Η «έρευνα» στο Παιδείας

Μία από τις ριζικές αλλαγές που πρόκειται να επιφέρει η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου είναι η υπαγωγή του τομέα της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης (ΕΤΑ) στο υπουργείο Παιδείας με την εκεί μεταφορά της Γενικής Γραμματείας Ερευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ). Επιτυχής η καινοτομία. Τα δεδομένα όμως της σημερινής μη ικανοποιητικής κατάστασης στην περιοχή της ΕΤΑ, τα οποία συντελούν στην εξαιρετικά κακή κατάταξη της χώρας (71/133, προτελευταίοι στην ΕΕ των «27») ως προς την ανταγωνιστικότητά της, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Μία από τις ριζικές αλλαγές που πρόκειται να επιφέρει η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου είναι η υπαγωγή του τομέα της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης (ΕΤΑ) στο υπουργείο Παιδείας με την εκεί μεταφορά της Γενικής Γραμματείας Ερευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ). Επιτυχής η καινοτομία. Τα δεδομένα όμως της σημερινής μη ικανοποιητικής κατάστασης στην περιοχή της ΕΤΑ, τα οποία συντελούν στην εξαιρετικά κακή κατάταξη της χώρας (71/133, προτελευταίοι στην ΕΕ των «27») ως προς την ανταγωνιστικότητά της, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν. Φαντάζομαι ότι σύντομα θα μάθουμε το γενικότερο στρατηγικό σχέδιο της κυβέρνησης. Εν τω μεταξύ μια περιγραφή της εντόπιας παθογένειας χρήσιμη είναι.

Η πρώτη διαπίστωση είναι ότι οι εκάστοτε κυβερνήσεις ουδέποτε θεώρησαν κύριο στόχο της δημόσιας χρηματοδότησης της ΕΤΑ την ανάπτυξη της χώρας. Η διαπίστωση αυτή, πρωτοφανής στις ανεπτυγμένες χώρες, τεκμηριώνεται πλήρως από την ιστορική απουσία μελετών και στατιστικών στοιχείων που συνδέουν οιαδήποτε ερευνητική δαπάνη με οιοδήποτε οικονομικό αποτέλεσμα! Ετσι η χώρα, που διαθέτει ικανοποιητικό δυναμικό επιστημόνων και μηχανικών (20/133), λειτουργεί στην ΕΕ ως ερευνητικός μαϊντανός! Συμμετέχει, δηλαδή, επιτυχώς σε όλες σχεδόν τις πτυχές του ερευνητικού ευρωπαϊκού γίγνεσθαι, τα οικονομικά οφέλη όμως τα αποκομίζουν αποκλειστικά κάποιοι μόνο εταίροι. Ετσι δεν παράγουμε τίποτα νέο και η μεγαλύτερη απόκλισή μας από τις οικονομίες έντασης γνώσης βρίσκεται στην καινοτομία (101/133).

Εν τω μεταξύ οι (ουσιαστικά μόνοι υπάρχοντες) ερευνητές του δημόσιου τομέα δημοσιεύουν διεθνώς τόσα που τους κατατάσσουν στην 9η θέση παγκοσμίως, άρθρα όμως στα οποία λίγοι αναφέρονται. Συνεπώς προκύπτει το βασικό ερώτημα του πώς θα προσδιοριστούν οι περιοχές κατανομής του 2% του ΑΕΠ που έχει τάξει η νέα κυβέρνηση για την ΕΤΑ. Τι ποσοστό της δημόσιας χρηματοδότησης θα δοθεί για βασική και ακαδημαϊκή έρευνα και τι για εφαρμοσμένη, βιομηχανική και καινοτομική έρευνα; Επίσης, πώς θα πειστεί ο δημόσιος τομέας να χρησιμοποιεί ελληνικά ερευνητικά προϊόντα;

Συναφώς, ουδόλως σαφές είναι πώς οι δαπάνες θα επιμεριστούν μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα. Επί του προκειμένου οι συνήθειες του επιχειρηματικού κόσμου της χώρας σχετικά με τις ερευνητικές δαπάνες των επιχειρήσεων (101/133) είναι κυριολεκτικά φρικαλέες. Δηλαδή, ενώ στον προηγμένο κόσμο τα 2/3 των δαπανών για έρευνα προέρχονται από τους ιδιωτικούς φορείς, στην Ελλάδα φράγκο (στην πραγματικότητα) δεν δίνουν. Αντίθετα, χρησιμοποιούν ενίοτε τα ερευνητικά έργα για να προσποριστούν κέρδη!

Τι λοιπόν θα γίνει; Θα πείσει η κυβέρνηση τον επιχειρηματικό κόσμο να αλλάξει ριζικά τις συνήθειές του, θα δώσει ερευνητικά έργα μόνο σε όσες επιχειρήσεις τεκμηριώσουν τη δική τους συμμετοχή και το αναμενόμενο οικονομικό όφελος ή θα δώσει τις πιστώσεις στους καθαρόαιμους ερευνητές για να αυξήσουν τον αριθμό των δημοσιεύσεών τους;

Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να εξεταστεί η μεταφορά της ΕΤΑ από το πρώην υπ. Ανάπτυξης στο υπ. Παιδείας. Και ας δούμε πρώτα τα καλά της ενέργειας:

* Πάνω από το 50% της έρευνας στη χώρα γίνεται στα ΑΕΙ, στα οποία υπηρετούν περίπου 10.000 μέλη ΔΕΠ, σε αντιδιαστολή με τα Ερευνητικά Κέντρα (ΕΚ), όπου υπηρετούν περίπου 1.000

ερευνητές, που κάνουν το 20% της έρευνας. Τα ΑΕΙ έχουν επίσης τη μερίδα του λέοντος από τα ανταγωνιστικά προγράμματα της ΕΕ και παρέχουν το 80% των τεχνολογικών και επιστημονικών υπηρεσιών προς την παραγωγή.

* Τα ΕΚ που υπάγονται στη ΓΓΕΤ και κατά τεκμήριο μεταφέρονται στο υπ. Παιδείας έχουν συνήθως καθηγητές ως ηγήτορες και τα καλύτερα από αυτά αντλούν σε μεγάλο βαθμό ερευνητικό δυναμικό (καθηγητές) από τα ΑΕΙ. * Οι παραπάνω καθηγητές φροντίζουν (φυσικά) ώστε το περιεχόμενο των εκάστοτε προγραμμάτων χρηματοδότησης της έρευνας να είναι προς το συμφέρον των ΕΚ (σε συνεργασία με στελέχη της ΓΓΕΤ).

* Ετσι από τα προγράμματα αυτά, που αποτελούν συνήθως (κακή) αντιγραφή των εκάστοτε προγραμμάτων για ΕΤΑ της ΕΕ, απουσιάζουν περιοχές που ταιριάζουν στην ανάπτυξη της χώρας αφού καταρτίζονται απουσία της παραγωγής και της μεγάλης πλειονότητας των ερευνητών.

* Και όπου τα ΕΚ δεν έχουν παρουσία, όπως στις επιστήμες μηχανικού, τίποτα δεν περιλαμβάνεται στα προς χρηματοδότηση αντικείμενα. Γι΄ αυτό και η «κατασκευή» και η εμπορική ναυτιλία ουδόλως εμφανίζονται ερευνητικά στο τρέχον επιχειρησιακό πρόγραμμα του πρώην ΥΑ.

Συνεπώς η υπαγωγή ΑΕΙ και ΕΚ στο ίδιο υπουργείο είναι προφανώς σωστή. Εχει όμως τους εξής σκοπέλους να υπερβεί (και όχι μόνο):

* Τα ΑΕΙ είναι μη ευνομούμενοι οργανισμοί σε αντίθεση με τα ΕΚ. Αυτό δε σε βαθμό ακατάληπτο από κάθε λογικό άτομο και οφειλόμενο στην αποφασιστικότητα των «αριστερών» δυνάμεων να καταστρέψουν τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση.

* Το σημερινό προσωπικό και η οργάνωση του υπ. Παιδείας ουδεμία σχέση έχουν επί της ουσίας με την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα. Για τα ΑΕΙ το υπουργείο Παιδείας είναι απλώς ένα «γραφείο προσωπικού». Ποιοι θα επιτελέσουν το δύσκολο έργο του προγραμματισμού, της διοίκησης και της οργάνωσης της επιχορηγούμενης έρευνας;

Ο κ. Θόδωρος Λουκάκης είναι τ. καθηγητής του ΕΜΠ.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk