Κυνηγητό

Ο τίτλος μάλλον παιδιαρίζει, αν πάει ο νους στο αγωνιστικό παιχνίδι που απαιτούσε άλλοτε γειτονιά ανεκτική κι ανοιχτή αλάνα. Στο μεταξύ, η κρίσιμη λέξη άλλαξε πραγματολογικό και σημασιολογικό γήπεδο, κολλώντας πια σε άλλα συμφραζόμενα· ας πούμε αστυνομικής ή γκανγκστερικής καταδίωξης. Οπότε το ωραίο παιχνίδι και η λέξη που το δήλωνε πήγαν μαζί περίπατο. Το κυνηγητό πάντως (μοιρασμένο ανάμεσα στον κυνηγό και τον κυνηγημένο, τον διώκοντα και τον φεύγοντα, στη γλώσσα του Ομήρου) …

Ο τίτλος μάλλον παιδιαρίζει, αν πάει ο νους στο αγωνιστικό παιχνίδι που απαιτούσε άλλοτε γειτονιά ανεκτική κι ανοιχτή αλάνα. Στο μεταξύ, η κρίσιμη λέξη άλλαξε πραγματολογικό και σημασιολογικό γήπεδο, κολλώντας πια σε άλλα συμφραζόμενα· ας πούμε αστυνομικής ή γκανγκστερικής καταδίωξης. Οπότε το ωραίο παιχνίδι και η λέξη που το δήλωνε πήγαν μαζί περίπατο.

Το κυνηγητό πάντως (μοιρασμένο ανάμεσα στον κυνηγό και τον κυνηγημένο, τον διώκοντα και τον φεύγοντα, στη γλώσσα του Ομήρου) με αντάμωσε (και το αντάμωσα) τον τελευταίο καιρό, μεταφράζοντας μια διπλή εφαρμογή του, που γεφυρώνει την εικοστή πρώτη με την εικοστή δεύτερη ραψωδία της Ιλιάδας. Τη μία φορά ο Αχιλλέας κυνηγά στον κάμπο της Τροίας τον Απόλλωνα (που υποδύεται τον Αγήνορα). Την άλλη ο Αχιλλέας, όταν συνέρχεται από την απολλώνια εξαπάτηση, κυνηγά τον Εκτορα γύρω από το κάστρο της Τροίας. Δράστης και στα δύο παραδείγματα ο ωκύπους (άλλως πως: πόδας ωκύς Αχιλλεύς ): ο κατ΄ εξοχήν δηλαδή γρήγορος ήρωας του ομηρικού έπους, ο οποίος, παρά ταύτα, παρέμεινε για δεκαοχτώ τουλάχιστον ραψωδίες αμετακίνητος στη σκηνή του, μασώντας την ουλομένην μήνιν του και το πληγωμένο του φιλότιμο. Μόνο μετά τον φόνο του Πατρόκλου περιπαθώς συγκινείται και επανέρχεται ως λάβρος κυνηγός στο πεδίο της μάχης, με φονικό στόχο τον φονιά του αγαπημένου εταίρου του, τον Εκτορα.

Η πρώτη από τις δύο κυνηγετικές εφαρμογές παραφράζεται και εν μέρει μεταφράζεται σήμερα· η μετάφραση της δεύτερης αναβάλλεται για την άλλη Κυριακή. Προηγούνται σύντομα σχόλια για τα συμφραζόμενά της. Η πιο ριψοκίνδυνη σύγκρουση του Αχιλλέα στην ακμή της μανικής του εκδίκησης παίρνει διαστάσεις δαιμονικές: σφάζοντας ανηλεώς τους αμήχανους Τρώες, πετά ο γιος της Θέτιδας και του Πηλέα τα κουφάρια τους στον θεοτικό Σκάμανδρο. Οταν η φονική μανία του ήρωα πλήττει και τον Αστεροπαίο, γιο του Σκαμάνδρου, ο ποταμός με τα δύο ονόματα (λέγεται και Ξάνθος) εξαγριώνεται και φουσκώνοντας τα νερά του ορμά να πνίξει τον Αχιλλέα. Τον σώζει την τελευταία στιγμή το συμμαχικό ντουέτο της Ηρας και της Αθηνάς. Στην Ηρα οφείλεται η σωτήρια παρέμβαση του Ηφαίστου, που με τις φλόγες της ακάματης φωτιάς του εξατμίζει προς στιγμή το ορμητικό ρεύμα του Σκαμάνδρου, ο οποίος, για να αποφύγει την πλήρη του αποστέγνωση, υποχωρεί.

Μεσολαβεί η υπέρ των Τρώων άδοξη παρέμβαση του Αρη, της Αφροδίτης και της Αρτεμης, που προάγει την απειλητική πια για το κάστρο της Τροίας έφοδο του Αχιλλέα, στην οποία όμως σθεναρώς αντιστέκεται ο Απόλλων με νέο δόλο: φέρνει στο πεδίο της μάχης, ως περίπου ισότιμο αντίπαλο, τον Αγήνορα, τον γιο του Αντήνορα. Αχιλλέας και Αγήνωρ συγκρούονται, και την ώρα που ο γενναίος Αγήνωρ πράγματι κινδυνεύει, ο Απόλλων τον εξαρπάζει, τον καλύπτει με πυκνή νεφέλη και τον ασφαλίζει μέσα στο κάστρο της Τροίας. Στο μεταξύ ο Πρίαμος, που παρακολουθεί εναγωνίως τα οριακά δρώμενα από τις επάλξεις του κάστρου, δίνει εντολή πρώτα να ανοίξουν για λίγο οι εξόδιες πύλες, ώστε να βρουν καταφύγιο οι διωκόμενοι Τρώες· μετά να ασφαλιστούν, παραμένοντας απόρθητες. Επονται, σε μετάφραση τώρα, οι καταληκτικοί στίχοι της εικοστής πρώτης ραψωδίας (Φ 599-611):

Με δόλο ο Εκηβόλος ξεμάκρυνε τον Αχιλλέα/ από το ασκέρι του·συνάμα με του Αγήνορα την όψη, / στήθηκε μπρος στα πόδια του ο θεός, κι αυτός τον πήρε/ στο κυνηγητό. / Τον κυνηγούσε πρώτα στον σπαρμένο κάμπο,/ ύστερα,κάνοντας στροφή, πλάι στον Σκάμανδρο, / το πολυστρόβιλο ποτάμι.

Κι όμως όλο του ξέφευγε ο Απόλλων,πήγαινε πάντα ένα βήμα/ μπρος, με δόλο τον παραπλανούσε,τόσο που ο ίδιος πίστευε/ πως όπου νά ΄ναι θα τον φτάσει. Στο μεταξύ οι άλλοι Τρώες έμπαιναν μπουλούκια/ στο κάστρο μέσα,χαρούμενοι όσοι σωθήκαν·/ έπηξε τώρα/ η πόλη με τους κυνηγημένους που στοιβάζονταν.

Δεν είχαν καν υπομονή, να περιμένει ένας τον άλλο, / να δουν ποιος ξέφυγε και γλίτωσε, και ποιος, στην ταραχή της μάχης, / έπεσε νεκρός. Χύνονταν ασυγκράτητοι μέσα στα τείχη, / όσους τους έσωζαν τα πόδια και τα γόνατά τους.

Δεν ξέρουμε ακριβώς πότε και πώς μοιράστηκαν οι ραψωδίες στα δύο ομηρικά έπη- μάλλον τη δουλειά αυτή την έκαμαν οι φανατικοί Γραμματικοί της Αλεξάνδρειας, εκτός και αν έβαλαν προηγουμένως το χέρι τους και οι ραψωδοί, που απάγγελναν τα έπη στις πανελλήνιες γιορτές. Οπως κι αν έχει το πράγμα, το τελικό αποτέλεσμα είναι κατά κανόνα εύστοχο και ευρηματικό. Παράδειγμα τα πέρασμα-γέφυρα από τη ραψωδία Φ στη ραψωδία Χ. Αντιγράφω:

Σαν ελαφόπουλα αυτοί μέσα στην πόλη φοβισμένοι,/ δρόσιζαν τώρα τον ιδρώτα τους και ξεδιψούσαν πίνοντας / νερό, ακουμπισμένοι στις ωραίες επάλξεις.

Τα ξαναλέμε, μετά το δόλιο, και για το τραγικό κυνήγι της ζωής και του θανάτου.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk