Η Ευρώπη, οι ΗΠΑ και η Τουρκία

Πριν από είκοσι χρόνια οι δημοκρατικές επαναστάσεις της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης προκάλεσαν την πρώτη αποχώρηση μεγάλης δύναμης στην ήπειρο από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Χιλιάδες ρώσοι στρατιώτες, συνεπικουρούμενοι από γενναίες γερμανικές χρηματοδοτήσεις, επέστρεψαν σπίτι, για να ακολουθηθούν από πολλούς άλλους μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης. Κι ενώ η αποικιοκρατική νοσταλγία εξακολουθεί να παραμένει, το Κρεμλίνο πρέπει να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα.

Πριν από είκοσι χρόνια οι δημοκρατικές επαναστάσεις της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης προκάλεσαν την πρώτη αποχώρηση μεγάλης δύναμης στην ήπειρο από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Χιλιάδες ρώσοι στρατιώτες, συνεπικουρούμενοι από γενναίες γερμανικές χρηματοδοτήσεις, επέστρεψαν σπίτι, για να ακολουθηθούν από πολλούς άλλους μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης. Κι ενώ η αποικιοκρατική νοσταλγία εξακολουθεί να παραμένει, το Κρεμλίνο πρέπει να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα.

Αυτό ήταν το ένα κεφάλαιο. Αναρωτιέμαι ωστόσο μήπως σήμερα παρακολουθούμε το δεύτερο μισό της μεταπολεμικής αποχώρησης από την Ευρώπη του άλλου μεγάλου νικητή, των Ηνωμένων Πολιτειών. Φυσικά η αποχώρηση είναι λιγότερο στρατιωτική ή αυτοκρατορική από τη ρωσική. Φαίνεται ότι αντανακλά περισσότερο έλλειψη ενδιαφέροντος. Η Αμερική του Μπαράκ Ομπάμα έχει άλλα ζητήματα που την ενδιαφέρουν πιο πολύ. Μήπως η ευρωπαϊκή εποχή της Ουάσιγκτον φτάνει στο τέλος της; Και αν ναι, τι μπορεί να σημαίνει αυτό;

Θέτω αυτά τα ερωτήματα ύστερα από ένα Σαββατοκύριακο που πέρασα στην Κωνσταντινούπολη, στην ετήσια Διάσκεψη του Βοσπόρου, η οποία διοργανώθηκε από το Βρετανικό Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το τουρκικό ινστιτούτο εξωτερικής πολιτικής, ΤΕSΕV. Από την πλευρά της ΕΕ αυτή η σύνοδος αποτελεί μια ευκαιρία για να κριθεί η κατάσταση των δύσκολων συχνά σχέσεών μας με την Τουρκία. Από τουρκικής πλευράς προσφέρει ένα φόρουμ για τη διοχέτευση της απογοήτευσης που έχουν προκαλέσει τα εμπόδια που σκορπίζουν στον δρόμο της οι Βρυξέλλες.

Υπήρξαν ωστόσο δύο αισθητές αλλαγές από την τελευταία φορά που παρακολούθησα τη διάσκεψη. Η πρώτη ήταν το νέο ενδιαφέρον της Τουρκίας για τον έξω κόσμοκαι όχι πρωταρχικά προς τη δική μας, ευρωπαϊκή κατεύθυνση. Η δεύτερη ήταν η απουσία κάθε αναφοράς στις ΗΠΑ.

Η τελευταία ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακή, δεδομένου ότι από την τελευταία Διάσκεψη του Βοσπόρου μεσολάβησε αλλαγή τόσο προέδρου όσο και εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Μπορεί να διαφωνήσει κανείς ως προς το πόσες αλλαγές έχει υλοποιήσει ο κ. Ομπάμα, αλλά δεν μπορεί να αμφισβητήσει τις προθέσεις του ή τον θετικότερο τρόπο με τον οποίον το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου βλέπει τις ΗΠΑ. Και όμως, τίποτε από αυτά δεν αναφέρθηκε.

Οι ΗΠΑ, όπου οι διαδοχικοί πρόεδροι έχουν εκνευρίσει τις Βρυξέλλες πιέζοντας για γρήγορη ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, απλώς δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως παίκτης – τουλάχιστον σε αυτή τη συζήτηση. Μία εξήγηση που δόθηκε από τούρκο αξιωματούχο ήταν ότι η στήριξη των ΗΠΑ υπήρξε αντιπαραγωγική όσον αφορά τους σκοπούς της χώρας. Αν η Τουρκία επιθυμούσε να ενταχθεί στην ΕΕ, έπρεπε να υποστηρίξει μόνη τον εαυτό της.

Αλλά και οι Ευρωπαίοι- ανάμεσά τους και οι «νέοι» Ευρωπαίοι που ήταν τόσο ενθουσιώδεις σύμμαχοι των ΗΠΑ- δεν αναφέρθηκαν στην Αμερική και στον πρόεδρό της. Η συγκεκριμένη εξέλιξη υποδηλώνει ότι το ζήτημα της ευρωπαϊκής ένταξης της Τουρκίας είναι πλέον ζήτημα (όπως έπρεπε να είναι ανέκαθεν) αποκλειστικά των δύο διαπραγματευομέ- νων μερών. Και αυτό βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με το αναδυόμενο δόγμα Ομπάμα, το οποίο αφήνει τις χώρες να καθορίσουν τα δικά τους συστήματα και να διευθετήσουν τις μεταξύ τους διαφορές.

Και εδώ υπεισέρχεται ο νέος προσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας. Δύο χρόνια πριν, η Ευρωπαϊκή Ενωση ανησυχούσε αν η προσφάτως εκλεγμένη κυβέρνηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) εκτρεπόταν από τον δρόμο της εκκοσμίκευσης. Σήμερα το ΑΚΡ έχει «στεριώσει», έχει πάρει νέο προσανατολισμό, αλλά όχι προς την κατεύθυνση που φοβούνταν κάποιοι.

Κοιτά προς τα έξω, στην περιοχή του, και κτίζει γέφυρες με τους γείτονές του. Μόλις τον περασμένο μήνα ο τούρκος και ο αρμένιος πρωθυπουργός κάθησαν φιλικά δίπλα δίπλα σε ποδοσφαιρικό αγώνα στην Τουρκία και οι δύο χώρες υπέγραψαν- ύστερα από πολύ «ψήσιμο» – μία συμφωνία για το άνοιγμα των συνόρων τους. Η Τουρκία και η Συρία αναμένεται να επιτρέψουν τα ταξίδια χωρίς βίζα. Οι συνομιλίες για το Κυπριακό αρχίζουν πάλι. Την ίδια ώρα οι σχέσεις με το Ισραήλ παρουσιάζουν ξαφνική επιδείνωση, καθώς η Τουρκία συντάσσεται με τους πιο άγριους επικριτές της εισβολής στη Γάζα.

Θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει τα παραπάνω ως μια προσπάθεια της Αγκυρας πριν από μια τελευταία- και συνολική- απόπειρα να ενταχθεί στην ΕΕ. Ή ως «φλερτ» της Τουρκίας με τον ρόλο της περιφερειακής δύναμης, με το ερώτημα αν το εθνικό της συμφέρον εξυπηρετείται καλύτερα με την ένταξή της στην ΕΕ. Με τις αλλαγές στη Μέση Ανατολή, στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία σε εξέλιξη, το πεδίο είναι σίγουρα αρκετά ευρύ. Και υπάρχει και κάτι οικείο όσον αφορά τη συγκεκριμένη περιοχή. Δεν μοιάζει σε σχήμα και έκταση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στις τελευταίες ημέρες της; Καθώς οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν την Ευρώπη, μήπως αντί να εγκαθιδρύεται μία νέα τάξη, αναφύονται παλαιές συμμαχίες;

Αν είναι όντως έτσι, τότε προτεραιότητα των κυβερνήσεων είναι να αναγνωρίσουν τη συγκεκριμένη αλλαγή. Και κατόπιν να δεσμευθούν ότι θα χειριστούν τις δυσκολίες των ρευστών συνόρων με μεγαλύτερη φαντασία, ευαισθησία και πιο ειρηνικά από την τελευταία φορά.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk