πολιτισμό».

Ανακεφαλαιώνοντας, ποια είναι η εξίσωση την οποία καλούμαστε να λύσουμε;
«Είναι το πώς θα έχουμε μια οικονομική ανάπτυξη βασισμένη στη σωστή κατανομή του πλούτου και πώς θα καταφέρουμε η ανάπτυξη αυτή να μην έχει αποτέλεσμα τη μείωση των φυσικών και ενεργειακών πόρων. Αυτή είναι η εξίσωση της αειφόρου ανάπτυξης. Και επαναλαμβάνω ότι αυτό το νέο κοινωνικό σύστημα δεν θα έχει ιδεολογικό πρωτόκολλο. Θα βασίζεται στην αλληλεγγύη, στον ρεαλισμό και στον ανθρωπισμό. Εναν ανθρωπισμό που θα περιλαμβάνει την ανθρωπότητα του Σήμερα και την ανθρωπότητα του αύριο. Εμείς, τις βάσεις για μια τέτοια κοινωνία προσπαθούμε να θέσουμε, χωρίς να αναρωτιόμαστε αν είναι πολύ αργά. Εχουμε αναλάβει τις ηθικές και πνευματικές μας ευθύνες και κάνουμε ό,τι μπορούμε. Και σας διαβεβαιώνω ότι στον αγώνα αυτόν δεν είμαστε μόνοι».

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 505, σελ. 32-38, 20/06/2010.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk