Οι τρόποι της πολιτικής

Αν, όπως έγραφα τις προάλλες, η πολιτική είναι τόπος μείζονος ανθρωπολογικής σημασίας (όσο τουλάχιστον η ανθρώπινη ομιλία και γραφή), τότε πρέπει να έχει και αυτή τους τρόπους της που την ορίζουν και την ρυθμίζουν· όταν δεν την συσκοτίζουν και την απορρυθμίζουν. Μιλώ για τις τροπές της πολιτικής φύσης και τέχνης, που ευνοούν ή δεν ευνοούν την αποτελεσματική της εξέλιξη. Προϋποτίθεται ότι οι τρόποι αυτοί μοιράζονται κατά βάση στα τρία: σε λόγους, πράξεις και πρόσωπα, όπου εντούτοις …

Αν, όπως έγραφα τις προάλλες, η πολιτική είναι τόπος μείζονος ανθρωπολογικής σημασίας (όσο τουλάχιστον η ανθρώπινη ομιλία και γραφή), τότε πρέπει να έχει και αυτή τους τρόπους της που την ορίζουν και την ρυθμίζουν· όταν δεν την συσκοτίζουν και την απορρυθμίζουν. Μιλώ για τις τροπές της πολιτικής φύσης και τέχνης, που ευνοούν ή δεν ευνοούν την αποτελεσματική της εξέλιξη. Προϋποτίθεται ότι οι τρόποι αυτοί μοιράζονται κατά βάση στα τρία: σε λόγους, πράξεις και πρόσωπα, όπου εντούτοις ο λόγος φαίνεται να διεκδικεί πρωτεία, με τις δικές του τώρα εσωτερικές τροπές· στη σύνολη πολιτική του χρήση, εμφανίζεται συνήθως προγραμματικός και εκτελεστικός ως προς το παρόν και το άμεσο μέλλον, απολογιστικός και κριτικός ως προς το παρελθόν.

Το ζητούμενο ωστόσο είναι αν η σοσιαλιστική κυβέρνηση των πρόσφατων εκλογών (μεταρρυθμιστική και τολμηρή σε άλλα κρίσιμα κεφάλαια) δίνει τη δέουσα σημασία στον συντελεστή του τροπικού λόγου· αν δηλαδή αναγνωρίζει τα προφανή του ελλείμματα και κυρίως την ανεξέλικτη αδράνειά του. Στην περίπτωση που εντοπίζει τον ελλειμματικό και αντιδραστικό κατά κανόνα χαρακτήρα του λόγου αυτού σε κρίσιμες περιοχές της πολιτικής και πολιτιστικής ζωής, ερωτάται τι κάνει για να ελαττώσει το λογικό αυτό έλλειμμα, που δεν είναι ίσως λιγότερο σημαντικό από το οικονομικό. Η ζητούμενη πάντως αναγνώριση προϋποθέτει ευαίσθητους πολιτικά θυλάκους ανθρωπιστικής κυρίως παιδείας, όπου φαινόμενα της κατηγορίας αυτής εξ ορισμού σπουδάζονται (έστω, πρέπει να σπουδάζονται) με κριτική νηφαλιότητα και ανανεωτική πρόθεση. Οπότε αξίζει να δούμε το σπουδαστικό μητρώο αρμόδιων μελών της νέας κυβέρνησης, που ενδεχομένως ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις μιας τέτοιας αναζήτησης.

Φοβούμαι ότι τα, στατιστικά τουλάχιστον, ευρήματα της πρόχειρης, αυτής (αδιάκριτης ίσως) έρευνας δεν είναι ενθαρρυντικά. Γιατί, αν ισχύουν, τα σπουδαστικά μητρώα που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στον ημερήσιο τύπο (παραπέμπω π.χ. στο «Βήμα» της Τετάρτης, 7 Οκτωβρίου) από το κυβερνητικό σύνολο 36 υπουργών και υφυπουργών, ένας μόνο προέρχεται από τον χώρο των ανθρωπιστικών σπουδών· ο Π. Γερουλάνος, Υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού, που σπούδασε ιστορία σε τρία διάσημα πανεπιστήμια της Αμερικής. Πλεονάζουν, όπως πάντα, οι νομικοί, και οι απαραίτητοι για την παρούσα κρίσιμη περίσταση οικονομολόγοι. Ειδικότερα μάλιστα στο Υπουργείο Παιδείας η, δυναμική ασφαλώς, υπουργός Αννα Διαμαντοπούλου είναι πολιτικός μηχανικός, η υφυπουργός Εύη Χριστοφιλοπούλου σπούδασε νομικά και οικονομικές επιστήμες, και ο έμπειρος στα οργανωτικά κυρίως προβλήματα της εκπαίδευσης υφυπουργός Ι. Πανάρετος προέρχεται από το Τμήμα Στατιστικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Πού το πάω; Μάλλον αυτό με πάει.

Αφού τα ενδεικτικά αυτά στοιχεία υποδηλώνουν ότι (εμπρόθετα ή απρόθετα) η νέα κυβέρνηση απωθεί μάλλον στο περιθώριο της εξουσίας της τις ανθρωπιστικές επιστήμες, και όσους τις ασκούν με ελεύθερο (και γιατί όχι, ελευθέριο) τρόπο, και επονομάζονται, καλώς ή κακώς, διανοούμενοι, μολονότι επαγγέλλεται ριζικού τύπου μεταρρυθμίσεις τόσο στη Γενική Εκπαίδευση όσο και στην Ανώτατη Παιδεία. Ακολουθώντας, όπως φαίνεται, στην απώθηση αυτή λίγο πολύ την ιδρυτική παράδοση του ΠαΣοΚ, που έδειχνε ανάλογη επιφύλαξη προς τον κόσμο των ανήσυχων διανοουμένων.

Παρένθεση: για δικούς της (ευεξήγητους και ανεξήγητους λόγους) παρόμοια τακτική εφαρμόζει και η Ανανεωτική Αριστερά τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια, αντίθετα τώρα προς την δική της παράδοση, που συνυπολόγιζε κάποτε τους διανοουμένους μαζί με τους αγρότες και τους εργάτες. Κλείνει η παρένθεση.

Η ιστορία εντούτοις των εκπαιδευτικών μας μεταρρυθμίσεων διδάσκει ότι, όποτε αυτές, έστω για λίγο, φτούρησαν, αποφασιστική υπήρξε η σύμπραξη κάποιων φωτισμένων διανοουμένων, οι οποίοι, σχεδόν δίχως εξαίρεση, προέρχονταν από τον χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών. Υπαινίσσομαι τόσο τη βενιζελική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του περασμένου αιώνα, στην οποία πρωτοστάτησε η τριάδα «Γληνός- ΔελμούζοςΤριανταφυλλίδης», όσο και την προδικτατορική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Γεωργίου Παπανδρέου, που κινητήριος μοχλός της υπήρξε ο Ευάγγελος Παπανούτσος, επιλέγοντας ως πρόεδρο του νεοσύστατου τότε Παιδαγωγικού Ινστιτούτου τον Ι. Θ. Κακριδή.

Σκαλίζω παλιά τεφτέρια θα πείτε, για τα οποία εξάλλου αρμόδιος να μιλήσει είναι ο φίλος Αλέξης Δημαράς. Ο οποίος προώθησε ως πρόεδρος του Κέντρου Εκπαιδευτικής Ερευνας στη δεύτερη κυβερνητική τετραετία του Σημίτη (με πρόθυμο υπουργό Παιδείας τον Πέτρο Ευθυμίου), ένα νεωτερικό πράγματι πρόγραμμα εκπαιδευτικής αρχαιογνωσίας και νεογνωσίας. Αν χρειαστεί, θα επανέλθω, κινδυνεύοντας να κατηγορηθώ ότι ευλογώ τα γένια μου.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk