Κόλιν ΦερθΧωρίς προκατάληψη

Ο Κόλιν Φερθ βγαίνει στο φως. Υποψήφιος για Οσκαρ για τον ρόλο του στο «Ενας άνδρας μόνος», μιλάει αποκλειστικά στο ΒΗΜagazino για τη συνεργασία του με τον Τομ Φορντ, την ομοφυλοφιλία και την προκατάληψη του Χόλιγουντ, αλλά και για τα πεθερικά του!

Ο Κόλιν Φερθ βγαίνει στο φως. Υποψήφιος για Οσκαρ για τον ρόλο του στο
«Ενας άνδρας μόνος», μιλάει αποκλειστικά στο ΒΗΜagazino για τη συνεργασία του
με τον Τομ Φορντ, την ομοφυλοφιλία και την προκατάληψη του Χόλιγουντ,
αλλά και για τα πεθερικά του!

Δεν θυμόμουν ότι ήταν τόσο ψηλός, κοντά στα 1,90, και δεν περίμενα ότι το πρόσωπό του θα ήταν πιο φρέσκο από το καλοκαίρι του 2007 που τον είχα δει, όταν γύριζε τη «Mammamia!» στη Σκόπελο. Αδύνατος, απλά αλλά ακριβά ντυμένος, ο Κόλιν Φερθ αυτή την εποχή δείχνει 40άρης, ενώ στην πραγματικότητα κλείνει τα 50 του χρόνια τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Οπως τον παρατηρούσα, καθισμένο στην αφράτη πολυθρόνα του ξενοδοχείου «Soho» την προπερασμένη Δευτέρα στο Λονδίνο, πέρασε στιγμιαία από το μυαλό μου ότι θα ήταν ένας ταιριαστός Τζέιμς Μποντ – στα προ Ντάνιελ Κρεγκ πρότυπα του 007. Κατά σύμπτωση, ο ήρωας του Ιαν Φλέμινγκ θα προκύψει στην κουβέντα μας, αν και με μια εντελώς διαφορετική αφορμή.

Ο λόγος για τον οποίο ο περίφημος Ντάρσι του τηλεοπτικού «Περηφάνια και προκατάληψη» βρίσκεται μπροστά μου λέγεται Τζορτζ και είναι ο σημαντικότερος ήρωας στη φιλμογραφία ενός ηθοποιού που βρίσκεται στον χώρο από τη δεκαετία του ’80, αλλά ποτέ δεν εκτιμήθηκε όσο του αξίζει. Στην ταινία «Ενας άνδρας μόνος», που έβαλε τον διάσημο σχεδιαστή μόδας Τομ Φορντ για πρώτη φορά στην καρέκλα του σκηνοθέτη, ο Τζορτζ είναι ένας ήσυχος βρετανός καθηγητής στο Λος Αντζελες, του οποίου ο κόσμος καταρρέει όταν μαθαίνει ότι ο σύντροφός του, ο Μάθιου Γκουντ, σκοτώθηκε σε τροχαίο.

Μέσα από εικόνες σπάνιας εικαστικής ομορφιάς, ο Τομ Φορντ πλάθει το σπαρακτικό πορτρέτο του Τζορτζ και το αποτέλεσμα σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό. Οσο για τον Φερθ, δεν έχει υπάρξει ποτέ καλύτερος, γεγονός που έγινε αντιληπτό από το περυσινό Φεστιβάλ Βενετίας που χάρισε στον ηθοποιό το βραβείο Volpi ανδρικής ερμηνείας. Μία ημέρα μετά τη συνάντησή μας, ο Φερθ θα άκουγε το όνομά του ανάμεσα στα πέντε των εφετινών υποψηφίων για το Οσκαρ α΄ ανδρικού ρόλου.

Είχατε διαβάσει το μυθιστόρημα του Κρίστοφερ Ισεργουντ προτού σας προτείνουν τον ρόλο του Τζορτζ;

«Οχι, αλλά το διάβασα μετά. Δεν πήρα αποφάσεις από πριν για το πώς θα προσεγγίσω αυτόν τον ήρωα. Ο Τζορτζ είναι ένας άνθρωπος που πενθεί. Δεν ήθελα να τον παρουσιάσω ως θέαμα, δεν ήθελα να κάνω τη ζωή του μια έκθεση συναισθημάτων. Είμαι της γνώμης ότι δεν μπορείς να πεις την ιστορία σου κατ’ αυτόν τον τρόπο, γιατί έτσι κινδυνεύεις να αποξενώσεις τον θεατή. Ηθελα να τον παρουσιάσω διατρέχοντας μέσα από τη φλέβα του εσωτερικού του κόσμου. Μπορείς να γίνεις εξωστρεφής με μέτρο – όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο από το σενάριο. Στη σκηνή όπου χτυπώ την πόρτα της Τζούλιαν Μουρ μέσα στη βροχή είμαι αρκετά εξωστρεφής. Ο Τομ Φορντ όμως εκφράζεται πολύ όμορφα, σαν να σκηνοθετεί ένα κομμάτι μουσικής. Νομίζω ότι αν ο Τζορτζ γίνεται τελικά αγαπητός το οφείλει στην αξιοπρέπεια με την οποία χειρίζεται την τραγικότερη ημέρα της ζωής του. Για παράδειγμα, ενώ ο κόσμος του καταρρέει, εκείνος δεν χάνει ποτέ την ευγένειά του. Και αυτό δεν οφείλεται στο βρετανικό φλέγμα του, αλλά κυρίως στην ανικανότητά του να αντιμετωπίσει τη στιγμή. Για μένα σημασία έχει ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι να χωνέψει ο Τζορτζ την τραγωδία. Γνωρίζω ανθρώπους που θα αντιδρούσαν στο λεπτό μπροστά σε κάτι τόσο τραγικό, όμως, σύμφωνα με τους διαλόγους που είχαμε, ο Τζορτζ δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Δεν είναι ο τύπος του “Ω Θεέ μου! Τι θα κάνω τώρα!”, που ουρλιάζει και έχει έντονες αντιδράσεις. Είναι ο τύπος που θα πει “σας ευχαριστώ που με πήρατε” και θα κλείσει ήρεμα το τηλέφωνο. Είναι έτοιμος να ξαναμπεί στη ζωή του εκεί όπου πριν από λίγα λεπτά την είχε αφήσει. Δεν είναι ακόμη έτοιμος για να γίνει καταστρεπτικός».

Ο ρόλος του Τζορτζ δείχνει ακόμη πιο δύσκολος απ’ όσο πιθανόν να ήταν, καθώς εμφανίζεστε σε όλα σχεδόν τα πλάνα της ταινίας με πολύ μεγάλες σκηνές σε διάρκεια.

«Αυτό οφείλεται στο ότι ο Τομ δεν σταματούσε να γυρίζει! Αν μια σκηνή τελείωνε όταν τελείωναν οι διάλογοί της, ο Τομ προτιμούσε να μη σταματά το ρολάρισμα της κάμερας. Θα έπρεπε να τελειώσει το φιλμ στην μπομπίνα για να σταματήσει! Η σκηνή της ανακοίνωσης του θανάτου του φίλου του Τζορτζ, την οποία γυρίσαμε τρεις φορές, θα πρέπει να διαρκεί περίπου 10-12 λεπτά! Ολες δε οι σκηνές γυρίστηκαν μια κι έξω, χωρίς διακοπές».

Υπήρξε κάποια εξήγηση για αυτή την τεχνική; Συνήθως για λόγους οικονομίας γίνεται ακριβώς το αντίθετο…

«Νομίζω ότι ο Τομ Φορντ ενδιαφερόταν να δει τι θα μπορούσε να γίνει παρακάτω στη σκηνή και υποθέτω ότι του άρεσαν όσα γίνονταν, γι’ αυτό και τις περισσότερες φορές τα κράτησε. Αφηνε απλώς το πράγμα να “πηγαίνει”. Και ήταν λίγο παράξενο το συναίσθημα που ένιωθα εκείνη την ώρα. Γιατί περνούσαν τα λεπτά, και εκεί που νόμιζα ότι είχαμε τελειώσει με τη σκηνή, δεν την είχαμε τελειώσει. Είχα την εντύπωση ότι όλος ο κόσμος είχε πάει για διάλειμμα μεσημεριανού ή σπίτι του και εγώ βρισκόμουν εκεί μέσα μόνος. Γιατί, μέσα σε όλα, όταν γυρίζαμε ο Τομ δεν ήθελε το συνεργείο κοντά στις σκηνές. Κοντά μας βρίσκονταν μόνο ο οπερατέρ και ο τεχνικός ήχου…».

Ως ηθοποιός βρήκατε κάποιο ενδιαφέρον στοιχείο σε αυτή την τεχνική;

«Αποδείχθηκε πολύ χρήσιμη, γιατί, αφήνοντας τα πράγματα να προχωρούν, ο Τομ Φορντ “συνελάμβανε τη στιγμή”. Χωρίς φούρια και άγχος. Για μένα ένα από τα χαρίσματα του Τομ Φορντ είναι ότι δεν φοβάται ούτε τη σιωπή ούτε την ακινησία. Δεν φοβάται για το πώς θα φανεί το πρόσωπο ενός ηθοποιού χωρίς να πρέπει να αλλάξει η γωνία λήψης. Με άλλα λόγια, εμπιστεύεται τους συνεργάτες του. Και όταν έχεις την εμπιστοσύνη ενός τόσο ευφυούς ανθρώπου δεν μπορείς παρά να ανεβάσεις τον πήχη ψηλότερα, να του προσφέρεις το 120% των δυνατοτήτων σου. Ο μόνος κίνδυνος σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι, εφόσον δεν ξέρεις τι πρόκειται να γίνει μετά την προγραμματισμένη σκηνή, δεν μπορείς να έχεις προετοιμαστεί αναλόγως. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορείς να είσαι διαρκώς προετοιμασμένος για όλα».

Πώς θα σχολιάζατε αυτό που πολύς κόσμος έχει πει για την ταινία, ότι είναι «υπερβολικά όμορφη» στην όψη της;

«Γνωρίζω ότι αυτό έχει ειπωθεί από τον κόσμο, αλλά διαφωνώ καθέτως διότι τίποτε δεν έγινε επιτηδευμένα. Πιστεύω ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους αρκετός κόσμος έχει καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα οφείλεται στο ότι ο Τομ Φορντ προέρχεται από τον κόσμο της μόδας, άρα τα πάντα θα έπρεπε να είναι πολύ όμορφα, από τα κοστούμια και τα σκηνικά ως τον συνολικότερο σχεδιασμό της ταινίας. Θα συμφωνήσω ότι το φιλμ δείχνει πολύ όμορφο, αλλά για μένα – και μιλώ υποκειμενικά, γιατί βρίσκομαι μέσα στην ταινία – όλα εξυπηρετούν στο να ειπωθεί σωστά το τι συμβαίνει στη ζωή του Τζορτζ. Τίποτε δεν είναι περιττό. Για παράδειγμα, ο Τζορτζ ντύνεται με τον τρόπο που ντύνεται γιατί, αν δεν το κάνει, η ζωή του θα καταρρεύσει. Ο ίδιος ο Τομ Φορντ μου έλεγε ότι όταν έχει μια πραγματικά κακή ημέρα τα κορδόνια των παπουτσιών του θα πρέπει να είναι δεμένα σφιχτά, το παντελόνι σιδερωμένο στην τρίχα, το πουκάμισο πεντακάθαρο. Οταν μέσα σου νιώθεις χάλια, ο εξωτερικός έλεγχος είναι το μόνο που έχεις. Ολα αυτά λοιπόν μου έδωσαν μια απίστευτη ελευθερία. Ο τρόπος με τον οποίο ο Τζορτζ ντύνεται με βοήθησε να τον αντιληφθώ καλύτερα ως ήρωα! Οσο για τον λόγο για τον οποίο όλα δείχνουν τόσο όμορφα, ακολουθήσαμε την άποψη του Τομ Φορντ ότι ο Τζορτζ τη συγκεκριμένη ημέρα έτσι θέλει να βλέπει τον κόσμο. Ομορφο. Ο κόσμος του Τζορτζ πρέπει να είναι όμορφος, γιατί αυτή η ομορφιά είναι που κάνει την απόφασή του να αυτοκτονήσει περισσότερο περίπλοκη».

Η ταινία έχει πολλές αναφορές στη δεκαετία του ’60, όπως, για παράδειγμα, η φιγούρα της Τζούλιαν Μουρ, που κάποιος είπε ότι παραπέμπει στην Μπριζίτ Μπαρντό. ‘Η εσείς που, όπως ειπώθηκε, θυμίζετε τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι.

«Η κόμμωση της Τζούλιαν δεν παραπέμπει στην Μπαρντό αλλά στη Νίκο (σ.σ.: τραγουδίστρια της δεκαετίας του ’60). Ο Φορντ ήθελε να θυμίζει τη Νίκο. Οσο για μένα, μπορεί να θυμίζω σε κάποιους τον Μαστρογιάνι, αλλά δεν νομίζω ότι ο Μαστρογιάνι ήταν αυτό που ο Τομ Φορντ είχε στο μυαλό του. Το σίγουρο είναι ότι ο Τομ Φορντ έχει “μάτι” για αυτή την περίοδο της δεκαετίας του ’60. Την έχει λατρέψει».

H δυναμική της ταινίας «Ενας άνδρας μόνος» φάνηκε από το τελευταίο Φεστιβάλ Βενετίας, όπου κερδίσατε για αυτήν το βραβείο ερμηνείας. Πόσο σημαντικό ήταν αυτό το βραβείο για εσάς, κρίνοντας από το γεγονός ότι έχετε ιταλίδα γυναίκα, μιλάτε ιταλικά και ζείτε στην Ιταλία;

«Αυτό που θεωρώ πραγματικά υπέροχο ήταν ότι πέραν της προβολής της ταινίας δεν κάναμε τίποτε για να κερδίσουμε. Δεν έγινε καμία καμπάνια, δεν υπήρξε ψίθυρος από πριν για την ταινία, δεν υπήρξαν τρελές προσδοκίες, κανένας δεν την είχε δει, δεν είχε γραφεί λέξη για αυτήν, δεν υπήρχαν ενδιαφερόμενοι διανομείς και δεν υπήρχαν πωλητές. Ηταν ένα μικρό ανεξάρτητο φιλμ που προβλήθηκε προς το τέλος της διοργάνωσης. Και… κέρδισε. Οχι ότι δεν τα θέλεις όλα τα υπόλοιπα που ανέφερα βέβαια. Ασφαλώς και τα θέλεις. Θέλεις να δει την ταινία ο κόσμος, θέλεις να γίνει ντόρος, θέλεις να αγοραστεί και να την πάρουν και άλλα φεστιβάλ. Και θέλεις να ακούσεις όμορφα πράγματα για αυτήν. Ολα αυτά όμως έγιναν αργότερα. Οχι πριν, αλλά μετά τη βράβευση. Στη Βενετία ήμουν μόνο εγώ, ο Τομ, η Τζούλιαν, κάποιοι τεχνικοί και η ίδια η ταινία. Γι’ αυτό και για μένα ήταν μια μεγάλη στιγμή».

Κατά πόσον ισχύει αυτό που γράφτηκε, ότι η οικογένεια της γυναίκας σας σας αποδέχθηκε για πρώτη φορά έπειτα από αυτή την επιτυχία στη Βενετία;

«Ανοησίες! Αν η οικογένεια της γυναίκας μου δεν με είχε αποδεχθεί, δεν θα είχα επιβιώσει για τόσο πολύ, και ο Θεός να με βοηθούσε αν είχα μια οικογένεια που λειτουργεί έτσι… Είναι αλήθεια βέβαια ότι όταν θέλησα να παντρευτώ τη Λίβια τα πεθερικά μου δεν βρήκαν την ιδέα και τόσο ιδανική. Ημουν ηθοποιός, ήμουν αρκετά μεγαλύτερός της, είχα ήδη ένα παιδί και δεν μιλούσα τη γλώσσα τους, όλα αυτά τα πράγματα».

Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία στη σκηνή της τηλεφωνικής ανακοίνωσης του θανάτου του φίλου του Τζορτζ είναι όταν του λένε ότι δεν είναι ευπρόσδεκτος στην κηδεία. Αν και η ταινία τοποθετείται στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ένα ερώτημα που προκύπτει είναι αν ακόμη και στις μέρες μας υπάρχει αυτή η προκατάληψη απέναντι στους ομοφυλόφιλους.

«Ναι, υπάρχει. Είναι δύσκολο βέβαια να μετρήσουμε το τι συμβαίνει σήμερα συγκριτικά με το τι συνέβαινε τότε, αν και μπορώ να υποθέσω ότι έχει γίνει μια σχετική πρόοδος. Τι να πεις όμως όταν μόλις πέρυσι οι γάμοι των ομοφυλόφιλων χαρακτηρίστηκαν παράνομοι στην Καλιφόρνια. Πού; Στην Καλιφόρνια, όπου ακόμη και ο Σβαρτσενέγκερ θα πρέπει να είναι υπέρ των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων, παρ’ ότι συντηρητικός σε τόσους άλλους τομείς. Θυμάμαι ότι πηγαίνοντας για γύρισμα την ημέρα που βγήκε η απόφαση περάσαμε δίπλα από διαδηλωτές υπέρ της ακύρωσης των γάμων. Βρίσκονταν εκεί χαμογελαστοί με τα παιδιά τους. Χαμογελούσαν υποστηρίζοντας τη μισαλλοδοξία και τις διακρίσεις. Δεν έχουμε λοιπόν δικαίωμα να κοιτάζουμε πίσω και να κρίνουμε ως άξεστους τους ρατσιστές του παρελθόντος, αφού τα ίδια και χειρότερα είμαστε εμείς σήμερα. Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να πω ότι γύρισα ολόκληρη την Αμερική για την προώθηση του “Ενας άνδρας μόνος” και δεν υπήρξε ούτε ένας από όλους όσοι μίλησαν μαζί μου που να ένιωσε άσχημα επειδή μιλούσα για έναν γκέι. Ακόμη και στις πιο συντηρητικές περιοχές της Αμερικής δεν προέκυψε κανένα απολύτως ζήτημα. Αυτό σημαίνει πρόοδος, γιατί θεωρώ αδιανόητο να μπορούσα να κάνω το ίδιο το 1962. Αλλά σκέφτομαι πόσο παράξενο είναι που ενώ οι στρέιτ ηθοποιοί κερδίζουν διθυράμβους όταν υποδύονται γκέι, κανείς ομοφυλόφιλος που δουλεύει στο Χόλιγουντ δεν τολμά να παραδεχτεί ότι είναι ομοφυλόφιλος. Προφανώς δεν θα πρέπει να υπάρχουν πολλοί ομοφυλόφιλοι στο Χόλιγουντ, τι να πεις… Και δεν το παραδέχονται γιατί φοβούνται τις επιπτώσεις μιας τέτοιας δήλωσης στην καριέρα τους. Ρωτήστε τον Ρούπερτ Εβερετ, τον οποίο κάποτε σκέφτονταν πολύ σοβαρά για τον ρόλο του Τζέιμς Μποντ. Ο Ρούπερτ πραγματικά πιστεύει ότι με το να παραδεχθεί δημοσίως την ομοφυλοφιλία του έβλαψε την καριέρα του δημιουργώντας προκατάληψη. Οταν μάλιστα με επισκέφτηκε στα γυρίσματα του “Ενας άνδρας μόνος” – είμαστε πάρα πολύ καλοί φίλοι – μου είπε αστειευόμενος ότι του κατέστρεψα την καριέρα γιατί, ενώ εκείνος δεν μπορεί να παίζει ετεροφυλόφιλους, τώρα δεν θα μπορεί να παίζει ούτε ομοφυλόφιλους».

Τι θα μπορούσε να σημαίνει ένα βραβείο όπως το Οσκαρ για εσάς;

«Ποτέ δεν ξέρεις από πριν πόσο και τι σημαίνουν αυτά τα πράγματα για σένα. Νομίζω ότι ο μόνος τρόπος να μάθεις είναι από το μέγεθος της απογοήτευσής σου αν δεν κερδίσεις. Κάποιος με τεράστια εμπειρία σχετικά με τα βραβεία μού έλεγε προσφάτως ότι ορισμένες φορές ακόμη και αυτός που κερδίζει έχει, περιέργως, επίσης μια δόση ανησυχίας. Διότι ενδέχεται να βάλεις λάθος στόχους. Υποτίθεται ότι τα βραβεία έχουν να κάνουν με την εξυπηρέτηση της ταινίας, αλλά θέλει προσοχή γιατί αν επενδύσεις πολλά στα βραβεία μπορεί και να χαθείς».

Εχετε προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο της νίκης;

«Ω… Δεν ξέρω… Οχι… Μετά τη Βενετία όλα συμβαίνουν τόσο γρήγορα. Αυτή τη στιγμή νιώθω μόνο τζετ λαγκ και κούραση από την πολλή δουλειά. Γιατί το καλό είναι ότι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά εγώ γυρίζω μια άλλη ταινία. Η δουλειά είναι και καλό καταφύγιο. Πήγα στην Αμερική κατευθείαν από το σετ της ταινίας όπου παίζω, γιατί έπρεπε να παραστώ σε κάποιες εκδηλώσεις. Απλώς περιμένω. Πιστεύω ότι είμαι αρκετά μεγάλος για να μη χειριστώ λανθασμένα τον εαυτό μου, αλλά την ίδια ώρα έχω κερδίσει πολύ λίγα σε ό,τι αφορά τα βραβεία, για να μην παρασυρθώ».

Σας ενοχλεί να το σκέφτεστε;

«Οχι ότι είμαι προκατειλημμένος ή κάτι τέτοιο, ορισμένες φορές όμως, πολύ απλά, δεν έχεις τι να πεις. Αυτό που ξέρω είναι ότι κάθε φορά που ένιωθα απογοήτευση στην επαγγελματική μου ζωή – ένας ρόλος που δεν πήρα ή να μην έχει αρέσει κάτι που έχω κάνει κτλ. – θα πρέπει να διαρκούσε ένα ως δύο λεπτά. Μετά πηγαίνεις στην τουαλέτα και αγκαλιάζεις για λίγο τον εαυτό σου. Ως το μεσημέρι είσαι μια χαρά…».

Η ταινία «Ενας άνδρας μόνος», σε σκηνοθεσία Τομ Φορντ, θα προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου.

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 487, σελ. 26-30, 14/02/2010.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk