Γιώργος Σαμαράς Περίπτωση win/win

Ο Γιώργος Σαμαράς είναι ένας από τους πιο καταξιωμένους έλληνες ποδοσφαιριστές στην Ευρώπη. Με την πείρα της διεθνούς διαδρομής του, τον κοσμοπολιτισμό και το cool ύφος του, μιλάει για την Eθνική ομάδα, την πρώτη του φορά στο Μουντιάλ και εξηγεί γιατί δεν θα έπαιζε ποτέ (μα ποτέ) στο ελληνικό πρωτάθλημα.

Ο Γιώργος Σαμαράς είναι ένας από τους πιο καταξιωμένους έλληνες ποδοσφαιριστές στην Ευρώπη. Με την πείρα της διεθνούς διαδρομής του, τον κοσμοπολιτισμό και το cool ύφος του, μιλάει για την Eθνική ομάδα, την πρώτη του φορά στο Μουντιάλ και εξηγεί γιατί δεν θα έπαιζε ποτέ (μα ποτέ) στο ελληνικό πρωτάθλημα.

Στο YouTube η αλήθεια κρύβεται στα σχόλια. Κάτω από ένα βίντεο που δείχνει τον Γιώργο Σαμαρά να κάνει τη δουλειά του, να πετυχαίνει δηλαδή ένα γκολ με τη φανέλα της Σέλτικ, ένας λυρικός Σκωτσέζος έχει γράψει τέσσερις λέξεις: «Go on, Sammy son». Ο προφανώς ηλικιωμένος και καθόλου τεχνοφοβικός οπαδός της Σέλτικ εκφράζει, με την οικειότητα που μπορούν να φέρουν το ποδόσφαιρο και μερικές μεταμεσονύχτιες μπίρες, μια απλή πατρική προτροπή. Ο Γιώργος Σαμαράς, και ας μην το έχει διαβάσει, το εφαρμόζει. Συνεχίζει. Οι εποχές έχουν αλλάξει.

Ο Γιώργος Σαμαράς είναι ένας μετανάστης πολυτελείας. Δεν έχει τη νοσταλγία στο DNA του, γνωρίζει καλά ότι η έννοια της δουλειάς μακριά από την ελαφρώς ασυνάρτητη Ελλάδα αντιπροσωπεύει ένα καλύτερο μέλλον. Περιμένει το Μουντιάλ για να περάσει καλά σε ένα πάρτι, στο οποίο ο ίδιος, ο προπονητής και οι συμπαίκτες του προσκάλεσαν τον εαυτό τους, και δεν μετανιώνει για τίποτε. Ούτε για τη χαμένη ανεμελιά της εφηβείας του, ούτε για τις θυσίες που απαιτεί η καριέρα, ούτε για το ότι βιοπορίζεται μακριά από την πατρίδα του. Και αν ερχόταν ο Ολυμπιακός ή ο Παναθηναϊκός για να του δώσουν τα τριπλάσια χρήματα από αυτά που παίρνει τώρα στη Σκωτία, δεν θα τα έπαιρνε. Κάτι κατάλαβε ο σκωτσέζος σχολιαστής, αυτό το παιδί θέλει να συνεχίσει.

Ποιος θα πάρει το Μουντιάλ;

«Εννοείς αν δεν το πάρει η Ελλάδα

Ναι, τουλάχιστον ποια ομάδα θα φτάσει στον τελικό μαζί μας;

«Πέρα από την πλάκα, νομίζω ότι η Ισπανία έχει την καλύτερη ομάδα. Αλλά και η Αργεντινή έχει τόσα χρόνια να φτάσει στον τελικό, που στατιστικά να το δεις, δεν αποκλείεται να τα καταφέρει…»

Η Αργεντινή του Μαραντόνα είναι μία από τις ομάδες που θα συναντήσει η Ελλάδα. Εχεις σκεφτεί τη στιγμή, το τι θα του πεις αν συναντηθούν οι δρόμοι σας;

«Δεν έχω κάτι να του πω. Και δεν νομίζω ότι θα κάνουμε διάλογο. Αυτός είναι προπονητής, εγώ παίκτης. Οσο για το παιχνίδι, όλοι το σκεφτόμαστε, αλλά με λογική. Δεν θα τρελαθούμε από την αγωνία, δεν θα παραλύσουμε από το άγχος. Το έχουμε κάνει στο παρελθόν και μας έχει κοστίσει».

Μιλάς προφανώς για το Euro 2008.

«Ναι, για τότε. Ηταν πολύ περίεργο. Μπήκαμε με φόβο, με άρνηση στο γήπεδο. Είχαμε αρνητική σκέψη και καθόλου ρεαλισμό. Ισως έφταιγε ότι όλη η Ευρώπη, εκτός από την Ελλάδα, μας περίμενε με κακεντρέχεια, ήθελαν να αποδείξουν ότι οι πρωταθλητές Ευρώπης είναι τρωτοί. Και χωρίς να το καταλάβουμε, αποτύχαμε. Τώρα θα είναι διαφορετικά. Θα παίξουμε τρία παιχνίδια. Μπορεί να χάσουμε από την Αργεντινή, να πάρουμε μια ισοπαλία και να κερδίσουμε ένα παιχνίδι. Και να γυρίσουμε σπίτι μας. Μπορεί και να περάσουμε στην επόμενη φάση. Θα είμαστε χαλαροί, σαν να πηγαίνουμε σε πάρτι. Εχουμε ρεαλιστικούς στόχους, δεν κυνηγάμε κάτι άπιαστο. Δεν έχουμε πάει στο παρελθόν, πιθανό είναι να μην ξαναπάμε ως ποδοσφαιρική γενιά. Γιατί να μην το χαρούμε

Μετά το Euro 2008 ξεκίνησε και η κόντρα με τον Τύπο που αμφισβήτησε την Εθνική όταν εσείς λέγατε «δεν έχουμε να αποδείξουμε τίποτε».

«Αλήθεια είναι, δεν έχουμε τίποτε να αποδείξουμε ως ομάδα, ούτε ως ποδοσφαιρική γενιά».

Κάθε εργαζόμενος δεν πρέπει να αποδεικνύει κάθε στιγμή ότι μπορεί να κάνει καλά τη δουλειά του;

«Σύμφωνοι, αλλά αυτή η γενιά έχει κατακτήσει το Euro 2004, έχει προκριθεί στο Euro 2008, παραλίγο να πάει στο Μουντιάλ του 2006 και προκρίθηκε σε αυτό του 2010. Τι άλλο να κάνουμε

Η κριτική για τον Ρεχάγκελ σάς ενοχλεί;

«Είναι συχνά υπερβολική. Εχουν γράψει τόσα πράγματα για αυτόν, του έχουν ζητήσει να παραιτηθεί, έχουν γράψει ότι δεν υπάρχει ως προπονητής. Αλλά τέτοιου είδους κριτική, τέτοια δημοσιεύματα φέρνουν «καλή πίεση» στην ομάδα. Μάλλον εκνευρισμό, δηλαδή, που μετουσιώνεται σε πίεση».

Στη Σκωτία τα σχόλια του Τύπου είναι πιο ήπια;

«Το αντίθετο. Αυτοί είναι χειρότεροι. Υπάρχουν δύο εφημερίδες. Η μία υποστηρίζει τη Σέλτικ, η άλλη τη Ρέιντζερς. Κάθε μέρα προσπαθούν να προκαλέσουν κλίμα αντιπαλότητας. Η κόντρα των δύο ομάδων δεν είναι ποδοσφαιρική, είναι θρησκευτική, πολιτική, κοινωνική. Υπάρχει περίπτωση να μιλήσω εγώ, που αν και γνωρίζω πολύ καλά αγγλικά δεν είναι η μητρική μου γλώσσα, και να παραποιήσουν τα λεγόμενά μου. Εδώ, σε ό,τι αφορά την Εθνική, η αντιμετώπιση είναι πιο ήρεμη. Το πολύ να ζητήσουν από τον Ρεχάγκελ να φύγει…»

Κάποια στιγμή όμως θα φύγει…

«Ε, βέβαια, δεν είναι δυνατόν να μείνει για πάντα. Είναι εξαιρετικός, λειτουργεί με σπάνια οργάνωση, αλλά βρίσκεται σε ηλικία που πρέπει να αποφασίσει αν θα συνεχίσει ή όχι. Κάποια στιγμή ο χρόνος τελειώνει, δεν γίνεται να είσαι προπονητής ως τα 80 σου χρόνια».

Και έπειτα από αυτόν; Είχες πει παλαιότερα ότι ο Νίκος Νιόπλιας θα ήταν η ιδανική λύση.

«Τον Νιόπλια τον ξέρω από τότε που ήμουν πιτσιρικάς. Στον ΟΦΗ τού καθάριζα τα παπούτσια στα αποδυτήρια. Και χαίρομαι που εφέτος απέδειξε ότι μπορούσε να διαχειριστεί τον Παναθηναϊκό. Δεν θα μπορούσε να διαχειριστεί και την Εθνική»;

Ο Νιόπλιας όμως πιθανότατα θα είναι στον πάγκο του Παναθηναϊκού. Αν αποφασίσει να φύγει τελικά ο Ρεχάγκελ, θα προτιμούσες να έρθει έλληνας ή ξένος προπονητής;

«Δεν έχω πρόβλημα, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να μη χαλάσει το κλίμα στην Εθνική. Δεν πρέπει να μπούμε εμείς στη νοοτροπία του νέου προπονητή. Πρέπει να μπει αυτός στη δική μας. Οταν έφυγε ο Ράικαρντ από την Μπαρτσελόνα και πήγε ο Γκουαρντιόλα, δεν άλλαξε τα πάντα για να δείξει ότι διαφέρει. Είχε την ευφυΐα να κρατήσει τις προηγούμενες δομές. Ετσι πρέπει να γίνει και στην Εθνική, μια βελούδινη διαδοχή. Αν θέλουν, ας δουν την «Καταραμένη ομάδα», μια ταινία που εξηγεί πολλά για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει και δεν πρέπει να διοικείται μια ομάδα».

Το 1994 ήσουν εννέα χρόνων. Θυμάσαι τίποτε από το Μουντιάλ του 1994;

«Ελάχιστα πράγματα, ήταν και αργά τα παιχνίδια, έπρεπε να ξενυχτήσεις για να τα δεις, αμυδρά θυμάμαι το παιχνίδι με την Αργεντινή».

Με τους συμπαίκτες σου κλείνεστε σε ένα ξενοδοχείο για 40 ημέρες. Προπονήσεις, αναμονή, παιχνίδια. Δεν είναι βαρετό; Δεν μαζεύονται πολλά «εγώ» σε έναν μικρό χώρο;

«Δεν υπάρχουν τέτοια προβλήματα. Είμαστε δεμένοι ως ομάδα, υπάρχουν κάποιες παρέες, αλλά δεν υπάρχουν αντιπάθειες. Μαζευόμαστε, χαλαρώνουμε, διαβάζουμε, κουτσομπολεύουμε. Τόσο απλά. Και όταν περιμένεις να παίξεις σε ένα Μουντιάλ, δεν γίνεται να βαρεθείς…»

Η συζήτηση για την Εθνική πάντως είναι σταθερή εδώ και χρόνια: ο Τύπος και ο κόσμος ποτέ δεν είναι ευχαριστημένοι από τις επιλογές του Ρεχάγκελ.

«Ναι, ξέρω, η διαρκής ιστορία της «ανανέωσης». Εκείνοι που τα γράφουν και τα λένε αυτά έχουν μια επιδερμική σχέση με το ποδόσφαιρο. Το θεωρούν πιο εύκολο απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Η ανανέωση γίνεται, αλλά δεν μπορεί να επιτευχθεί από τη μια μέρα στην άλλη».

Παλαιότερα είχαν ακουστεί κάποια παράπονα για την έλλειψη οργάνωσης στην ομάδα, ότι υπήρχε συγκεντρωτισμός, ότι ο Ρεχάγκελ και ο Τοπαλίδης τα έκαναν όλα μόνοι τους.

«Ναι, ισχύει αυτό. Μερικές φορές, όταν έρχεσαι από ένα πολύ οργανωμένο σωματείο σε μια ομάδα που διοικείται, γυμνάζεται, τρέφεται και προπονείται από μόλις δύο ανθρώπους, λογικό είναι να σου κακοφαίνεται. Τον τελευταίο καιρό όμως όλα μπαίνουν στη θέση τους, έρχονται άνθρωποι που έχουν όρεξη να δουλέψουν».

Στο παιχνίδι με το Ισραήλ στην Κρήτη είχε συμβεί ένα περιστατικό απειθαρχίας. Είχαμε κερδίσει πέναλτι, ο Ρεχάγκελ ήθελε να το εκτελέσει άλλος παίκτης και εσύ πήρες την μπάλα και την πρωτοβουλία, το εκτέλεσες, ευστόχησες και όλα ξεχάστηκαν. Τι είχε γίνει;

«Δεν είχα καταλάβει καν τι συνέβη. Θυμάμαι λίγα πράγματα: Είχε γίνει το πέναλτι, πήρα την μπάλα, ξέχασα τα πάντα και θυμάμαι μόνο τον Κατσουράνη να μου φωνάζει «διάλεξε γωνία, είναι γκολ». Μετά είδα στο βίντεο ότι είχε έρθει ο Σαλπιγγίδης και ο Καραγκούνης πίσω μου και κάτι μου έλεγαν. Δεν συνέβη τίποτε, απλώς είχα αυτοπεποίθηση, δεν έχω χάσει ποτέ πέναλτι στην καριέρα μου, ήμουν στην πόλη μου, στο Ηράκλειο, και ένιωθα έτοιμος. Μετά το παιχνίδι δεν υπήρξε πρόβλημα. Το μόνο που θυμάμαι είναι το γκολ».

Θυμάσαι όλα τα γκολ σου;

«Εννοείται. Και δεν ξεχωρίζω κανένα. Είναι όλα τους παιδιά μου».

Στην Εθνική έχουν συμβεί κάποια περίεργα περιστατικά τον τελευταίο καιρό. Πολλοί παίκτες αποχωρούν λίγο άκομψα. Ο Μπασινάς, ο Δέλλας, ο Λυμπερόπουλος. Γιατί συμβαίνει αυτό;

«Μετά την εποχή του Euro 2004, αν κοιτάξεις τις αποχωρήσεις, ελάχιστοι αποχώρησαν ένδοξα. Ο Νικοπολίδης το ανακοίνωσε μόνος του το 2008, ο Ντέμης έφυγε αμέσως μετά την κατάκτηση, ο Ζαγοράκης τιμήθηκε και οι υπόλοιποι έφυγαν περίεργα. Είναι λογικό. Οι αποφάσεις του προπονητή έρχονται και πρέπει να είσαι δυνατός για να το συνειδητοποιήσεις. Είναι σκληρό, γιατί μπορεί να έχεις όρεξη να προσφέρεις, αλλά να μην μπορείς. Οταν θέλεις να προσφέρεις αλλά έχεις φτάσει τα 35, είναι λογικό να μην είσαι το ίδιο δυνατός. Πρέπει να είσαι ώριμος, να πεις «αποχωρώ» προτού σε διώξουν. `Η να δεχτείς την αποχώρηση χωρίς πικρία».

Οι ποδοσφαιριστές είναι εγωιστές;

«Εννοείται, είμαστε πολύ εγωιστές. Αυτό έχει να κάνει με τις μικρές ηλικίες. Οταν είσαι πιτσιρικάς σε μια ομάδα, βλέπεις τον ανταγωνισμό γύρω σου, βλέπεις κάποιους που είναι καλύτεροι, κάποιους που είναι χειρότεροι και θέλεις να πετύχεις. Εκεί γίνεσαι εγωιστής. Χρειάζεται ένα μέτρο βέβαια, διότι αν σκέφτεσαι μόνο το εγώ, δεν θα επιβιώσεις…»

Κάνεις πρωταθλητισμό από τα παιδικά σου χρόνια. Εφυγες από την Ελλάδα στην εφηβεία σου για να παίξεις ποδόσφαιρο στην Ολλανδία. Ο παιδικός πρωταθλητισμός δεν είναι περίεργο πράγμα;

«Ανάλογα με το πώς το βλέπεις. Στην Ελλάδα δεν υπήρχε «επαγγελματικός» πρωταθλητισμός. Λέγαμε ότι παίζαμε ποδόσφαιρο. Και ξαφνικά, πηγαίνω στην Ολλανδία και βλέπω τον επαγγελματισμό στο υψηλότερο επίπεδο. Επαθα επαγγελματικό σοκ. Και ωρίμασα».

Αυτό δεν σημαίνει ότι χάνεις την εφηβεία σου;

«Εντελώς. Ωριμάζεις, αλλάζεις, γίνεσαι υπεύθυνος άνθρωπος. Στα 16 μου έμαθα να είμαι άντρας και επαγγελματίας».

Αυτό είναι καλό ή κακό;

«Είναι μόνο καλό. Δεν χρειάζεται να μετανιώνεις για τίποτε. Γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος. Και κάπου εδώ μπαίνει το εγώ στην εξίσωση. Θυμάμαι τότε δεν με καλούσαν συχνά στην Εθνική νέων. Οποτε ερχόμουν, έβλεπα παιδιά της ηλικίας μου που έπαιζαν στην Ιταλία, στη Γερμανία. Σήμερα οι περισσότεροι έχουν χαθεί. Μάλλον δεν είχαν καταλάβει πού ήταν».

Το απωθημένο της εφηβείας δεν μπορεί να εμφανιστεί αργότερα;

«Ναι, μπορεί, αλλά θα είσαι μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα που θα μπορεί να διαχειριστεί την κατάσταση».

Η πίεση των γονιών πόσο ρόλο παίζει σε αυτή την ιστορία;

«Είναι πολλές οι μορφές της πίεσης. Οταν ένα παιδί έχει ταλέντο, λογικό είναι ο γονιός να το προωθήσει. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που ο γιος δεν το θέλει ή δεν το θέλει τόσο όσο ο πατέρας. Αυτή η βία, το να πιέζει δηλαδή ο πατέρας επειδή το άθλημα έχει λεφτά, δόξα και μέλλον, είναι επικίνδυνη. Εκεί θα γυρίσει μπούμερανγκ η ιστορία, σίγουρα. Νομίζουν ότι το ποδόσφαιρο είναι εύκολο…»

Δεν φαίνεται και τόσο δύσκολο, αν έχεις το ταλέντο…

«Είναι δύσκολο πράγμα η μπάλα, πώς να το κάνουμε; Θέλει θυσίες. Αν έχεις να κάνεις τρεις προπονήσεις την ημέρα και περνάς πέντε ημέρες της εβδομάδας σε ξενοδοχεία και μετακινήσεις, σε απορροφά τόσο πολύ η κούραση, που χάνεις το μυαλό σου. Εσύ παίρνεις άδεια από τη δουλειά σου

Παίρνω κάποιες ημέρες…

«Εγώ δεν μπορώ. Φέτος ξεκίνησα την προετοιμασία μου την 1η Ιουλίου του 2009. Και το μόνο που ξέρω είναι ότι στις 23 Ιουνίου ίσως είναι το τελευταίο παιχνίδι της Εθνικής. Θα συμπληρώσω ένα μεγάλο διάστημα χωρίς ρεπό, χωρίς μια ευκαιρία να ηρεμήσω μόνος μου. Δεν είναι κουραστικό; Μερικές φορές δεν υπάρχει χρόνος καν να σκεφτείς…»

Και όλα αυτά στη Γλασκώβη. Αλήθεια, πώς είναι η πόλη; Μονάχα δουλεύεις εκεί ή βγαίνεις;

«Είναι ανθρώπινη πόλη, μου ταιριάζει. Δεν είναι τόσο όμορφη όσο το Εδιμβούργο, αλλά έχει έναν ωραίο τρόπο ζωής. Τη νυχτερινή ζωή την έχω καταργήσει για πολλούς λόγους. Ενας βασικός είναι η κουλτούρα του ποτού που επικρατεί στην πόλη. Δεν είναι λίγοι οι συμπαίκτες μου που βγαίνουν για ένα ποτό και καταλήγουν να παίξουν ξύλο επειδή ένας μεθυσμένος οπαδός της Ρέιντζερς τους επιτέθηκε. Καλύτερα σπίτι μου, ταινίες, διάβασμα και ξεκούραση…»

Είσαι όμως στο εξωτερικό. Αν, υποθετικά, ερχόταν ο Ολυμπιακός ή ο Παναθηναϊκός να σου κάνει πρόταση συνεργασίας με τριπλασιασμό των αποδοχών σου, τι θα έκανες;

«Δεν θα δεχόμουν. Με τίποτε. Τόσο απλά. Και δεν θα δεχόμουν επειδή ξέρω τον εαυτό μου. Επειτα από τρεις μήνες στο πανδαιμόνιο του ελληνικού ποδοσφαίρου, θα πέταγα τα χρήματα και θα εξαφανιζόμουν αναζητώντας την ησυχία μου…»

Αυτό το έλεγαν πολλοί συμπαίκτες σου στην Εθνική, αλλά τελικά επέστρεψαν.

«Νομίζω ότι οι περισσότεροι επέστρεψαν για οικογενειακούς λόγους. Είχαν γυναίκα, είχαν παιδί ή παιδιά, και ήθελαν να τα μεγαλώσουν στην Ελλάδα. Εγώ δεν θα το έκανα αυτό. Είμαι καθαρά καριερίστας. Φυσικά, ποτέ δεν ξέρεις τι θα προκύψει στη ζωή, αλλά αυτήν τη στιγμή, αν η σύντροφός μου δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με τον τρόπο ζωής μου, θα χώριζα».

Στο ελληνικό ποδόσφαιρο υπάρχει σωτηρία;

«Νομίζω πως το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι μια μάχη του καλού με το κακό. Υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν, που έχουν όρεξη και όραμα, υπάρχουν και οι άλλοι. Συνήθως χάνουν οι καλοί, γιατί είναι λιγότεροι».

Ποιοι είναι οι καλοί;

«Διάφοροι. Ο Ντέμης, ο Ζαγοράκης, ο Ιβιτς, ο Νιόπλιας, ο Λεμονής. Δεν μιλάω μόνο για τα θέματα οργάνωσης, αυτά κάποια στιγμή θα λυθούν. Το θέμα είναι να υπάρχει και προοπτική, επένδυση στα νέα παιδιά, λίγη πραγματική αγάπη, που νομίζω ότι απουσιάζει».

Και οι κακοί;

«Επόμενη ερώτηση».

Οι Σκωτσέζοι ασχολούνται καθόλου με το ελληνικό ποδόσφαιρο;

«Ελάχιστα. Για την ακρίβεια, μόνο μία φορά με είχε ρωτήσει ο φροντιστής της ομάδας τι να παίξει στο παιχνίδι Αρης – ΠΑΟΚ. Εχασε τα λεφτά του και μου ανακοίνωσε ότι δεν θα ασχολούνταν ποτέ ξανά…»

Για την κρίση, όμως, πρέπει να σε ρώτησαν αρκετά…

«Ναι, με αυτό το θέμα ασχολήθηκαν. Δεν ξέρω τι συμβαίνει. Ποδόσφαιρο παίζω, δεν ασχολούμαι με την πολιτική. Βλέποντάς το απέξω, με τα μάτια του ανθρώπου που μένει μακριά, ελπίζω να τα καταφέρουμε. Ισως χρειαστούν λίγος εγωισμός και συσπείρωση, αλλά θεωρώ ότι θα ξεπεραστεί η κρίση».

Εσύ ζεις μια ζωή χωρίς οικονομικά προβλήματα. Μπορείς να αντιληφθείς το κλίμα που επικρατεί;

«Ναι, μιλώντας με την οικογένειά μου, με τους φίλους μου που δεν έχουν δουλειά. Αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι πλανιέται ένας φόβος. Αλλά έχω αισιοδοξία. Δεν ξέρω από πού την αντλώ, μπορεί και να είναι αφέλεια…»

Πάντως το παράδειγμά σου, την εργασία στο εξωτερικό δηλαδή, θέλουν να το μιμηθούν όλο και περισσότεροι.

«Πράγματι, μου το λένε όλο και πιο συχνά. Λογικό δεν είναι; Αυτό δείχνει ωριμότητα, αν η Ελλάδα δεν σου προσφέρει ό,τι πρέπει να σου προσφέρει. Μερικές φορές το σκέφτομαι και εγώ. Αν έμενα στην Ελλάδα, δεν θα είχα κάνει καριέρα, θα ήμουν ένα ξεχασμένο όνομα και με το ζόρι θα έπαιζα. Γι’ αυτό δεν μετανιώνω, γι’ αυτό δεν σκοπεύω να γυρίσω, παρά μόνο για διακοπές».

Και κοντά στα 35-36, όταν θα τελειώσεις με το ποδόσφαιρο, θα γυρίσεις για να γίνεις προπονητής;

«Με τίποτε. Θα αγοράσω ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα και θα κάθομαι να την κοιτάζω…»

Δημοσιεύτηκε στο BHMAMEN, τεύχος 51, σελ. 130-135, Ιούνιος 2010.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
  • Courchevel – Παρίσι – Ντουμπάι Παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Γαλλία με περισσότερα από 300.000 κρούσματα ημερησίως, σκέφτεται να «κατηφορίσει» από την Courchevel... ΣΙΒΥΛΛΑ |
Helios Kiosk