Ο Χάνεκε και η «Λευκή κορδέλα»

Εχοντας στο ενεργητικό του ταινίες που έχουν γράψει τη δική τους βίαιη ιστορία μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία, από τα «Παράξενα παιχνίδια» (που έγιναν και αμερικανικό ριμέικ) ως τη «Δασκάλα του πιάνου» και από το «Βίντεο του Μπένι» ως τον «Κρυμμένο», τη μεγαλύτερη ως σήμερα επιτυχία του, ο αυστριακός σκηνοθέτης Μίχαελ Χάνεκε παρουσιάζει την ενδέκατη μεγάλου μήκους ταινία του με τίτλο «Λευκή κορδέλα» («Das weisse Βand- Εine deutsche Κindergeschichte», 2009, Αυστρία/ Γερμανία/ Γαλλία/ Ιταλία), η οποία τον περασμένο Μάιο θριάμβευσε στο Φεστιβάλ των Καννών αποσπώντας τον Χρυσό Φοίνικα.

Εχοντας στο ενεργητικό του ταινίες που έχουν γράψει τη δική τους βίαιη ιστορία μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία, από τα «Παράξενα παιχνίδια» (που έγιναν και αμερικανικό ριμέικ) ως τη «Δασκάλα του πιάνου» και από το «Βίντεο του Μπένι» ως τον «Κρυμμένο», τη μεγαλύτερη ως σήμερα επιτυχία του, ο αυστριακός σκηνοθέτης Μίχαελ Χάνεκε παρουσιάζει την ενδέκατη μεγάλου μήκους ταινία του με τίτλο «Λευκή κορδέλα» («Das weisse Βand- Εine deutsche Κindergeschichte», 2009, Αυστρία/ Γερμανία/ Γαλλία/ Ιταλία), η οποία τον περασμένο Μάιο θριάμβευσε στο Φεστιβάλ των Καννών αποσπώντας τον Χρυσό Φοίνικα.

Στον «Κρυμμένο» (2006), ο Ντανιέλ Οτέιγ και η Ζιλιέτ Μπινός υποδύονται ένα παντρεμένο ζεύγος γάλλων διανοουμένων που απειλούνται από «κάτι» το οποίο ποτέ δεν μαθαίνουμε τι ακριβώς είναι. «Ο,τι είναι να πω βρίσκεται στις ταινίες μου» μού δηλώνει ο Χάνεκε. «Δουλειά μου δεν είναι να δίνω απαντήσεις παρά μόνο να θέτω ερωτήσεις». Λέει μάλιστα ότι δεν ενοχλείται όποτε τον ρωτούν «τι συνέβη μετά;» στις ταινίες του, γιατί θεωρεί την αντίδραση φυσιολογική. Προσπαθεί όμως να πείσει τους θεατές «να σκεφτούν αφήνοντας τον εαυτό τους ελεύθερο στη θέαση. Μόνο οι ψεύτες έχουν απαντήσεις. Οι πολιτικοί έχουν απαντήσεις».

Γεννημένος το 1942 στη Βαυαρία της Γερμανίας, ο Χάνεκε μεγάλωσε στην Αυστρία από τη μητέρα και τον πατριό του (ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένειά του όταν ο ίδιος ήταν τριών ετών). Σπούδασε φιλοσοφία, ψυχολογία και κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Από εκεί ξεκίνησε την καριέρα του στα τέλη της δεκαετίας του ΄60- από την τηλεόραση. Εξακολουθεί να ζει μονίμως στη Βιέννη όπου διδάσκει και σκηνοθετεί.

Από την «Εβδομη Ηπειρο», την πρώτη κινηματογραφική ταινία του, την οποία γύρισε με αρκετή καθυστέρηση το 1989, στα 47 του, ο Χάνεκε άρχισε να χτίζει τη φήμη ενός από τους πιο ασυμβίβαστους και εξαιρετικά «μαύρους» σκηνοθέτες του σύγχρονου κινηματογράφου. Η θεματολογία του αντλείται μέσα από ιστορίες κοινωνικής αποξένωσης, την αδιέξοδη επιρροή των μέσων μαζικής ενημέρωσης και τη διάλυση των ανέσεων της αστικής οικογένειας.

O ι ήρωές του σοκάρουν με τις αποφάσεις τους: στη «Δασκάλα του πιάνου» η κεντρική ηρωίδα ( Ιζαμπέλ Υπέρ ) αυτοευνουχίζεται γιατί θεωρεί ότι η σεξουαλικότητά της δεν έχει θέση στη σύγχρονη κοινωνία, ενώ το παιδί που πρωταγωνιστεί στο «Βίντεο του Μπένι» σκοτώνει χωρίς καμία τύψη τον συμμαθητή του και οι γονείς του απλώς κρύβουν το πτώμα επειδή δεν θέλουν να αμαυρώσουν την αξιοπρεπή κοινωνική εικόνα τους.

«Ολοι έχουμε ένοχες συνειδήσεις» λέει ο Χάνεκε, «αλλά δεν κάνουμε και πολλά για αυτό. Οσο καλό υπάρχει μέσα στον καθένα μας, άλλο τόσο και κακό». Για το γεγονός ότι συχνά «κατηγορείται» για απελπιστική χρήση βίας στις ταινίες του, δηλώνει ότι η βία πρέπει να απεικονίζεται ακριβώς όπως είναι. «Η αλήθεια είναι πάντα τρομακτική» τονίζει. Ισως γι΄ αυτόν τον λόγο ο σκηνοθέτης σνομπάρει τις αμερικανικές ταινίες αποκαλώντας τες «πολιτιστικό ιμπεριαλισμό». Μισεί τις ταινίες που τον κάνουν να νιώθει «περισσότερο ηλίθιος από όσο είμαι». Ωστόσο πριν από μερικά χρόνια πειραματίστηκε ο ίδιος με το αμερικανικό ριμέικ της πιο τρομακτικής ταινίας του, «Παράξενα παιχνίδια», την οποία γύρισε στο Χόλιγουντ με τους Τιμ Ροθ και Ναόμι Γουότς. Βλέμματα παιδιών στη δίνη της εξουσίας

Ο νεαρός Λέοναρντ Πρόζαουφ σε σκηνή από την ταινία «Λευκή κορδέλα»

Η «Λευκή κορδέλα» είναι ένα τραχύ, αυστηρό, ασπρόμαυρο ψυχόδραμα που στα 144 λεπτά του «ζητεί» την υπομονή του θεατή καθώς παρακολουθεί τη ζωή των κατοίκων σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό της Βαυαρίας στις αρχές του 20ού αιώνα (κάπου ανάμεσα στα 1913-1914).

Καθετί εδώ γίνεται υπό το βλέμμα των παιδιών, της γενιάς που όταν μεγαλώσει θα μετατραπεί στο τέρας της ναζιστικής Γερμανίας. Και πράγματι, τα εκφραστικά πρόσωπα των παιδιών (όλα παίζουν καταπληκτικά) είναι αυτό που συγκρατείς στη μνήμη έχοντας δει αυτή την ασκητική μελέτη πάνω στην έννοια της εξουσίας που σκηνοθετήθηκε με συγκρότηση και (όπως συμβαίνει με όλες τις ταινίες του Χάνεκε) από απόσταση.

Η κάμερα του Χάνεκε μας μεταφέρει από πόρτα σε πόρτα φτιάχνοντας ένα ψηφιδωτό μικροϊστοριών που συνθέτουν ένα σπουδαίο σύνολο: Ενας δάσκαλος ( Κρίστιαν Φρίντελ ) που επιζητεί το καλό της κοινότητας, αλλά αδυνατεί να επιβληθεί. Ενας πάστορας ( Μπούρκχαρτ Κλάουσνερ )

που όταν δέρνει τα παιδιά του λέει ότι πονάει ο ίδιος περισσότερο. Ο γαιοκτήμονας-βαρόνος ( Ούλριχ Τούκουρ ) που, παρά τις ενάρετες προθέσεις του, εκμεταλλεύεται τελικά τους αγρότες. Ο γιατρός της περιοχής ( Ράινερ Μποκ ) που απεχθάνεται και προσβάλλει βίαια τη γυναίκα ( Σουζάνε Λότερ) που μεγαλώνει τα παιδιά του. Και κυρίως, θα το επαναλάβω, τα ίδια τα παιδιά, με το απορημένο, τρομαγμένο, αλλά και γεμάτο μίσος ύφος τους. Ψηφίδες μέσα σε αυτό το υπόγειας βαρβαρότητας ψυχόδραμα, το ύφος του οποίου θυμίζει συχνά τον κινηματογράφο του Καρλ Ντράγερ. Και, όπως συμβαίνει με όλες τις ταινίες του Χάνεκε, ελάχιστα εξηγούνται στην ιστορία. Από την πρώτη κιόλας σκηνή ο Χάνεκε στοχεύει στην αβεβαιότητα του θεατή όταν ακούμε τον αφηγητή να λέει: «Δεν είμαι βέβαιος για το αν η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι πέρα για πέρα αληθινή. Κάποια σημεία της τα γνωρίζω μόνο από φήμες». Αυτή η αβεβαιότητα, όμως, είναι που τελικά σε ελκύει: παρά τη μεγάλη διάρκεια της ταινίας, δεν θέλεις να τελειώσει.

«Στο βάθος κήπος»

Υπάρχουν σκηνές που με έκαναν να γελάσω. Οταν για παράδειγμα ο Λαέρτης Μαλκότσης , μια καρικατούρα Dirty Ηarry με το όνομα «αστυνόμος Μπεκάκης», λέει με παράπονο και με επιτηδευμένα κακή προφορά «Τhis is a world without future», και να θες, δεν γίνεται να μη γελάσεις. Το ίδιο μου συνέβη και με τις σκηνές του γκάνγκστερ Γιώργου Κοψιδά, αυτή την απίστευτη φάτσα καρατερίστα με την τεράστια μύτη, το τεράστιο μουστάκι και το τεράστιο πιγούνι. Καλές στιγμές που όμως εντάσσονται σε γενικότερο πλαίσιο αμηχανίας. Γιατί στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Κλεάνθη Δανόπουλου δεν λειτουργεί αποτελεσματικά το στοιχείο της «μαύρης» κωμωδίας τύπου «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» ή «Η συμμορία των πέντε». Ολα ξεκινούν όταν μια σορός κάνει την εμφάνισή της στον κήπο της νεοαποκτηθείσας μονοκατοικίας ενός νιόπαντρου ζευγαριού ( Βασίλης Μαυρογεωργίου- στη φωτογραφία, Ηλέκτρα Τσακαλία ). Η ιδιοκτήτρια (ευχάριστη έκπληξη η Τζένη Ρουσσέα ) είχε προειδοποιήσει να μην ανοίξει τρύπα στον κήπο. Οσο οι τρύπες ανοίγουν (και ανοίγουν αρκετές) τόσο τα ευρήματα εξαντλούνται στην επανάληψη.

«Νομοταγής πολίτης»

Ακόμη μια αμερικανική ταινία με δυνατό θέμα και φιλόδοξη εκκίνηση, αλλά και με άδοξη κατάληξη. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι αν ένας άνθρωπος από μόνος του μπορεί να καταρρίψει ένα ολόκληρο σύστημα δικαιοσύνης που χωλαίνει. Η απάντηση βρίσκεται στις πράξεις ενός άνδρα ( Τζέραρντ Μπάτλερ – και παραγωγός) του οποίου η γυναίκα και η κόρη έπεσαν θύματα στυγνής, εν ψυχρώ δολοφονίας. Η συμφωνία που πετυχαίνει ο κυνικός βοηθός εισαγγελέα ( Τζέιμι Φοξ- στη φωτογραφία μαζί με τον Μπάτλερ) θα σημάνει τη θανατική καταδίκη του ενός από τους δύο δολοφόνους, αλλά και την ελευθερία του άλλου έπειτα από μερικά χρόνια φυλάκισης. Χρόνια αργότερα λοιπόν αρχίζει η δράση του πληγωμένου πατέρα και συζύγου, ο οποίος για να πετύχει τον σκοπό του και να γκρεμίσει το σύστημα θα μπει ο ίδιος στη φυλακή, από όπου θα θέσει σε λειτουργία το σχέδιο εκδίκησης. Μέχρι ενός σημείου η ταινία του Φ. Γκάρι Γκρέι τα πηγαίνει καλά και- το κυριότερο- γίνεται πιστευτή. Από τη στιγμή όμως που αποκαλύπτεται η πραγματική ταυτότητα του εκδικητή το φιλμ μπαίνει στη σφαίρα της υπερβολής και νιώθεις ότι ο Μπάτλερ δεν είναι παρά ένας «κακός» ταινίας Τζέιμς Μποντ. ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

Ο Μάικλ Τζάκσον σε σκηνή από το ντοκυμαντέρ «Μichael Jackson΄s Τhis Ιs Ιt»

▅ Το μουσικό ντοκυμαντέρ «Μichael Jackson΄s Τhis Ιs Ιt» (ΗΠΑ, 2009) τουΚένι Ορτέγκα (που δεν παρουσιάστηκε σε δημοσιογραφική προβολή) απευθύνεται κυρίως στους θαυμαστές του διάσημου αμερικανού τραγουδιστή ο οποίος πέθανε πριν από λίγο καιρό. Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου της εταιρείας «είναι μια πίσω από τα παρασκήνια άποψη του καλλιτέχνη καθώς εξέλισσε, δημιουργούσε και έκανε πρόβες για τις προπωλημένες συναυλίες του που θα πραγματοποιούνταν το καλοκαίρι που μας πέρασε στην Ο2 Αrena του Λονδίνου. Καλύπτοντας στιγμές από τον Μάρτιο ως και τον Ιούνιο 2009, το έργο βασίστηκε πάνω σε περισσότερες από 100 ώρες backstage υλικού που δείχνουν τον Τζάκσον καθώς κάνει πρόβες για διάφορα τραγούδια του σόου». Ας σημειωθεί ότι ο Κένι Ορτέγκα θεωρείται εξπέρ σε ταινίες μουσικοχορευτικού περιεχομένου («Ηigh School Μusical») και ότι στα πλάνα του βρίσκεται ένα ριμέικ της επιτυχίας του 1984 «Φούτλουζ».

▅ «Ο Μπάρι και οι Ντισκο-σκώληκες» («Sunshine Βarry & the Disco Worms», ΗΠΑ, 2009) τουΤόμας Μπορς Νίλσεν. Κινούμενα σχέδια αποκλειστικώς για παιδιά με κεντρικό ήρωα ένα σκουλήκι, τον Μπάρι, που από το εργοστάσιο λιπασμάτων στο οποίο εργάζεται συνειδητοποιεί ότι το πεπρωμένο του τον θέλει τραγουδιστή του μεγαλύτερου συγκροτήματος ντίσκο στον κόσμο, που θα ονομάζεται «Ο Μπάρι και οι Ντισκο-σκώληκες»! Η ταινία θα προβληθεί μόνο μεταγλωτισμένη, με τις φωνές τωνΔημήτρη Δημόπουλου, Πέτρου Σπυρόπουλου,Αντώνη Ζαχαράτου ,Ακίνδυνου Γκίκα, Βασίλη Καΐλα, Ηλία Ζερβού, Τάσου Κωστή.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk