Δημήτρης ΦατούροςΠορεία βάσει σχεδίου

Η μεγάλη αναδρομική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη γίνεται η αφορμή να συναντήσουμε τον πολυπράγμονα Δημήτρη Φατούρο και να περιδιαβούμε μαζί του τα μονοπάτια του αρχιτεκτονικού έργου του και της ζωής του.

Η μεγάλη αναδρομική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη γίνεται η αφορμή να συναντήσουμε τον πολυπράγμονα Δημήτρη Φατούρο και να περιδιαβούμε μαζί του τα μονοπάτια του αρχιτεκτονικού έργου του και της ζωής του.

Οι τίτλοι του Δημήτρη Φατούρου είναι πολλοί. Από αρχιτέκτων με έργο υψηλότατων προδιαγραφών, πρύτανης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και επιστημονικό μέλος στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ, μέχρι συγγραφέας ποιημάτων και άρθρων, επιστημονικών βιβλίων για την αρχιτεκτονική και μελετών για την τέχνη, τον πολιτισμό, την αισθητική. Ως ον πολιτικό που υπέστη πολλά επί δικτατορίας, διετέλεσε και υπουργός Παιδείας το 1993-94. Αυτόν τον καιρό το αναδρομικό έργο του και η διαδρομή στα πολυδαίδαλα μονοπάτια της ζωής και της καριέρας του παρουσιάζονται στο Μουσείο Μπενάκη. Και ο Δημήτρης Φατούρος έχει πολλά να δείξει και να πει. Μελετητής και αναλυτής των κοινωνικών καταστάσεων και των πολιτισμικών θεμάτων, με αγωνία για την επίδραση των νέων τεχνολογιών και των οικονομικών συμφερόντων στην αρχιτεκτονική και, ως εκ τούτου, στο σπίτι μας και στην ψυχή μας. Με συντριβή για ό,τι καταστρέφεται, με βαθύ σεβασμό στη φύση, με εφηβικό πάθος για τις ανθρώπινες σχέσεις και τις αισθήσεις, με ακέραιη τη σκέψη για την επίδραση της σύγχρονης αρχιτεκτονικής στο ανθρώπινο τοπίο και με απόλυτη επίγνωση της αρνητικής συμμετοχής της στην επιθετικότητά μας, μας ανοίγει την πόρτα του και την καρδιά του.

Σας έψαχνα, κύριε καθηγητά, αλλά δεν ήσασταν στην Αθήνα.

«Είχα πάει στη Στεμνίτσα. Τι ωραία που ήταν! Και, να σας πω, καθώς περπατούσα, είδα μπροστά μου μια πηγή. Με κρύο νερό… Μεγαλείο! Είχα καιρό να τύχω μιας τέτοιας στιγμής. Μικρός όταν ήμουν, σταματούσαμε λίγο πιο έξω από το χωριό, στον Αγιο Δημήτριο με την πηγή, για να δροσιστούμε και έχει μείνει μέσα μου αυτό, ωσάν DNA. Αυτή είναι πραγματική οικολογία? όχι τεχνολογική».

Από τη Στεμνίτσα κατάγεστε;

«Ο πατέρας μου. Εγώ γεννήθηκα στην Αθήνα».

Είπατε πραγματική οικολογία και όχι τεχνολογική. Πώς τις διαχωρίζετε;

«Εύκολα. Ποιος άνθρωπος που πραγματικά σκέφτεται και ποιος αρχιτέκτονας που πραγματικά κάνει αρχιτεκτονική δεν έχει ενσωματώσει μέσα του τη συνομιλία με τη φύση; Αρα, η οικολογία είναι defacto. Βεβαίως, καλώς υπάρχουν τα περιβαλλοντικά κινήματα, αλλά είναι συγχρόνως και εκ του περισσού, γιατί όλοι θα έπρεπε να έχουμε τη φύση στο μυαλό μας, αφού είναι μια μεγαλειώδης συγκινησιακή σχέση. Ο αδελφός μου και εγώ, όταν ήμασταν παιδιά, πηγαίναμε στη Στεμνίτσα και περπατούσαμε. Τώρα, καθώς έχω μικρύνει και στα χρόνια, δεν περπατώ το ίδιο. Ο θρίαμβος της νιότης!».

Νομίζω ότι τα έχετε βάλει λίγο με την ηλικία σας.

«Ε, βέβαια! Ξέρετε πόσο είμαι; Είμαι 81».

Εχετε θυμώσει επειδή μεγαλώσατε;

«Αυτό μου αρέσει ως έκφραση. Δεν έχω θυμώσει, αλλά σχεδόν μου δημιουργεί άλλες υποχρεώσεις».

Οπως;

«Απέναντι στους ανθρώπους? στο τι λέει κανείς και στο τι πράττει. Διότι τα χρόνια μετριούνται και με το τι έχεις κάνει και τι έχεις πει. Και τα θυμούνται, όσοι θέλουν».

Νομίζετε ότι τα χρόνια σας σας υποχρεώνουν να επιδεικνύετε σοφία;

«Οχι, όχι. Αυτό είναι κάτι που δεν θα το ήθελα».

Είναι δώρο να ζει κανείς σε αυτή την ηλικία, γιατί οι διεθνείς δημογραφικές στατιστικές αναφέρουν ότι μόνο μερικά εκατομμύρια καταφέρνουν να ξεπερνούν τα 60.

«Είναι αρκετοί, πάντως. Πιο πολλοί από την εποχή του πατέρα μου. Εγώ σχεδόν ξαφνιάζομαι – μια που κάνουμε αυτή την κουβέντα, που είναι μεταξύ ευχάριστης και δυσάρεστης – όταν λέω 81. Ο πατέρας μου ήταν γεννημένος το 1889, δηλαδή τον προ-προηγούμενο αιώνα, και ήταν 83 χρόνων όταν πέθανε. Ετσι βλέπει κανείς και την κλίμακα του χρόνου. Τα τελευταία δέκα χρόνια που τα ψάχνω όλα αυτά προς τα πίσω, βρίσκω μια ταυτότητα της ιστορίας, που είναι και ταυτότητα προσωπική. Οπως στο Βουκουρέστι, όπου πήγα το 1988 και βρήκα στον τηλεφωνικό κατάλογο οικογένειες με τα ονόματα από την πλευρά της μάνας μου, Σαρηγιάννη και Σακαλή, που είχαν μεταναστεύσει εκεί τον προ-προηγούμενο αιώνα και αυτοί. Η διάχυση του ελληνισμού».

Προσπαθήσατε να τους βρείτε;

«Δεν το σκέφτηκα καν».

Γιατί ψάχνετε προς τα πίσω;

«Γιατί αυτό με κάνει να καταλαβαίνω καλύτερα τα σημερινά πράγματα».

Εννοείτε τη σημερινή κατάσταση, τη σημερινή ζωή σας;

«Τη σημερινή πραγματικότητα και τις αλλαγές».

Σε κοινωνικό ή σε συναισθηματικό επίπεδο;

«Η διαφορά δεν είναι μεγάλη, ξέρετε…».

Λέτε;

«Βέβαια. Αμα μπορεί κανείς να τα δει. Να σκεφτείτε ότι ο πρώτος δρόμος για να φτάσει αυτοκίνητο από την Τρίπολη στη Στεμνίτσα φτιάχτηκε γύρω στο 1920? χθες δηλαδή! Εγώ συχνά, για να δω τις ανθρώπινες σχέσεις, λέω ότι σήμερα είναι 2009 και κάποια δραστηριότητα έγινε τότε. Το 1920, λόγου χάρη. Τι να ’ταν, πώς να ’ταν στα χρόνια εκείνα;».

Και επιμένετε «φυσικά», όπως οι πρώτοι φιλόσοφοι.

«Επιμένω και λέω τη φύση φύση, είτε ως κατάσταση περιβάλλοντος είτε ως ανθρώπινη παρέμβαση, όπως την εποχή όπου οι κοινότητες έχτιζαν με τέτοιον τρόπο, ωσάν να ήταν το έργο τους κομμάτι της φύσης. Παράδειγμα οι ξερολιθιές? παράδειγμα τα σπίτια με το μικρό άνοιγμα στον βοριά και απέναντί του, λοξά, ακόμη ένα άνοιγμα, για να μπαίνει στον χώρο το αεράκι και να δροσίζει. Ακόμη και οι παλιοί ήχοι από τους ντερέδες, τις υδρορροές, καθώς τα νερά έτρεχαν, συνέθεταν μια άλλη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον. Η φύση είναι παράγοντας που διαμορφώνει τις ανθρώπινες κοινότητες, που διαμορφώνει τις σχέσεις με τους άλλους και με τον εαυτό μας. Η συνομιλία με τη φύση επηρεάζει τις αντιδράσεις μας, μειώνει την επιθετικότητα».

Σήμερα η οικολογία έχει αντικατασταθεί από την τεχνολογία;

«Είναι θαυμάσιες οι δυνατότητες που παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία στην αρχιτεκτονική. Και μπορεί και αυτή να συνομιλεί με τη φύση, αλλά πρέπει να σκύψει και στις σχέσεις των ανθρώπων και στο πώς αυτές θα εξελιχθούν μέσα σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα. Να διακρίνει την επίδραση στις ψυχολογικές τάσεις, στις συμπεριφορές, στον εσωτερικό διάλογο, στην ερωτική ζωή, στις αισθήσεις, να σκεφτεί τους βαθμούς επιθετικότητας, ανοχής. Ολα αυτά πρέπει να τα ενσωματώσει και η πιο προχωρημένη ψηφιακή αρχιτεκτονική σήμερα ή όποια άλλη υπάρξει, αύριο. Γιατί, αν δεν το κάνει η αρχιτεκτονική που φτιάχνει τόπους ζωής, τότε ποιος; Αλλά έτσι όπως διευθετείται η οργάνωση των οικονομικών σχέσεων, αφού οι επιχειρήσεις έχουν δικά τους κριτήρια, είναι δύσκολο όλα να συντονιστούν. Με το πέρασμα του χρόνου, τα καλά ξεχνιούνται».

Εσείς με ποιον τρόπο τα ενσωματώσατε στην αρχιτεκτονική σας;

«Τα σπίτια που έχω φτιάξει, και ας ήταν σε αφιλόξενα τοπία, φρόντιζα να έχουν σκιές, να έχουν φυτέματα, να έχουν καλές κλιματικές συνθήκες. Σχεδιασμένη η φύση πλέον, άλλαζε τελείως την αίσθηση του αφιλόξενου περιβάλλοντος. Αλλωστε, η φροντίδα μου δεν σταματούσε με το πέρασμα των χρόνων. Συνέχιζα επί χρόνια να προσέχω όσα έφτιαχνα».

Νιώθετε κοινωνική ενοχή για το πόσο άσχημες είναι οι πόλεις μας;

«Βέβαια. Αλλά δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Το ότι ορισμένοι δείκτες είναι καλύτεροι στη Γαλλία ή στην Αμερική, στη Σκανδιναβία ή στην Ιαπωνία, όπου έχουν γίνει θαυμάσιες δουλειές, δεν σημαίνει τίποτε? διότι διαρκώς μεγαλώνει η κυριαρχία της αδιαφορίας απέναντι σε όσα κουβεντιάζουμε. Και έχουμε αρνητικές συνέπειες και σε χώρες με εξαιρετική ποιότητα πολιτισμικών δραστηριοτήτων και περιβαλλοντικών συνθηκών. Δεν βλέπετε τις φυλασσόμενες κοινότητες; Τις λεγόμενες gatedcommunities, στις οποίες μπαίνεις με πάσο;».

Πόλεις μέσα στις πόλεις;

«Μέσα στις πόλεις ή λίγο παραέξω, για ανθρώπους μεσαίου εισοδήματος, κυρίως όμως για υψηλού. Κυρίως. Γύρω στα 20 εκατομμύρια Αμερικανοί ζουν έτσι. Περίπου το 1995 έγινε ένα τέτοιο γκέτο και στην Τουλούζη στη Γαλλία. Μάλιστα, δίπλα σε αυτό, ο αρχιτέκτονας Γιώργος Κανδύλης είχε δημιουργήσει οικισμό και χώρους κατάλληλους ώστε να έχουν οι άνθρωποι σωστές συνθήκες διαβίωσης – ήταν μια ελεύθερη, μια θετική προσπάθεια, ήταν τότε ένα ολόκληρο κίνημα αρχιτεκτόνων που αναπτύχθηκε μετά τον Λε Κορμπυζιέ. Εγραφαν λοιπόν οι γαλλικές εφημερίδες ότι δίπλα στον κοινωνικά προσανατολισμένο στις ανθρώπινες σχέσεις οικισμό κατασκευάστηκε το εντελώς αντίθετο».

Μέσα στα γκέτο όμως πώς ζουν οι άνθρωποι;

«Οργανώνεται το χτίσιμο έτσι ώστε να μπαίνεις από δύο-τρεις θέσεις, όπου υπάρχουν φύλακες. Οι φρουρούμενοι οικισμοί έχουν σχέση με τις φοβίες που έχουν αναπτυχθεί τις δύο τελευταίες δεκαετίες, την ανασφάλεια των ανθρώπων, τις διακρίσεις που εντείνονται. Γύρω στο 1955 και ως το 1970 γινόταν πολύ μεγάλη συζήτηση σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσης και τις σχέσεις του ανθρώπου με το χτισμένο περιβάλλον από διάφορες επιστήμες, όπως η πολιτισμική κοινωνιολογία».

Σήμερα γιατί έχουμε παραμελήσει αυτή την επιστήμη;

«Διότι μας έχει επιβληθεί η αγορά. Και η αγορά ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για αυτούς τους παράγοντες. Και λέμε ότι κυριάρχησαν εύκολα τα ωραία αρχιτεκτονικά αντικείμενα, τα μικρά ή μεγάλα κτίρια που έχουν μια έκφραση συνήθως δυναμική, που έχουν ωραία υλικά. Και αυτό είναι όλο. Πρόκειται για μια καινούργια κατεύθυνση της αρχιτεκτονικής. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ιαπωνίας και της Σκανδιναβίας που προαναφέραμε η επιβολή της αγοράς είναι σημαντική, αλλά υπάρχουν διέξοδοι από τους πολύ καλούς αρχιτέκτονες οι οποίοι, σε ό, τι φτιάχνουν, συνυπολογίζουν και τα στοιχεία της συνομιλίας με τη φύση και με τους άλλους».

Αντιμετωπίζουμε, επομένως, σήμερα την αρχιτεκτονική ως ντιζάιν;

«Ναι. Είναι μια αρχιτεκτονική που δίνει τεράστια σημασία στο ίδιο το αντικείμενο και λιγότερο στην εξεύρεση λύσεων για τις ανθρώπινες δυσκολίες. Αναμφισβήτητα, όλα είναι καμωμένα με εξαιρετική δεξιοτεχνία και είναι κρίμα που αυτές οι ομάδες αρχιτεκτόνων δεν προσφέρουν τις δυνατότητες που έχουν και σε άλλα θέματα».

Ακούγοντάς σας, σκέφτομαι ότι θα πρέπει να ήσασταν θαυμάσιος καθηγητής.

«Το 1954 πρωτοπήγα επιμελητής, δίπλα στον Δημήτρη Πικιώνη. Ημουν δηλαδή 26 χρόνων. Παρέμεινα εκεί δύο χρόνια και μετά με έστειλε στον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα γιατί είχε ανάγκη και ήταν φίλοι. Εκεί έμεινα ως το ’59, οπότε και πήγα στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Η εποχή του ’60 ήταν σπουδαία, παρ’ όλο που ήταν δύσκολη, μετεμφυλιακή. Το 1961 είχε αρχίσει να εκδηλώνεται η άνοιξη στην τέχνη και στην αρχιτεκτονική. Δεν πρόλαβε, δυστυχώς, να εξελιχθεί. Εγινε η δικτατορία. Ημουν καθηγητής ως το 1996».

Αρχιτέκτων, ζωγράφος, καθηγητής, πρύτανης, συγγραφέας, υπουργός Παιδείας, τόσο πολλά μαζί… Τι υπερισχύει;

«Αν πω περισσότερα για το ένα ή για το άλλο, με τον τρόπο που τα media δουλεύουν, θα χαθεί ο πυρήνας μου, ο οποίος είναι η αρχιτεκτονική, αλλά, χωρίς αμφιβολία, ένα είναι και όλα αυτά μαζί. Και οφείλω πολλά ακόμη και σε αποτυχημένες μου προσπάθειες, είτε στην τέχνη είτε στην πολιτική».

Κύριε καθηγητά, με συγχωρείτε για την άσχετη ερώτηση, αλλά πώς καταφέρνετε να μιλάτε με το τσιγάρο στο στόμα;

«Ετσι μιλούσαν και ο Πικιώνης και ο Σαρτρ. Ηταν τα φαντάσματα της εποχής μου».

Μιλήστε μου πρώτα για τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα. Ηταν πράγματι ένας στρυφνός άνθρωπος;

«Ετσι λένε. Επειδή δεν γελούσε εύκολα. Αλλά όταν γελούσε, το έκανε με την καρδιά του. Ηταν και αισθησιακός όσο δεν φαντάζεστε. Περίπου το 1990 κουβεντιάζαμε για τα τσαλακωμένα σεντόνια και έκανε τον παραλληλισμό με τις πτυχώσεις των εσθήτων επάνω στο σώμα ενός γυναικείου αγάλματος της κλασικής περιόδου. Οπου το μάρμαρο αποκτά διαφάνεια, χωρίς να είναι διάφανο. Εσείς πώς θα χαρακτηρίζατε τον άνθρωπο αυτόν;».

Μιλήστε μου και για τον Πικιώνη, που είναι ένα όνομα μυθικό.

«Πρέπει να σας πω ότι μπορεί ο Πικιώνης να έγινε γνωστός και από τη μεγάλη επιρροή των μορφολογικών και των παραδοσιακών αισθητικο-ιστορικών στοιχείων στη δουλειά του, όπως τα μακεδονίτικα και τα καστοριανά, αλλά δεν ήταν αυτός ο πυρήνας του. Ο Πικιώνης γύρω στο 1920-1930 έκανε αρχιτεκτονική, όπως όλο το μοντέρνο κίνημα τότε, με τον Λε Κορμπυζιέ και τους άλλους. Αλλά εκείνο στο οποίο προσέφερε είναι η αγωνία για τον άνθρωπο μέσα στον χώρο. Και ο άνθρωπος μέσα στον χώρο είναι ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο, είναι ο άλλος άνθρωπος, οι ανησυχίες του, η αμφιβολία του. Το ότι κάπνιζε και ταυτόχρονα μιλούσε, λοιπόν, ήταν μέσα στην αμφιβολία του. Ναι μεν, αλλά. Και μπορεί κάποιος να πει ότι ο Φατούρος έχει επηρεαστεί από τον Πικιώνη, ότι έχω στοιχεία που προσομοιάζουν στη λαϊκή αρχιτεκτονική, όμως δεν είναι αυτή η πραγματική οφειλή μου στον Πικιώνη. Ο Πικιώνης μού έμαθε ότι δικαιούμαι να αμφιβάλλω. Πρώτη φορά λέω αυτή τη φράση και θα τη σημειώσω. Μου την εκμαιεύσατε».

Και αμφιβάλλετε πάντα;

«Ναι. Γι’ αυτό και έχουν πει ότι μου αρέσει ένα έργο συνεχώς να “γίνεται”. Ενα έργο nonfinito. Το αέναο στην τέχνη. Και αυτή είναι η αλήθεια. Σε ένα σπίτι τελειωμένο, έρχονται οι ένοικοί του και οι απόγονοί τους και το μεταβάλλουν. Αλλωστε, ακόμη και στο πιο ολοκληρωμένο, ό,τι προσθέτει κάποιος, έστω και μικροαντικείμενα, είναι κομμάτι του οργανωμένου περιβάλλοντος. Είναι συνεχής, επομένως, η εξέλιξη στην αρχιτεκτονική, κάτι που δεν συμβαίνει στη ζωγραφική ή στην ποίηση. Ποιος θα αλλάξει έναν πίνακα ή ένα ποίημα; Αλλά και οι installations, οι εγκαταστάσεις τέχνης, είναι σαν κομμάτι της μικροαρχιτεκτονικής. Μοιάζει να αντικαθιστούν την αμφιβολία και την αναζήτηση για τον χώρο, κάτι που έκανε η αρχιτεκτονική κάποτε, και σήμερα δεν το κάνει πάντα».

Ζωγραφίζατε και εσείς. Γιατί σταματήσατε;

«Σταμάτησα το 1966, όταν πήγα στην Αμερική ως μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας του Γέιλ, για ένα πρόγραμμα ερευνητικό με θέμα τον άνθρωπο και το περιβάλλον και τα προβλήματα συμπεριφοράς. Και τότε σκέφτηκα ότι εγώ, ο ίδιος άνθρωπος, είχα τα ίδια ερωτήματα προς δύο κατευθύνσεις: προς το τυπικό ζωγραφικό και το τυπικό αρχιτεκτονικό. Επρεπε να βρω πού συναντώνται αυτά τα δύο. Απαιτούσαν όμως πολύ χρόνο και αφοσίωση και στο τυπικό αρχιτεκτονικό έχει κανείς μεγαλύτερες ευκαιρίες να διατάξει το έργο? και είπα ότι θα ασχοληθώ μόνο με την αρχιτεκτονική, γιατί χρειαζόμουν χρόνο για αναζητήσεις».

Γράφετε και θεωρητικά κείμενα τέχνης.

«Είναι αναπόσπαστο κομμάτι του βίου μου. Από το 1959 γράφω για την τέχνη – και όχι μόνο για την αρχιτεκτονική – και μερικά από τα κείμενά μου, που έχουν δημοσιευτεί στη Γαλλία, τα θεωρώ από τα καλύτερά μου. Θέλω να τα μεταφράσω και στην Ελλάδα».

Με την πολιτική θα εμπλεκόσασταν ξανά;

«Οχι. Λόγω του ότι φτιάχνονται σκληρά όρια και παραμορφωτικές περιγραφές του ανθρώπου. Και όσο είσαι νεότερος έχεις περιθώρια να τα αλλάξεις? ενώ τώρα…».

Ο Γιώργος Παπανδρέου έχει δηλώσει ότι θα προσκαλέσει τον Τζοζέπ Αντόν Αθεμπίγιο, τον διάσημο καταλανό πολεοδόμο, για να μετατρέψει την Αθήνα σε μια πόλη ανθρώπινη, όπως συνέβη στη Βαρκελώνη. Πώς σχολιάζετε μια τέτοια πιθανότητα;

«Ο Αθεμπίγιο είναι ένας σπουδαίος πολεοδόμος αρχιτέκτονας, ο οποίος, μαζί με άλλους, μπορεί πράγματι να σχηματίσει μια ομάδα συμβούλων που θα εργαστεί συλλογικά για την Αθήνα. Σε αυτή την ομάδα θα πρέπει ασφαλώς να μετέχουν και ικανοί έλληνες συνάδελφοί τους».

Από αυτά τα στοιχεία, τη φύση, τις αισθήσεις, τις συμπεριφορές, τα αρχιτεκτονικά σχήματα, πόσα έχουν περάσει στο ποιητικό σας έργο;

«Πού το ξέρετε ότι έχω γράψει ποίηση;».

Το διάβασα στο Διαδίκτυο.

«Το έχει; Μα εγώ εμπρόθετα δεν έχω φτιάξει site, επίτηδες, γιατί είναι ένα είδος επίδειξης. Μερικά στοιχειώδη βιογραφικά στοιχεία, βέβαια, πρέπει να τα γράψει κανείς, αλλά ως εκεί. Διότι το site είναι μορφή εμπορικής προβολής, σαν να λέμε σήμα κατατεθέν, markadepositata, marque deposee. Πράγμα που το κάνει, βέβαια, ένα μεγάλο μέρος της σημερινής νεολαίας, ως εμπορική ταυτότητα. Oλη η αμερικανική αγορά έτσι έχει αναδειχθεί. Eνας καινούργιος κόσμος έχει γεννηθεί και είναι καθ’ οδόν και δεν ξέρουμε πώς θα είναι αύριο. Μπορεί να είναι πολύ πιο καλός, πώς να προφητεύσω;».

Πείτε μου ένα έργο σας που αγαπάτε και σας έρχεται στον νου.

«Hμουν έφεδρος στο Ναυτικό, όπου παρέμεινα ένα διάστημα ως αρχιτέκτονας υπάλληλος, και έφτιαξα στη Ναυτική Ακαδημία στον Πειραιά το πρώτο κολυμβητήριο στην Ελλάδα, που το αγαπώ πολύ».

Πώς θα χαρακτηρίζατε σήμερα την κυριαρχούσα τάση στην αρχιτεκτονική;

«Δεν υπάρχει όρος. Είναι αρκετές οι κατευθύνσεις που περιέχουν την αγωνία για τον τρόπο ζωής στον σύγχρονο κόσμο. Πολλοί μιλάνε για καινούργιο μοντερνισμό και άλλοι για απελευθέρωση της μορφής, αλλά αυτές είναι γενικές δυνατότητες, τις οποίες η αρχιτεκτονική μεταχειρίζεται. Κάποτε μιλούσαμε για τον ροϊκό χώρο. Σήμερα για τη ροϊκή φόρμα, για το κτίριο δηλαδή που έχει κυματισμούς, καμπύλα στοιχεία. Πολλές φορές κάνεις αρχιτεκτονική παίρνοντας μαθήματα από κτίσματα που δεν έγιναν σε μια κατεύθυνση, που έγιναν σε ένα περιβάλλον, σε ένα ερείπιο, όπου μπορείς να κάνεις χρήση διαφορετικών υλικών. Αυτή η συνάθροιση των ετερόκλητων, αυτή η ετερότητα, είναι μεγαλειώδες στοιχείο της αρχιτεκτονικής, είναι διάλογος. Η κάτοψη του Μουσείου Γκούγκενχαϊμ του Γκέρυ, στο Μπιλμπάο, μοιάζει να έχει επηρεαστεί από αυτή την ετερόκλητη συσχέτιση πραγμάτων».

Και είναι λειτουργικό;

«Το λειτουργικό δεν είναι άκαμπτο θέμα. Είναι πολλαπλό, όπως και οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πολλαπλές».

Πώς μπορούμε να μετατρέψουμε αυτή την πολλαπλότητα σε περιβάλλον χτισμένο;

«Ως πρόθεση-πρόκληση, ως επιθυμία. Και η επιθυμία δίνει και ένα στοιχείο πιο συγκινησιακό, κρύβει την προσπάθεια να συνταχθούν ετερόκλητα στοιχεία, σαν ένας οικισμός από διάφορα κτίρια που δημιουργεί ένα λειτουργικό περιβάλλον. Ενα τέτοιο κτίριο είναι κλασικό εργαλείο για να αλλάξει μια πόλη. Εκεί όπου χτίστηκε το μουσείο, στο Μπιλμπάο, ήταν μια εγκαταλελειμμένη βιομηχανική περιοχή».

Που τώρα σφύζει από ζωή. Και το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης;

«Νομίζω είναι μια χρήσιμη εξέλιξη, γιατί διαμορφώνει έναν πυρήνα πολιτισμικού ενδιαφέροντος».

Υπεκφεύγετε να απαντήσετε ή κάνω λάθος;

«Με έχουν κατηγορήσει για αυτό, ότι δεν παίρνω απευθείας θέση. Είχα λάβει μέρος και στον διαγωνισμό με τον ιάπωνα φίλο μου, Ισοζάκι. Περπατούσαμε για να δούμε το τοπίο, ανεβαίναμε και από το πίσω μέρος της Ακρόπολης…».

Ποια είναι, αλήθεια, τα ίχνη σας πάνω στη γη;

«Δεν το ξέρω. Αυτά φαίνονται πάντα εκ των υστέρων».

Η έκθεση «Δημήτρης Φατούρος: Οι νέες πραγματικότητες και η συνεχής αναζήτηση» θα φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη (Κτίριο οδού Πειραιώς 138) ως την 1η Νοεμβρίου.

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 469, σελ. 26-34, 11/10/2009.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk