Ο θησαυρός του Ορχάν

Ενα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη μας φέρνει στο γραφείο του φημισμένου νομπελίστα Ορχάν Παμούκ. Και μια συζήτηση μαζί του, με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του, αλλά και ένα ιδιότυπο μουσείο που ετοιμάζει, μας ανοίγει ένα σεντούκι γεμάτο σκέψεις για τη ζωή, τον έρωτα, τα αντικείμενα, τη σύγχρονη Τουρκία.

Ενα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη μας φέρνει στο γραφείο του φημισμένου νομπελίστα Ορχάν Παμούκ. Και μια συζήτηση μαζί του, με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του, αλλά και ένα ιδιότυπο μουσείο που ετοιμάζει, μας ανοίγει ένα σεντούκι γεμάτο σκέψεις για τη ζωή, τον έρωτα, τα αντικείμενα, τη σύγχρονη Τουρκία.

Καθήστε όπου θέλετε» λέει με τη βροντερή φωνή του ο ψηλός, επιβλητικός και αεικίνητος Ορχάν Παμούκ. Εχουμε μόλις μπει στο γραφείο του, στην περιοχή Μπέγιογλου, και χρειαζόμαστε λίγο χρόνο για να συνέλθουμε από το τσουχτερό κρύο της Κωνσταντινούπολης, αλλά και από τη θέα που αντικρίζουμε από την τζαμαρία του γραφείου του: ο Βόσπορος σε όλο του το μεγαλείο. Μας αφήνει λίγα δευτερόλεπτα να συνέλθουμε από το δέος που προκαλεί η ομορφιά έξω από το παράθυρό του. Ελάχιστα δευτερόλεπτα, για την ακρίβεια, διότι ο χρόνος είναι μια πολυτέλεια για τον πολυάσχολο νομπελίστα, ο οποίος εκτός των συνηθισμένων ασχολιών του έχει συμπεριλάβει στο ήδη βεβαρημένο πρόγραμμά του και τη δημιουργία ενός μουσείου. Ενός πολύ προσωπικού μουσείου, του Μουσείου της Αθωότητας, ομότιτλου με το τελευταίο βιβλίο του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Το «Μουσείο της αθωότητας», ακόμη μία φιλόδοξη λογοτεχνική απόπειρα 800 σελίδων – «εγώ το έγραψα όλο αυτό;» λέει καθώς πιάνει στα χέρια του την ελληνική έκδοση –, έχει επίκεντρο τον έρωτα, τον ανεκπλήρωτο, τον οδυνηρό, του πλούσιου Κεμάλ για τη μακρινή, φτωχή εξαδέλφη του, Φισούν, με φόντο την Κωνσταντινούπολη του ’70 και του ’80. Και επειδή πρόκειται για βιβλίο γραμμένο με τη διεισδυτική ματιά του Παμούκ, ο έρωτας γίνεται η αφορμή για να σκιαγραφηθούν το κοινωνικό πλαίσιο της χώρας και οι κραταιές αντιλήψεις της τη συγκεκριμένη περίοδο: περί φιλίας, σεξ, ευτυχίας, ηθικής, παράδοσης.

Το μουσείο στο οποίο θα εκτεθούν αντικείμενα από την ιδιότυπη συλλογή του ερωτευμένου Κεμάλ που περιγράφεται στο βιβλίο (συγκεκριμένα 83 ενότητες αντικειμένων καθεμία από τις οποίες θα αντιστοιχεί σε καθένα από τα 83 κεφάλαια του βιβλίου) βρίσκεται στη λεωφόρο Τζουκούρτζουμα, αλλά δεν είναι ακόμη έτοιμο, οπότε τελικά δεν θα ξεναγηθούμε σε αυτό όπως είχε προγραμματιστεί αρχικά. «Ομολογώ ότι η επιθυμία μου ήταν να εκδοθεί το βιβλίο μου την ίδια ημέρα που θα άνοιγε τις πόρτες του το μουσείο. Αλλά όσο φιλόδοξος και αν ήμουν, τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν αδύνατο να συνδυάσω και τα δύο. Είμαι πρωτίστως λογοτέχνης. Θέλω να κριθώ για το βιβλίο μου και θέλω να μιλήσω για αυτό» ξεκαθαρίζει. Αυτό που εντυπωσιάζει στον Παμούκ είναι το δυνατό γέλιο του. Οσο διαρκεί, διότι μολονότι πλατύ, ηχηρό και φωτεινό, εξαφανίζεται απότομα, αντί να σβήνει σταδιακά, παίρνοντας μαζί του τη στιγμιαία ζεστασιά που εκπέμπει. Δεν είναι εύκολο να είσαι ο Ορχάν Παμούκ, ο σημαντικότερος λογοτέχνης της Τουρκίας σήμερα και ο μοναδικός νομπελίστας της, ένας άνθρωπος που αποφάσισε το 2005 να παραδεχτεί όσα οι συμπατριώτες του αρνούνται με πείσμα και να αντιμετωπίσει διώξεις και απειλές ακόμη και για την ίδια του τη ζωή. Αντικείμενο υπέρμετρου θαυμασμού, αλλά και φανατικού μίσους στη χώρα του, ο Ορχάν Παμούκ είναι μια έντονη προσωπικότητα που καταλαμβάνει με την παρουσία του όλον τον χώρο στον οποίο βρίσκεται. «Λοιπόν, ποια είναι η πρώτη ερώτησή σας, κυρία μου;» λέει πίνοντας μια γουλιά από τον κρύο καφέ του.

Είναι για το καινούργιο σας βιβλίο, η θεματική του οποίου είναι διαφορετική από τα προηγούμενα βιβλία σας…
«Ολα τα βιβλία μου είναι διαφορετικά το ένα από το άλλο? αυτό μου λένε εδώ και 35 χρόνια οι φίλοι και οι δημοσιογράφοι. Είναι κάτι για το οποίο είμαι πολύ υπερήφανος. Το παίρνω ως κομπλιμέντο».

Και στρέφεται γύρω από τον έρωτα…
«Το διαβάσατε το βιβλίο, είναι δική σας δουλειά να πείτε περί τίνος πρόκειται. Αλλά ναι, αν το “Με λένε Κόκκινο” ήταν μια απόπειρα να κατανοήσω την ιδιοσυγκρασία του έθνους μέσα από την τέχνη, το “Χιόνι” μέσα από την πολιτική και το “Ιστανμπούλ” μέσα από τα στρώματα της Ιστορίας της πόλης, αυτό το βιβλίο είναι μια απόπειρα να κατανοήσω τον πολιτισμό της χώρας μέσα από τον έρωτα. Εδώ πρόκειται για τον έρωτα σε μια καταπιεστική κοινωνία όπου δεν είναι εύκολο για έναν άνδρα και μια γυναίκα να συναντηθούν, να μιλήσουν, να διαπραγματευτούν τον έρωτά τους, να ευχαριστηθούν το σεξ πριν από τον γάμο, το σεξ εκτός γάμου».

Υπάρχει όμως και η ιδιαιτερότητα του ήρωα, του Κεμάλ, ο οποίος συλλέγει αντικείμενα της αγαπημένης του, τα οποία μάλιστα θα εκθέσετε στο μουσείο σας. Γιατί θεωρείτε τόσο σημαντική την κατοχή και συλλογή των αντικειμένων;
«Τα αντικείμενα έχουν τη δύναμη να μας φέρνουν πίσω το χαμένο παρελθόν. Να σας δώσω ένα παράδειγμα. Στην τσέπη ενός παλιού παλτού βρίσκουμε ένα παλιό εισιτήριο από μια ταινία. Αμέσως θυμόμαστε ότι είδαμε αυτή την ταινία, ακόμη και σκηνές της, βάζουμε τον εαυτό μας να θυμηθεί ποιος έπαιζε κτλ. Και όλα αυτά επειδή απλώς έπεσε στα χέρια μας ένα εισιτήριο. Ο,τι σας λέω έχει ήδη ειπωθεί από τον Προυστ: μαντλέν. Δεν είναι όμως τόσο το τι γευόμαστε όσο το τι βλέπουμε, μια αίσθηση πιο δυνατή, η οποία μας πηγαίνει πίσω, κάτι που έχω ήδη διερευνήσει εν μέρει στο “Ιστανμπούλ”. Εκεί λέω ότι αν μένεις στην ίδια πόλη, όπως μένω εγώ, ύστερα από λίγο ένας μιναρές ή ένας θόλος γίνεται ένα “ευρετήριο” αναμνήσεων. Μια ημέρα ήμασταν ερωτευμένοι και το είδαμε, μια άλλη λυπημένοι και το είδαμε, μια άλλη μας απέλυσαν από τη δουλειά και το είδαμε. Ο Κεμάλ χρησιμοποιούσε όλα αυτά τα αντικείμενα όταν ένιωθε τους πόνους της αγάπης τους οποίους περιγράφω διεξοδικά στο βιβλίο μου. Τον παρηγορούν τα αντικείμενα».

Τελικά όμως αποκτά μια εμμονή με το παρελθόν μέσα από τη συλλογή αυτών των αντικειμένων…
«Δεν θα έλεγα εμμονή? εμμονικός, μανιακός, φετιχιστής, όλα αυτά που λέει ο κόσμος. Δεν μου αρέσουν αυτοί οι χαρακτηρισμοί. Γιατί; Διότι αυτοί οι όροι είναι για κάποιον που ασχολείται με την ιατρική ή για κάποιον που δεν καταλαβαίνει τον Κεμάλ. Νομίζω ότι είναι πολύ φυσιολογικός. Νομίζει ότι θα κερδίσει τη Φισούν μέσα σε δύο μήνες, δεν περίμενε ότι θα παθιαζόταν μαζί της για οκτώ χρόνια. Αν έβλεπα τον κόσμο μέσα από τα μάτια του, δεν θα τον αποκαλούσα έτσι. Δεν μου αρέσει η λέξη γιατί είναι σαν να λέμε ότι είναι περιθωριακός. Αυτός δεν είναι ένας καλός τρόπος για να κατανοήσουμε έναν πλασματικό χαρακτήρα. Φυσικά στο τέλος ο κόσμος αυτό θα πει. Αλλά εγώ δεν ξεκινώ μια ιστορία λέγοντας ότι θα γράψω για έναν εμμονικό άνθρωπο».

H συλλογή των αντικειμένων τον βοηθά να παρατείνει την ελπίδα και την προσδοκία ότι το μη διαθέσιμο αντικείμενο του πόθου θα γίνει δικό του. Αν σταματήσει να προσπαθεί να αναβιώνει το παρελθόν μέσα από τα αντικείμενα, θα μπορέσει να ζήσει το παρόν. Να μη σκέφτεται, να αναπολεί και να προσδοκά, αλλά να ζει. Είναι σαν να φοβάται να ζήσει…
«Χμ, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι… Καταλαβαίνω. Δεν νομίζω ότι φοβάται οτιδήποτε, αλλά είναι ένας άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του σημαντικό. Θέλει να πάρει αυτό που θέλει. Εγωιστής, για να το πω απλά. Τώρα βάζω ταμπέλες στον ήρωά μου… Πρόκειται για έναν έρωτα της υψηλής κοινωνίας στην Τουρκία της δεκαετίας του ’70 και για το πώς βλέπει την κατάσταση ένας άνδρας που ανήκει σε αυτή. Το μισό βιβλίο είναι γενική διερεύνηση των αισθήσεων της αγάπης ή, ας πούμε, της ανθρώπινης καρδιάς. Το άλλο μισό περιγράφει τον έρωτα στο πλαίσιο μιας χώρας επιτηδευμένα εξευρωπαϊσμένης. Σε κάθε μυθιστόρημα υπάρχει μια πλευρά η οποία αναφέρεται σε πράγματα που συμβαίνουν παντού και σε αυτά που περιορίζονται από την κουλτούρα του τόπου».

Από τη δεκαετία του ’70, όπου ξεκινά να διαδραματίζεται η ιστορία, ως σήμερα πόσο έχουν αλλάξει αυτά τα τοπικά ήθη;
«Η σημερινή Τουρκία δεν είναι η Τουρκία τού τότε. Η κοινωνία είναι πολύ πιο ποικιλόμορφη, πιο πλούσια, πιο δυνατή, με περισσότερη αυτοπεποίθηση. Από την άλλη, όπως υποστηρίζω στο βιβλίο μου, οι πολιτισμοί δεν αλλάζουν ακόμη και αν οι οικονομικές συνθήκες αλλάξουν. Ο,τι συνέβη μέσα σε 250 χρόνια στην κλασική δυτική κοινωνία, ο κόσμος ήλπιζε να συμβεί μέσα σε 50 χρόνια στην Τουρκία – φυσικά συμβαίνει μέσα σε πέντε χρόνια στην Κίνα. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν τόσο εύκολα. Το βάρος της Ιστορίας, η αντίσταση στο καινούργιο υπάρχουν στις ανθρώπινες καρδιές και είναι τόσο δύσκολο να καμφθούν όσο βέβαια και να συμβεί μια οικονομική αλλαγή. Ενώ όμως τελικά η οικονομική αλλαγή συμβαίνει, αυτού του είδους τα προβλήματα νομίζω ότι υπάρχουν ακόμη εδώ στην Τουρκία, με πολλούς τρόπους».

Ο έρωτας ανάμεσα στον Κεμάλ και στη Φισούν θα ήταν ευκολότερη υπόθεση αν διαδραματιζόταν σήμερα, σε αυτή την πιο ανεκτική κοινωνία; «Καλή ερώτηση. Πρώτον, αυτό που δίνει η Φισούν στον Κεμάλ (σ.σ.: σεξ εκτός γάμου) δεν θα ήταν τόσο φοβερό για κανέναν από τους δυο τους. Πιθανώς επηρεάζει τον Κεμάλ, αν και ποτέ δεν αναφέρεται στο βιβλίο, ότι δηλαδή η προσκόλλησή του σε αυτή τη γυναίκα σχετίζεται και με τον “ελαφρύ τρόπο” με τον οποίο εκείνη αντιμετωπίζει την παρθενιά της σε μια εποχή που θεωρείται ταμπού. Ακριβώς επειδή είναι ένα ταμπού δίνει δύναμη στη Φισούν. Από τη στιγμή που ο πολιτισμός χάνει αυτό το ταμπού, η δύναμη παύει να υπάρχει. Επίσης, αν η Φισούν δεν ήταν φτωχή, θα μπορούσε να ελιχθεί με άλλον τρόπο. Στο βιβλίο η μόνη διέξοδος είναι να βρει ένα είδος πάτρωνα για να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες της σε μια κοινωνία που είναι φτωχή και δεν υπάρχουν δουλειές. Μάλιστα, τον πρώτο που βρίσκει μπροστά της επειδή έχει κάνει σεξ πριν από τον γάμο. Η δύναμη σχετίζεται με τις περιορισμένες δυνατότητες που υπάρχουν. Η Φισούν δεν θα χρειαζόταν τόσο πολύ έναν άνδρα να την προστατεύει σήμερα».

Πόσο έχει αλλάξει η θέση της γυναίκας στην τουρκική κοινωνία;
«Οι γυναίκες είναι σχετικά πιο ελεύθερες και ανεξάρτητες σήμερα. Σχετικά, σχετικά, σχετικά. Τρεις φορές σχετικά».

Πόσο εύκολη μπορεί να είναι η συνύπαρξη ανάμεσα στις εξευρωπαϊσμένες γυναίκες και σε εκείνες που φορούν τη μαντίλα;
«Αυτά είναι στερεότυπα που υπάρχουν σε όλα τα βιβλία που κάνουν λόγο για τον φεμινισμό στην Τουρκία. Πάντα λέω ότι η Τουρκία δεν αποτελείται κατά 50% από καλούς ανθρώπους και κατά 50% από κακούς ή κατά 50%-60% από παραδοσιακούς και κατά 40% από κοσμικούς και Ευρωπαίους, όχι. Αυτά τα συναισθήματα είναι στις καρδιές όλων των τούρκων πολιτών, όπως αναφέρω στο βιβλίο. Αυτός είναι ο τρόπος για να το δει κάποιος. Ο Σαίξπηρ και ο Ντοστογέφσκι έλεγαν ότι το καλό και το κακό δίνουν μάχη στην καρδιά μας και πρέπει να προσπαθούμε να δούμε την Τουρκία με αυτόν τον τρόπο. Νομίζω ότι είναι κάτι που μας αξίζει. Ζω εδώ και ξέρω τι σημαίνει να έχεις από τη μία την παρόρμηση της παράδοσης, το Ισλάμ, και από την άλλη να έχεις βλέψεις να είσαι μοντέρνος, φιλελεύθερος, υπέρμαχος της ισονομίας. Ολα αυτά συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο, αλλά εννοείται ότι τελικά ο καθένας επιλέγει μια θέση στο πολιτισμικό πλαίσιο. Ετσι μου αρέσει να το βλέπω».

Σχετικά με την ευτυχία και δεδομένου ότι στο βιβλίο υπάρχει κεφάλαιο με αυτόν τον τίτλο, πώς θα την προσδιορίζατε;
«Πρωταρχικά θα έλεγα βέβαια ότι είναι το να ζεις μια καλή ζωή. Κάρμα. Να είσαι απολύτως ικανοποιημένος από αυτό και να έχεις την επίγνωσή του. Μπορεί να είσαι ικανοποιημένος από τη ζωή σου αλλά να μην είσαι ευτυχισμένος. Βασικά είναι ένα αντικειμενικό συναίσθημα που βασίζεται στη ζωή. Είναι όμως αυτό που αναζητούν όλοι, και οι άνθρωποι τελικά δεν είναι τόσο αφελείς».

Σας ρωτάω συγκεκριμένα για την ευτυχία επειδή συχνά στα βιβλία σας ο βασικός ήρωας, όπως για παράδειγμα στο «Χιόνι», αισθάνεται φόβο απέναντι στην ευτυχία…
«Ναι, ναι, συμφωνώ. Μάλλον και εγώ τη φοβόμουν, διότι όντας “ντοστογεφσκικός” τη συσχέτιζα με τη βλακεία. Νομίζω στον “Ηλίθιο” ο Ντοστογέφσκι γράφει: “Είναι καλύτερα να είσαι δυστυχισμένος και νοήμων ή ευτυχισμένος και ηλίθιος;”. Δεν φταίω εγώ αλλά ο Ντοστογέφσκι. Οταν ήμουν νέος, η ευτυχία ήταν συνώνυμη με τη ρηχότητα και την αυταρέσκεια, όμως πλέον, σε αντίθεση με τον νεανικό μου θυμό και τη δυσαρέσκεια, είμαι σε θέση να αναγνωρίσω ότι η έννοια της ευτυχίας ως σκοπός της ζωής είναι μια σοφή επιδίωξη. Βέβαια θα έπρεπε να βρίσκεται σε ισορροπία με την ηθική. Προσωπικά δεν γνωρίζω αν είμαι ευτυχισμένος. Κάποιες φορές είμαι, κάποιες άλλες όχι, όπως όλοι. Δεν χαρτογραφώ δείγματα καλής, αξιοπρεπούς ζωής. Ισως όμως η σοβαρή λογοτεχνία χαρτογραφεί τις ζωές μας και τις συγκρίνει με άλλες. Ο Τολστόι το κάνει τόσο καλά στην “Αννα Καρένινα” και το βιβλίο μου έχει επίσης “αννα-καρενιναϊκές” ή “τολστοϊκές” υψηλές βλέψεις δεδομένου ότι καταπιάνεται με επιλογές ζωής και συγκριτική παράθεση ζευγαριών όπως συμβαίνει στα παλιομοδίτικα μυθιστορήματα».

Πιστεύετε ότι η ευτυχία εκχυδαΐζει τη δημιουργία;
«Νομίζω ότι έχω και αυτό το συναίσθημα. Η ευτυχία ενέχει ρίσκο. Αλλά ας το ριζοσπαστικοποιήσουμε και ας γίνουμε ο Τόμας Μαν και ο Νίτσε. Χαρούμενος-δυστυχισμένος είναι μια φαουστική ανταλλαγή ανάμεσα στον Μαν και στους ήρωές του, οι οποίοι δίνουν τη ζωή τους για την τέχνη τους, υποφέρουν και στο τέλος ανταμείβονται με το να την κατακτήσουν. Αυτό μαθαίνουμε από τα “Τόνιο Κρέγκερ” και “Δόκτωρ Φάουστους”. Οτι οι άνθρωποι που θέλουν τόσο την ευτυχία όσο και τα μύχια βάθη της τέχνης δεν θα έπρεπε να αποτολμούν και τα δύο, για παράδειγμα. Υπάρχει πάντα αυτός ο δυϊσμός. Και βέβαια πίσω από αυτό βρίσκεται ο Νίτσε με το “ο άρρωστος βλέπει καλύτερα” κτλ.».

Εσείς βρεθήκατε αντιμέτωπος με αυτόν τον δυϊσμό;
«Η αλήθεια είναι πως όχι, και το βρίσκω και λίγο επιφανειακό. Αυτοί οι δυϊσμοί δεν εφαρμόζονται στη ζωή. Θέλουμε τα πάντα. Μου θυμίζετε την ερώτηση που έκαναν οι εφημερίδες τη δεκαετία του ’50, ιδίως σε μέρη που η τέχνη και ο πολιτισμός δεν είχαν αναπτυχθεί πολύ. “Κύριε, είστε πλέον ζωγράφος. Αν το Λούβρο έπιανε φωτιά, τι θα σώζατε; Τη Μόνα Λίζα ή ένα παιδί;”. Αν απαντήσεις το παιδί, τότε η τέχνη σου δεν είναι τίποτε. Αν απαντήσεις τον πίνακα, τότε είσαι μανιακός. Είναι κλισέ. Η ερώτησή σας είναι μια παραλλαγή της παλιάς ερώτησης».

Ας επανέλθουμε λοιπόν στο βιβλίο. Είναι επίσης άλλο ένα πορτρέτο της Κωνσταντινούπολης, όχι τόσο εσωστρεφές όσο αυτό του «Ιστανμπούλ», αλλά με τη μελαγχολία, το λεγόμενο «χιουζούν» στα τουρκικά, να είναι και πάλι διάχυτη.
«Είναι αυτό που βλέπω εδώ, ιδίως ημέρες σαν τη σημερινή, οι οποίες μου αρέσουν πολύ περισσότερο από τις ηλιόλουστες, καλοκαιρινές ημέρες. Διότι, αν σήμερα η ημέρα ήταν ηλιόλουστη, θα έπρεπε να κλείσω τις κουρτίνες και θα προτιμούσα να είμαι σε κάποιο νησί ή σε μια παραλία και όχι στο κέντρο της Κωνσταντινούπολης. Σε αυτό το βιβλίο μπορεί να μη χρησιμοποιώ τη λέξη “huzun” τόσο συχνά όσο στο “Ιστανμπούλ”, αλλά αυτό να οπτικοποιείται από τον τρόπο με τον οποίο περιγράφω την πόλη. Εγώ έτσι το έχω ζήσει. Δεν πρόκειται όμως για αέναα συναισθήματα που συνδέονται με την πόλη. Τα πράγματα έχουν μάλλον αλλάξει λίγο. Οι νεότεροι τούρκοι αναγνώστες μου μου λένε: “Τι είναι αυτά που λες; Εμείς ζούμε μια πολύ καλή ζωή και η πόλη είναι πολύχρωμη σαν ένα παγωτό”».

Το «huzun» εξακολουθεί να έχει να κάνει και με την απώλεια του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της πόλης όπως αναφέρετε στο «Ιστανμπούλ»;
«Οι Αρμένιοι, οι εβραίοι, οι Ρωμιοί δεν είναι εδώ, αλλά τώρα έχουμε Ουκρανούς, Βοσνίους, Τσετσένους. Η Kωνσταντινούπολη, είτε υφίστατο καταπίεση είτε όχι, παρέμεινε μια πολυπολιτισμική πόλη. Το φαινόμενο της μετανάστευσης υπάρχει πάντα? κάποιες ομάδες ή κοινότητες εξαφανίζονται και έρχονται άλλες, αν αυτή είναι η ερώτησή σας. Γίνεται ένα άνοιγμα και φυσικά με την επίδραση της Ευρωπαϊκής Ενωσης το μαθαίνουμε αυτό. Τουλάχιστον ακόμη και η κυβέρνηση το μαθαίνει αυτό. Ακόμη και αν δεν είναι αρκετά πολυπολιτισμικοί, μαθαίνουν να παριστάνουν τους πολυπολιτισμικούς. Ακόμη και οι συγγραφείς και οι θεσμοί που έχουν σημείο αναφοράς τον αυταρχισμό έχουν μάθει να παριστάνουν τους δημοκρατικούς και να εξακολουθούν να είναι αυταρχικοί. Τουλάχιστον, σε ρητορικό επίπεδο, μάθαμε όλοι ότι η πολυπολιτισμικότητα είναι καλή. Τώρα αν την έχουμε ή όχι, βελτιωνόμαστε».

Και σε σχέση με την Ελλάδα;
«Κοιτάξτε, δεν θέλω να συζητήσω για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις…».

Οσον αφορά την ελληνική λογοτεχνία; Στο «Ιστανμπούλ» κάνετε αναφορά στον Καβάφη.
«Ο Καβάφης είναι μια εμβληματική, μεσογειακή φιγούρα. Είναι ένας από αυτούς τους σπάνιους ποιητές τους οποίους ταυτίζεις με τον μαρασμό, την παρακμή, τη θλίψη και τη μοναξιά. Μου αρέσει. Δεν μπορώ να κάνω γενικές παρατηρήσεις για την ελληνική λογοτεχνία».

Αλήθεια, έχετε καθόλου χρόνο για να παρατηρήσετε την πόλη που τόσο αγαπάτε; Δίνετε την εντύπωση ενός εξαιρετικά πολυάσχολου ανθρώπου…
«Αυτούς τους τέσσερις μήνες είχα πολύ επιβαρυμμένο πρόγραμμα. Δεν θα το ξανακάνω. Δίδασκα στο Πανεπιστήμιο Columbia, έκανα μια μεγάλη περιοδεία στην Αμερική, πήγα στη Γαλλία και στην Ιταλία, ετοιμάζω το Μουσείο της Αθωότητας. Τώρα θέλω να ηρεμήσω λίγο. Ενας συγγραφέας πρέπει να έχει πολύ κενό, ανεύθυνο χρόνο, να διαβάσει ένα βιβλίο, να μην κάνει τίποτε, να κοιτάζει έξω από το παράθυρο και να φαντάζεται. Με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσω την πλοκή των βιβλίων μου».

Η έλλειψη ελεύθερου χρόνου είναι σαν να λέμε το τίμημα του να κερδίζει κανείς ένα τόσο σημαντικό βραβείο όπως το Νομπέλ;
«Αυτό είναι λίγο υπερβολικό. Μην ξεχνάτε ότι έγραφα αυτό το βιβλίο επί δύο χρόνια αφότου κέρδισα το βραβείο. Το Νομπέλ δεν με απέτρεψε από τίποτε. Είμαστε όλοι ελεύθεροι. Βγάλε την πρίζα από το τηλέφωνο, μην τσεκάρεις το e-mail σου και να που γράφεις ένα βιβλίο. Οπότε, όταν κάποιοι παραπονιούνται για το Νομπέλ, δεν είναι πειστικοί. Σε εμάς τους συγγραφείς αρέσει πολύ να λέμε “ω, είμαι τόσο πολυάσχολος”».

Δηλαδή δεν άλλαξε με κανέναν τρόπο τη ζωή σας;
«Την άλλαξε από την άποψη ότι μου έδωσε περισσότερους αναγνώστες σε όλον τον κόσμο. Τα βιβλία μου μεταφράζονται σε 58 γλώσσες. Αυτή τη στιγμή το “Μουσείο της αθωότητας” είναι μπεστ σέλερ στην Ινδία και είμαι χαρούμενος που συμβαίνει αυτό. Επίσης με έκανε περισσότερο φιλόδοξο από την άποψη ότι σκέφτομαι “α, θέλουν τα βιβλία μου, ας γράψω περισσότερο”. Από την άλλη, υπάρχει πάντα μια πλευρά μου που είναι λίγο τεμπέλικη και ανεύθυνη. Αυτή την πλευρά θέλω να την εξαφανίσω, μόλις παράγγειλα αυτά τα βιβλία που βλέπετε».

Η δημοσιότητα μέσω του Νομπέλ σάς έχει καταστήσει κάτι σαν τον πρεσβευτή της Τουρκίας στη Δύση. Είναι μεγάλη η ευθύνη αυτού του ρόλου; «Προσπαθώ να το αποφύγω αλλά είναι αναπόφευκτο. Οταν με ρωτούν για την Τουρκία προσπαθώ να έχω αυτεπίγνωση και να είμαι όσο πιο ευσυνείδητος γίνεται, για να δίνω τη σωστή εικόνα. Είναι μια ευθύνη που στην πραγματικότητα δεν επιθυμώ αλλά με ακολουθεί και πρέπει να την αποδεχτώ και όχι να την αγνοήσω. Ολοι με ρωτούν τι γίνεται αυτόν τον καιρό στην Τουρκία».

Η ελευθερία του λόγου έχει βελτιωθεί;
«Η ελευθερία του λόγου είναι εν μέρει περιορισμένη στην Τουρκία. Ο νόμος 301 ισχύει ακόμη. Σημαντικοί άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να μιλήσουν, αλλά ασήμαντοι, μη διάσημοι, των οποίων οι περιπτώσεις δεν θα αντιπροσωπευτούν σε διεθνές επίπεδο, θα πάνε στο δικαστήριο. Αυτή είναι η τελευταία εξέλιξη. Αλλά σε σχέση με πριν από δέκα χρόνια έχουμε περισσότερη ελευθερία του λόγου, ίσως όχι μόνο χάρη στις προθέσεις της κυβέρνησης, αλλά και χάρη στις εξελίξεις στον τομέα των ΜΜΕ. Πράγματα που κάποτε δεν μπορούσαν να γραφτούν, τώρα γράφονται, ίσως κάποιες φορές χωρίς να υπάρχει σεβασμός για τους κανόνες της ιδιωτικής ζωής, κάτι στο οποίο θα έπρεπε να ασκήσουμε κριτική. Μας γνωστοποιούν όμως εκπληκτικά γεγονότα. Μυστικά του παρελθόντος, σκευωρίες του στρατού. Υπάρχει σκληρή πάλη μεταξύ των κομμάτων στην Τουρκία, αλλά πλέον ο ένας ακούει τον άλλον και τα διοχετεύουν στον Τύπο».

Πιστεύετε ότι η δική σας περίπτωση συνέβαλε προς αυτή τη θετική κατεύθυνση;
«Δεν θα το έλεγα. Θα ήταν σαν να απέδιδα πολύ μεγάλη σημασία στον εαυτό μου. Η περίπτωσή μου είχε αποτέλεσμα αυτή τη συγκεκριμένη “τροποποίηση” του νόμου η οποία πρακτικά λέει ότι “οι διάσημοι δεν πηγαίνουν σε δίκη”».

Μετανιώνετε για τη δήλωση που κάνατε σε εκείνο το ελβετικό περιοδικό για τις διώξεις των Αρμενίων και των Κούρδων η οποία σας οδήγησε στα δικαστήρια;
«Δεν θέλω να αναφερθώ σε αυτό το θέμα. Καταλαβαίνετε…».

Γιατί κάνετε cameo εμφανίσεις στα βιβλία σας;
«Ολοι με ρωτούν για αυτό! Σε τέτοιον βαθμό που έχω αρχίσει να σκέφτομαι ότι δεν θα έπρεπε πλέον να το κάνω. Δεν είναι κάτι σημαντικό. Δεν είναι κάτι “μπορχεσιανό”. Στην ουσία ο Πιραντέλο το εφάρμοσε πρώτος και ο Μπόρχες το έμαθε από αυτόν. Για μένα δεν έχει ούτε μπορχεσιανές ούτε πιραντελικές διαστάσεις. Είναι κάτι πολύ απλό. Καθώς περνούσαν τα χρόνια χρειαζόμουν κάποιον να ενώσει τα νήματα της πλοκής όπως στο “Χιόνι”. Θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται σαν τις εμφανίσεις του Χίτσκοκ στις ταινίες του: “Γεια σας, είμαι ο Αλφρεντ Χίτσκοκ” και όλοι αναφωνούν: “Κοίτα, είναι αυτός!”. Δεν πρόκειται για δομικό στοιχείο της πλοκής, δεν είναι κάτι βαθύ».

Εχετε ξεκινήσει να γράφετε το καινούργιο σας βιβλίο;
«Ναι, τώρα γράφω το καινούργιο μου βιβλίο στην Ινδία, στην Γκόα. Επειδή είναι ήρεμα και διότι μου αρέσει το καλοκαίρι μέσα στον χειμώνα».

Διαδραματίζεται στην Κωνσταντινούπολη;
«Πάντως όχι στην Αθήνα!».

Πώς και δεν φύγατε ποτέ από την πόλη αυτή για να ζήσετε αλλού;
«Τον μισό χρόνο είμαι στην Αμερική για τα μαθήματα, αλλά δεν είναι μόνιμο. Κοιτάξτε με, είμαι εδώ και χαμογελάω. Δεν σας αρέσει αυτό που βλέπετε από την τζαμαρία; Εδώ μέσα έγραψα τα βιβλία μου. Το “Με λένε Κόκκινο”, επάνω σε αυτό το γραφείο, το “Χιόνι”. Πουθενά δεν είναι σαν στο σπίτι σου. Εννοείται ότι όταν σε πιέζουν, σε κάνουν να χάσεις το σπίτι σου και μετά θυμώνεις. Αλλά δεν έχασα το σπίτι μου, μολονότι πέρασα δύσκολες στιγμές? είδατε τον σωματοφύλακά μου που μας περιμένει κάτω».

Πώς είναι να ζεις με τον φόβο μιας επαπειλούμενης απόπειρας εναντίον σου;
«Αφήστε με να γράψω σε δοκίμια και σε βιβλία για αυτά τα συναισθήματα… Είναι τόσο λεπτές οι αποχρώσεις τους. Εννοείται ότι φοβόμουν, εννοείται ότι ήμουν οργισμένος, αλλά δεν θέλω να παριστάνω το θύμα. Χαίρομαι τη ζωή. Οποτε θέλω να παραπονεθώ πρέπει να υπενθυμίζω στον εαυτό μου πόσο υπέφερε η προηγούμενη γενιά. Ο Ναζίμ Χικμέτ, ο σπουδαιότερος ποιητής της Τουρκίας, διάσημος και στην Ελλάδα, πέρασε 12 χρόνια στη φυλακή. Εγώ πήγα φυλακή για ένα βράδυ. Τόσοι άνθρωποι βασανίστηκαν τις περασμένες δεκαετίες ενόσω εγώ απολάμβανα την οικογενειακή θαλπωρή του σπιτιού μου και έγραφα τα ωραία μου βιβλία. Οπότε δεν θα πρέπει να παραπονιέμαι…».

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 486, σελ. 24-30, 07/02/2010.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk