Ρικάρντο ΜούτιΟ τελευταίος αυτοκράτορας

Λίγο προτού έρθει στην Αθήνα για μία μοναδική συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής, ο Ρικάρντο Μούτι, ο ιταλός σουπερστάρ του πόντιουμ, μας συναντά στο Σάλτσμπουργκ. Και μιλάμε μαζί του για τη μουσικήκαι τη ζωή, για τα χρόνια που πέρασαν και τα χρόνια που έρχονται, για την Ελλάδα και τη θέση της στον κόσμο και την «καραμέλα» της κουλτούρας.

Λίγο προτού έρθει στην Αθήνα για μία μοναδική συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής, ο Ρικάρντο Μούτι, ο ιταλός σουπερστάρ του πόντιουμ, μας συναντά στο Σάλτσμπουργκ. Και μιλάμε μαζί του για τη μουσική και τη ζωή, για τα χρόνια που πέρασαν και τα χρόνια που έρχονται, για την Ελλάδα και τη θέση της στον κόσμο και την «καραμέλα» της κουλτούρας.

Λίγο μετά την αποχώρησή του από τη Σκάλα του Μιλάνου, τον Απρίλιο του 2005, γράφτηκε κάπου για τον Ρικάρντο Μούτι ότι είναι ο «τελευταίος αυτοκράτορας του πόντιουμ». Ο ίδιος δεν αγαπά αυτού του είδους τους χαρακτηρισμούς. Τους θεωρεί ανούσιους και κενούς περιεχομένου. Παρ’ όλα αυτά, μάλλον ουδείς θα βρεθεί να διαφωνήσει ότι ο 68χρονος Ναπολιτάνος με το λαμπερό βλέμμα και το νεανικό παρουσιαστικό είναι ένας από τους λίγους εναπομείναντες στον χώρο της κλασικής μουσικής, για τους οποίους ο όρος σταρ έχει πραγματικό αντίκρισμα.

Οι συνεννοήσεις για τη συνέντευξη αυτή κράτησαν αρκετό καιρό αφού, παρ’ ότι πρόθυμος, αποδείχτηκε πραγματικά δύσκολο για τον διάσημο αρχιμουσικό να βρει τον απαιτούμενο χρόνο, στο πλαίσιο του εξαιρετικά πιεσμένου προγράμματός του. Τελικά, τον συνάντησα στο Σάλτσμπουργκ, στην πόλη του Μότσαρτ και του Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, όπου στο διάστημα 21-24 Μαΐου διηύθυνε για μία ακόμη χρονιά το Φεστιβάλ της Πεντηκοστής: Πρόκειται για ένα πενταετούς διάρκειας πρότζεκτ το οποίο ολοκληρώνεται το 2011 και έχει σκοπό να φέρει στην επιφάνεια ξεχασμένα αριστουργήματα της ναπολιτάνικης μουσικής σχολής. Πολύτιμοι αρωγοί του Μούτι στην προσπάθειά του να «φωτίσει» άγνωστα έργα της γενέτειράς του είναι τα μέλη της ορχήστρας «Λουίτζι Κερουμπίνι», την οποία ο ίδιος ίδρυσε το 2004 και αποτελείται από μουσικούς κάτω των 30 ετών, προερχόμενους από ολόκληρη την ιταλική επικράτεια.

Το ραντεβού μας ορίστηκε για την επομένη της πρεμιέρας σε ένα μικρό καφέ στη γοητευτική Παλιά Πόλη. Συνεπής στην ώρα του, ντυμένος σπορ, με μπεζ παντελόνι και γαλάζιο πουκάμισο, με χαιρέτησε από μακριά με μια κίνηση του χεριού και ένα πλατύ χαμόγελο. Προτού ενεργοποιήσω το κασετόφωνο για να καταγράψω την «επίσημη» κουβέντα μας, μιλήσαμε για πολλά: για την περίφημη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης, με την οποία έρχεται σε λίγες ημέρες στο Μέγαρο προτού επιστρέψει στο Σάλτσμπουργκ προκειμένου να γιορτάσει μαζί της 40 χρόνια συνεργασίας, για το παρελθόν, το μέλλον αλλά και για τις εξελίξεις στην Ελλάδα, για τις οποίες εμφανίστηκε πληροφορημένος με εντυπωσιακή λεπτομέρεια. «Να δεις που εσείς οι Ελληνες θα τα καταφέρετε στο τέλος» μου είπε λίγο προτού χωρίσουμε. «Τι, δεν το πιστεύεις;» με ρώτησε διακρίνοντας, ίσως, κάποια αμηχανία στο βλέμμα μου. «Εγώ δεν έχω καμία αμφιβολία, είμαι βέβαιος…».

Ομολογώ ότι εκπλήσσομαι από το πόσο ενημερωμένος είστε για την κατάσταση στην Ελλάδα. Πώς έτσι; Εχετε κάποια ιδιαίτερη σχέση με τη χώρα μας;
«Η αλήθεια είναι ότι παρακολουθώ τις εξελίξεις πολύ στενά. Η Ελλάδα είναι για μένα η δεύτερη πατρίδα μου, η χώρα της καρδιάς μου. Σε όλη μου τη ζωή ήμουν υπερήφανος για το ότι γεννήθηκα σε μια περιοχή που κάποτε λεγόταν Μεγάλη Ελλάδα. Μελέτησα για χρόνια αρχαία ελληνικά, ήρθα σε επαφή με την αρχαιοελληνική σκέψη και τη φιλοσοφία. Πιστεύω λοιπόν βαθιά – και αυτό είναι κάτι που επαναλαμβάνω διαρκώς σε συζητήσεις μου τους τελευταίους μήνες τόσο στην Ιταλία όσο και στο εξωτερικό – ότι όλη αυτή η κληρονομιά που κουβαλά η χώρα αυτή είναι πιο δυνατή από την κρίση. Και δεν το λέω με διάθεση παρελθοντολαγνείας. Ανέκαθεν πίστευα ότι οι ρίζες ενός λαού μάς λένε πολλά για το μέλλον του. Αλλωστε, σε αυτή την κρίση η Ελλάδα δεν είναι μόνη. Πολλές χώρες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, συμπεριλαμβανομένης, φυσικά, και της δικής μου».

Συμφωνείτε με όσους υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη ζει τη δυσκολότερη περίοδο μετά τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο;
«Δεν είμαι οικονομολόγος και δεν μου αρέσει να εκφέρω άποψη επί παντός επιστητού. Για να είμαι ειλικρινής, πιστεύω ότι κάτι τέτοιο, το να μιλάς δηλαδή με ύφος περισπούδαστο για τα πάντα, περισσότερο μπερδεύει τον κόσμο παρά προσφέρει το οτιδήποτε. Το σίγουρο είναι ότι ζούμε μια μακρά μεταβατική περίοδο. Πολλή κουβέντα γίνεται για τα αίτια των διαφόρων ζητημάτων που έχουν ανακύψει, ενώ οι συνέπειές τους είναι μάλλον αδύνατον να προβλεφθούν με ακρίβεια. Είναι φανερό ότι ούτε οι ειδικοί μπορούν να ομονοήσουν. Τα οικονομικά προβλήματα είναι πολύ σοβαρά, αλλά δεν είναι τα μοναδικά. Υπάρχει, ας πούμε, το πολύ σοβαρό θέμα της ενσωμάτωσης των μεταναστών που αναζητούν την τύχη τους στην Ευρώπη έχοντας έρθει από διάφορα σημεία του πλανήτη. Διαφορετικές φυλές, κουλτούρες, θρησκείες, και από την άλλη πολλή έλλειψη κατανόησης απέναντι σε όλα αυτά...».

Η μουσική, η τέχνη γενικότερα, μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που επισημάνατε;
«Ασφαλώς. Το στοίχημα για την Ευρώπη δεν είναι απλώς να στεγάσει όλους αυτούς τους ανθρώπους, όπως ένα μουσείο τα εκθέματά του. Καλείται να καλλιεργήσει τον διάλογο, την κατανόηση, να ενσωματώσει – όχι να αθροίσει ή μάλλον να στοιβάξει – στον ήδη υπάρχοντα πληθυσμό μερικούς ακόμη ανθρώπους β΄ κατηγορίας. Η μουσική λοιπόν μπορεί να προσφέρει πολλά: Είναι μια διεθνής γλώσσα η οποία δεν δίνει διαταγές, δεν καταστέλλει, αλλά μιλάει για αισθήματα τα οποία, ως γνωστόν, υπερβαίνουν τις όποιες διαφορές, φυλετικές ή θρησκευτικές. Και επειδή εκ φύσεως αντιπαθώ τις μεγαλοστομίες, σας λέω ότι τον ρόλο που μπορεί να παίξει η μουσική στην κατεύθυνση της φιλίας των μεμονωμένων ανθρώπων και των λαών τον έχω δει στην πράξη, τον έχω βιώσει ο ίδιος. Και δεν κρύβω ότι με έχει εκπλήξει η δυναμική που διαπίστωσα. Ισως σε τέτοια έκταση δεν την περίμενα…».

Σε τι ακριβώς αναφέρεστε;
«Πριν από αρκετά χρόνια, εκεί γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’90, εγκαινιάσαμε τις “Συναυλίες της Φιλίας” με το Φεστιβάλ της Ραβένας, της πόλης όπου ζω. Ξεκινώντας από το Σαράγεβο, λίγο μετά τη λήξη του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία, βρεθήκαμε σε πολλές πάσχουσες περιοχές του πλανήτη: σε χώρες πληγωμένες από συρράξεις, από φυσικές καταστροφές, από τρομοκρατικές ενέργειες… Πάντα λοιπόν, εκτός από τις σημαντικές ιταλικές ορχήστρες με τις οποίες επισκέπτομαι τα μέρη αυτά, καλώ και ντόπιους μουσικούς να συμμετάσχουν στις συναυλίες. Εχω δει ανθρώπους τελείως άγνωστους μεταξύ τους, ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου, που έχουν άλλη θρησκεία και κοσμοθεωρία, να μοιράζονται το ίδιο αναλόγιο και όλη αυτή η διαδικασία να αποτελεί την αρχή μιας δυνατής ανθρώπινης σχέσης. Mπορώ δε να σας εξομολογηθώ ότι αυτή η εμπειρία με απασχολεί όλο και περισσότερο το τελευταίο διάστημα για λόγους πολύ συγκεκριμένους».

Δηλαδή;
«Αισθάνομαι ότι τώρα με την κρίση η κουλτούρα έχει γίνει ένα είδος “καραμέλας”. Ξαφνικά την έχουν ανακαλύψει οι πολιτικοί, τα media… Ακούς συχνά μεγαλόστομες διακηρύξεις, θεωρίες, όμορφα λόγια, συζητήσεις επί συζητήσεων, οι οποίες, δυστυχώς, τις περισσότερες φορές παραμένουν κενές περιεχομένου. Ωστόσο η κουλτούρα δεν είναι σλόγκαν, δεν είναι ένα βολικό άλλοθι προκειμένου να προσελκύσει κανείς ευκαιριακή δημοσιότητα. Ναι μεν μπορεί να παίξει ουσιαστικό ρόλο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα αναλάβουμε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και θα δουλέψουμε με σοβαρότητα προκειμένου να τις φέρουμε εις πέρας».

Για παράδειγμα;
«Θα μπορούσα να μιλήσω και πάλι για την Ελλάδα. Για μένα που είμαι άνθρωπος του πολιτισμού ο ρόλος της στην Ενωμένη Ευρώπη είναι απολύτως διακριτός. Οχι μόνο λόγω του παρελθόντος της αλλά και λόγω των δυνατοτήτων που βλέπω για το μέλλον, υπό την προϋπόθεση, επαναλαμβάνω, ότι θα αξιοποιηθούν. Σκέπτομαι ότι, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η χώρα σας θα μπορούσε να αποτελέσει πολύ σημαντικό δίαυλο επικοινωνίας της ευρωπαϊκής κουλτούρας στη Μέση Ανατολή και στον ευρύτερο αραβικό κόσμο. Αν η Ευρώπη δεν κατορθώσει να μεταφέρει το μήνυμα του πολιτισμού, ένα μήνυμα κατεξοχήν ειρηνευτικό στη Μέση Ανατολή, τότε φοβάμαι ότι υπάρχει κίνδυνος να μεταφέρει η Μέση Ανατολή το κλίμα βίας και θρησκευτικής αντιπαράθεσης στην Ευρώπη. Σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση ο καθένας καταλαβαίνει ότι οι συνέπειες θα είναι ανυπολόγιστες…».

Εσείς, αλήθεια, πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη μουσική; Υπήρξε κάποια ιδιαίτερη επιρροή, μια μοιραία συνάντηση;
«Πέρα από τους γονείς μου, που μου συμπαραστάθηκαν ουσιαστικά, ο πρώτος μου μέντορας – το έχω πει αρκετές φορές – ήταν ο Νίνο Ρότα. Πράγματι, τη συνάντησή μου μαζί του τη θεωρώ μοιραία. Ημουν μικρό παιδί και ζούσα με την οικογένειά μου στη Μολφέτα, όπου είχα ήδη αρχίσει να σπουδάζω μουσική. Κάποια στιγμή πήγα να δώσω εξετάσεις στο μουσικό λύκειο του Μπάρι, προτού ακόμη γίνει ωδείο. Θυμάμαι πάντοτε εκείνη την ημέρα. Η ώρα είχε περάσει και είχαμε μείνει μόνο τέσσερις. Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ένας άνθρωπος όχι ψηλός, αλλά με μια ιδιότυπη επιβλητικότητα: δυο λαμπερά μάτια που απέπνεαν μια απίστευτη ηρεμία. “Πόσοι είστε;” μας ρώτησε. Εμένα η αγωνία μου είχε κορυφωθεί, είχα φτάσει στο σημείο να εύχομαι να αναβληθούν οι εξετάσεις για την επομένη και μάλιστα του το πρότεινα. Εκείνος μου είπε να τον ακολουθήσω. Πήγαμε σε ένα άλλο δωμάτιο, όπου υπήρχε ένα πιάνο, και μου ζήτησε να παίξω. Επαιξα, θυμάμαι, Σοπέν. “Θα εξεταστείς σήμερα” τον άκουσα να λέει. Οταν τελειώσαμε με πλησίασε και μου είπε: “Σου βάζω άριστα όχι για το πώς έπαιξες σήμερα αλλά για το πώς είμαι σίγουρος ότι θα παίξεις αύριο”…».

Μετά; Συνεχίστηκε η επαφή σας;
«Bεβαίως. Μου σύστησε να συνεχίσω τις σπουδές μου στο Μπάρι. Ημουν όμως μόλις 15 ετών και δεν ήταν εύκολο να μετακομίσω χωρίς την οικογένειά μου. Ο Ρότα μίλησε στους γονείς μου, εκείνοι αποφάσισαν ότι άξιζε τον κόπο και μετακινηθήκαμε όλοι μαζί: μητέρα, πατέρας, αδέλφια… Το όλο σκηνικό έμοιαζε με ταινία του Τορνατόρε. Εκτοτε στάθηκε πάντα κοντά μου και χάρη σε εκείνον ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με τον μαγικό κόσμο της ορχήστρας…».

Τι έχει αλλάξει, άραγε, σε αυτόν τον κόσμο στο διάστημα των 40 χρόνων της καριέρας σας;
«Την πρώτη μου θέση ως μουσικού διευθυντή την ανέλαβα το 1968, σε ηλικία 27 ετών. Στο διάστημα όλων αυτών των χρόνων έγιναν πολλές αλλαγές παντού, σε κάθε τομέα της ζωής. Στην επιστήμη, στην τεχνολογία, στην καθημερινότητά μας, στο θέαμα… Οι ορχήστρες, λοιπόν, δεν θα μπορούσαν να μείνουν ανεπηρέαστες. Σε γενικές γραμμές, σήμερα είναι μάλλον καλύτερες τεχνικά, αλλά οι περισσότερες έχουν χάσει την ταυτότητά τους. Κάποτε άκουγες μια ορχήστρα στο ραδιόφωνο και μπορούσες αμέσως να διακρίνεις αν είναι αμερικανική, ιταλική, γαλλική ή ρωσική. Σήμερα ζούμε στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου ήχου. Ελάχιστες είναι αυτές οι οποίες έχουν αναγνωρίσιμο στίγμα. Η Φιλαρμονική της Βιέννης, για παράδειγμα, με την οποία έρχομαι αυτή τη φορά στην Αθήνα. Μια άλλη – και αυτό έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στο να αποδεχθώ τη θέση του μουσικού διευθυντή – είναι η Συμφωνική του Σικάγου, όπου η θητεία μου αρχίζει τον Σεπτέμβριο».

Η αλήθεια είναι ότι αυτή η συνεργασία συζητήθηκε πολύ. Μετά την αποχώρησή σας από τη Σκάλα του Μιλάνου είχατε δηλώσει ότι δεν επιθυμείτε πλέον κάποια άλλη διοικητική θέση…
«Το είχα πει, είναι αλήθεια, σε όλους τους τόνους. Και το πίστευα. Οπως σας είπα προηγουμένως, την πρώτη μου θέση ως μουσικού διευθυντή, στην Ορχήστρα του Μουσικού Φλωρεντινού Μαΐου, την ανέλαβα πολύ νέος. Μετά ήρθε η Φιλαρμόνια του Λονδίνου, η Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας των ΗΠΑ, η Σκάλα… Θεωρούσα, λοιπόν, ότι 40 χρόνια σε διοικητικές θέσεις ήταν αρκετά. Ηθελα να απολαύσω, πλέον, ελεύθερα τη χαρά τού να κάνεις μουσική απαλλαγμένος από συσκέψεις, προγραμματισμούς ή ακόμη και οικονομικούς προϋπολογισμούς. Επέστρεψα στο Σικάγο, ως προσκεκλημένος αρχιμουσικός, το 2007 ύστερα από 35, περίπου, χρόνια απουσίας. Και ήταν μια συνεργασία μαγική, γεμάτη ενέργεια. Στη συνέχεια έλαβα πολλά γράμματα από τους μουσικούς της ορχήστρας, οι διοικητικοί παράγοντες ήρθαν επανειλημμένως να με βρουν σε διάφορα σημεία του κόσμου, συζητήσαμε εκτενώς, είδα ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις και έτσι οι δισταγμοί μου κάμφθηκαν…».

Το γεγονός ότι αυτήν την εποχή ορισμένες από τις μεγαλύτερες ορχήστρες των ΗΠΑ, κυρίως, στρέφονται σε πολύ νέους μαέστρους για τη θέση του μουσικού διευθυντή πώς το βλέπετε;
«Είναι γνωστό ότι αγαπώ πολύ τους νέους μουσικούς. Η επαφή μου μαζί τους μου προσφέρει πολλά πράγματα: ενθουσιασμό, φρεσκάδα, δυναμισμό, πάθος και ίσως την αθωότητα την οποία μοιραία χάνει κανείς με τα χρόνια. Ο αρχιμουσικός όμως, και πολύ περισσότερο ο μουσικός διευθυντής όταν μάλιστα μιλάμε για μια κορυφαία ορχήστρα, είναι μια άλλη ιστορία. Η εμπειρία είναι πολύ σημαντικός παράγοντας. Στον πολύ κόσμο η δουλειά του μαέστρου δεν είναι ίσως απολύτως ξεκάθαρη, και αυτό το κατανοώ πλήρως. Δεν είναι τόσο συγκεκριμένη όπως αυτή του συνθέτη ο οποίος γράφει ένα έργο εκ του μηδενός ή του ερμηνευτή που παράγει τον ήχο είτε με τη φωνή του είτε με το μουσικό όργανο…».

Αλήθεια, θα μπορούσατε να την ορίσετε, να την περιγράψετε με κάποιον τρόπο;
«Εχω προσπαθήσει σε μία-δύο περιπτώσεις. Πριν από μερικούς μήνες, στην απονομή ενός βραβείου στη Νέα Υόρκη, θυμήθηκα για μία ακόμη φορά τον δάσκαλό μου, τον Αντονίνο Βότο. Οταν, καμιά φορά, φοιτητές πηγαίναμε και τον ρωτούσαμε το ένα ή το άλλο, αυτός μας κοιτούσε με ένα αδιόρατο χαμόγελο και μας έλεγε με χιούμορ: “Τι ανησυχείτε; Δεν χρειάζεται να παίξετε κάποιο όργανο ή να τραγουδήσετε. Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να κατεβάσετε με το χέρι σας την μπαγκέτα. Δεν μπορεί, κάτι θα συμβεί…”. Από την άλλη, στην ίδια εκείνη εκδήλωση θυμήθηκα και τον Βιτόριο Γκουί, τον αείμνηστο ιδρυτή του Μουσικού Φλωρεντινού Μαΐου. Ηταν 90 χρόνων και εγώ 27 όταν μου έλεγε πόσο κρίμα το έβρισκε να έχει φτάσει κοντά στον θάνατο ακριβώς τη στιγμή που άρχισε να καταλαβαίνει τι σημαίνει διεύθυνση ορχήστρας. Το σημαντικό δεν είναι να δαμάσεις τον χρόνο, αλλά να μπορέσεις να αντλήσεις από την ψυχή του μουσικού αίσθημα, όχι νότες. Εχουμε μια ιδέα την οποία προσπαθούμε να εκφράσουμε με τα χέρια, να τη μεταδώσουμε στο μυαλό, στην καρδιά και στα δάχτυλα του μουσικού και μέσω αυτού στο κοινό, με την ελπίδα να αγγίξουμε και τη δική του καρδιά. Μακριά διαδρομή…».

Είναι, λέτε, μια διαδικασία που απαιτεί εμπειρία ζωής;
«Ασφαλώς. Το να δαμάσεις τον χρόνο, επαναλαμβάνω, είναι εύκολο. Το να κάνεις μουσική όμως είναι πολύ δύσκολο. Σήμερα υπάρχουν μαέστροι οι οποίοι περνούν από το συμφωνικό ρεπερτόριο στην όπερα χωρίς να έχουν ιδέα για τον κόσμο του θεάτρου. Το αποτέλεσμα είναι να παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους οι σκηνοθέτες και η μουσική να καταλήγει σχεδόν ντεκόρ. Αυτό έχει ολέθριες συνέπειες και ευθύνεται για πολλά από τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει ο χώρος της όπερας σήμερα. Η ευκολία, η ταχύτητα και ο επιφανειακός εντυπωσιασμός συχνά αποδεικνύονται μπούμερανγκ. Δεν είμαι καθόλου εναντίον της μοντέρνας σκηνοθεσίας. Στην καριέρα μου έχω κάνει επτά παραγωγές με τον Λούκα Ρονκόνι, ο οποίος μόνο συντηρητικός σκηνοθέτης δεν μπορεί να θεωρηθεί. Εχω όμως πρόβλημα όταν η μουσική υποβαθμίζεται, όταν προσβάλλεται το πνεύμα του συνθέτη και όταν οι τραγουδιστές μένουν αβοήθητοι και εκτεθειμένοι. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους νέους τραγουδιστές…».

Αλλά;
«Το 2001 κάναμε τον “Οθέλλο” στη Σκάλα με τον Ντομίνγκο. Ο Πλάθιντο, τότε, είχε ήδη τραγουδήσει τον ρόλο γύρω στις 300 φορές κατά τη διάρκεια της καριέρας του. Και όμως, παρά την τεράστια εμπειρία του, τον δουλέψαμε εκ του μηδενός επί 20 ημέρες στο πιάνο. Εκείνος μαζί μου και εγώ μαζί του. Μπορώ να σας πω ότι ήταν μια τρομερή εμπειρία και για τους δυο μας. Δυστυχώς, αυτός ο τρόπος δουλειάς στις μέρες μας γίνεται όλο και πιο σπάνιος, τείνει να εξαφανιστεί».

Τραγουδιστές με στόφα πραγματικού σταρ, όπως ας πούμε ο Ντομίνγκο που αναφέρατε ή ο Παβαρότι ή παλαιότερα η Κάλλας και η Τεμπάλντι, υπάρχουν σήμερα;
«Οχι, αλλά αυτό είναι κάτι το οποίο δεν αφορά αποκλειστικά τον χώρο της όπερας ή της κλασικής μουσικής. Ταλέντο υπάρχει, λείπουν όμως οι προσωπικότητες. Οι καλλιτέχνες “αναλώνονται”, αν μου επιτρέπεται η λέξη, πολύ γρήγορα. Πέρα από την τηλεόραση και τα νέου τύπου media, που λόγω του τρόπου λειτουργίας τους ανεβοκατεβάζουν ανθρώπους πολύ γρήγορα, σε έναν βαθμό φταίει και ο σύγχρονος τρόπος ζωής. Δεν είναι εύκολο, ας πούμε, να ταξιδεύεις διαρκώς από τη μία άκρη του κόσμου στην άλλη και παράλληλα να διατηρείς τη φωνή σου στην καλύτερη δυνατή φόρμα, να μελετάς και να δίνεις το μάξιμουμ των δυνατοτήτων σου στη σκηνή. Κάποτε οι ρυθμοί ήταν πολύ διαφορετικοί, σέβονταν την ανθρώπινη φύση…».

Τι νόημα έχει, αλήθεια, για εσάς η λέξη επιτυχία;
«Διαφορετικό σήμερα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Οταν ξεκινούσα, επιτυχία για μένα σήμαινε το να γίνω περισσότερο γνωστός, να έχω όσο το δυνατόν ευρύτερες επιλογές επάνω σε αυτό που λέμε καριέρα. Σήμαινε, για να το πω απερίφραστα, κάτι που είχε να κάνει περισσότερο με τον εαυτό μου. Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ. Αισθάνομαι χορτασμένος και αυτό το λέω χωρίς καμία διάθεση να φανώ αλαζονικός. Παραμένω παθιασμένος με τη μουσική, αλλά αυτό το δώρο που μου προσφέρθηκε στη ζωή θέλω πλέον να το μοιραστώ με άλλους. Οχι απαραίτητα σε ένα θέατρο ή σε μια αίθουσα συναυλιών, αλλά όπου υπάρχουν άνθρωποι διατεθειμένοι να ακούσουν αυτό που έχω να πω».

Πού ας πούμε;
«Μία από τις πιο δυνατές στιγμές που έχω ζήσει ήταν η επίσκεψή μου σε μια φυλακή στα προάστια του Μιλάνου πριν από μερικούς μήνες. Πήγα ύστερα από πρόσκληση μιας ομάδας κρατουμένων. Δεν θα χαρακτήριζα τη συνάντηση αυτή συναυλία, ήταν μάλλον ένας διάλογος. Για δύο ώρες έπαιξα στο πιάνο έργα του Σούμπερτ, του Σούμαν και του Μπετόβεν και στη συνέχεια κουβεντιάσαμε, ανταλλάξαμε απόψεις. Μου είπαν ότι ένιωσαν τι θα πει ελευθερία του νου και δεν κρύβω ότι συγκινήθηκα πολύ. Ηταν μία από τις στιγμές που αισθάνθηκα σε όλο του το μεγαλείο τον κοινωνικό ρόλο τον οποίο επιτελεί η μουσική. Τους υποσχέθηκα να επιστρέψω σύντομα και θα το κάνω οπωσδήποτε. Θα το προσπαθήσω όμως και στο Σικάγο. Σε πρώτη φάση έχω σκεφθεί να πάω σε φυλακές ανηλίκων».

Με την Οπερα της Ρώμης τι γίνεται; Θα αναλάβετε, τελικά, τη θέση του διευθυντή;
«Αυτή τη στιγμή που μιλάμε δεν έχω ακόμη υπογράψει. Προσπαθώ να καταλάβω τι ακριβώς έχει σκοπό να κάνει η χώρα μου στον τομέα της κουλτούρας. Σε ό,τι αφορά τα λυρικά θέατρα – πιθανώς το έχετε διαβάσει – αυτή τη στιγμή στην Ιταλία επικρατεί τρομερός αναβρασμός λόγω των περικοπών που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση. Σχετικά με την Οπερα της Ρώμης υπάρχει η διάθεση να αποκτήσει ξανά τη λάμψη του παρελθόντος, η οποία ωστόσο σήμερα έχει ξεθωριάσει».

Εχει γραφτεί ότι, αν αναλάβετε τελικά, φιλοδοξείτε να φτιάξετε έναν άξονα ανάμεσα στη Ρώμη και στη γενέτειρά σας, τη Νάπολι.
«Αλήθεια είναι. Η Ιταλία – το έχω πει πολλές φορές – είναι η χώρα των θεάτρων. Ο Νότος, ο φτωχός, ο υποβαθμισμένος Νότος για τον οποίο τόσα λέγονται και γράφονται κατά καιρούς, κουβαλά πολύ πλούσια πολιτιστική παράδοση. Ονειρεύομαι λοιπόν, πράγματι, έναν άξονα, όχι μόνο με τη Νάπολι αλλά και με την Κατάνια, το Παλέρμο, το Μπάρι. Και γιατί όχι; Φυσική επέκταση αυτού του άξονα θα μπορούσε να είναι η Ελλάδα».

Με ποιον τρόπο;
«Με διάφορους. Η θερινή σκηνή της Οπερας της Ρώμης, θυμίζω, είναι οι Θέρμες του Καρακάλλα. Σκέπτομαι ότι θα μπορούσε να γίνει κάποιου είδους συνεργασία με το θέατρο της Επιδαύρου. Είναι μόνο μια ιδέα, θα μπορούσαν να βρεθούν πολλές. Και αυτό δεν είναι άσχετο με όσα είπαμε στην αρχή της κουβέντας μας για την ανάγκη διάδοσης της ευρωπαϊκής κουλτούρας. Οι χώρες μας μοιράζονται πολλά κοινά, σε πολλά επίπεδα, και αισθάνομαι ότι έχουμε και αυξημένη ευθύνη σε αυτή την κατεύθυνση. Αρκεί, επαναλαμβάνω, να υπάρξουν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες οι οποίες δεν θα μείνουν στα λόγια…».

Ο Ρικάρντο Μούτι θα διευθύνει τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης στις 22 Ιουνίου, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Η συναυλία, με έργα των Μότσαρτ, Σούμπερτ και Τσαϊκόφσκι, πραγματοποιείται με τη χορηγία του Κωνσταντίνου και της Γέλης Αγγελοπούλου και του Ιδρύματος Λαμπράκη. Πληροφορίες στο τηλ. 210 7282 333. Για όσους δεν καταφέρουν να εξασφαλίσουν εισιτήριο η συναυλία θα μεταδοθεί ζωντανά, μέσω γιγαντοοθόνης, στον κήπο του Μεγάρου Μουσικής.

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 503, σελ. 26-32, 6/06/2010.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk