ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ

Κάτι ακόμη καίει

Το δημοφιλέστερο και κατά πάσα πιθανότητα το πιο παραγνωρισμένο είδος της επονομαζόμενης «χρυσής» εποχής του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του 1960 ήταν το μιούζικαλ. Κατ΄ αρχάς τα τραγούδια του γίνονταν αμέσως επιτυχίες και οι χοροί του αντιγράφονταν στα πάρτι από ανθρώπους κάθε ηλικίας. Το κοινό ακολουθούσε τις μόδες που έβλεπε στην οθόνη. Η κινηματογραφική καριέρα μεγάλων σταρ της εποχής όπως ηΡένα Βλαχοπούλου και οΝτίνος Ηλιόπουλοςδημιουργήθηκε χάρη σε αυτά. Και όμως η κινηματογραφική κριτική της εποχής καταδίκαζε σχεδόν a priori τα ελληνικά μιούζικαλ με βασικό επιχείρημα ότι δεν ήταν παρά φθηνά αντίγραφα προϊόντων του Χόλιγουντ.

Το δημοφιλέστερο και κατά πάσα πιθανότητα το πιο παραγνωρισμένο είδος της επονομαζόμενης «χρυσής» εποχής του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του 1960 ήταν το μιούζικαλ. Κατ΄ αρχάς τα τραγούδια του γίνονταν αμέσως επιτυχίες και οι χοροί του αντιγράφονταν στα πάρτι από ανθρώπους κάθε ηλικίας. Το κοινό ακολουθούσε τις μόδες που έβλεπε στην οθόνη. Η κινηματογραφική καριέρα μεγάλων σταρ της εποχής όπως ηΡένα Βλαχοπούλου και οΝτίνος Ηλιόπουλοςδημιουργήθηκε χάρη σε αυτά. Και όμως η κινηματογραφική κριτική της εποχής καταδίκαζε σχεδόν a priori τα ελληνικά μιούζικαλ με βασικό επιχείρημα ότι δεν ήταν παρά φθηνά αντίγραφα προϊόντων του Χόλιγουντ.

Πολύ πιθανόν η κριτική να μην είχε και τόσο άδικο, το ερώτημα όμως είναι αν, πέραν των ξενόφερτων επιρροών του, το ελληνικό μιούζικαλ είχε τελικά μια δική του ταυτότητα, μια ιδιαιτερότητα μέσα στο πλαίσιο του ελληνικού κινηματογράφου της εποχής.

Με στόχο τη διασκέδαση
Φως στο ερώτημα (και όχι μόνο σε αυτό) ρίχνει η κριτική- πολιτισμική θεώρησηΤο ελληνικό κινηματογραφικό μιούζικαλτης Λυδίας Παπαδημητρίου, ιστορικού και θεωρητικού κινηματογράφου στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ John Μoores. Ενα βιβλίο που ίσως να μην είναι ιδιαίτερα ελκυστικό στην εικονογράφησή του (παρ΄ ότι το μιούζικαλ ενδείκνυται για κάτι τέτοιο) αλλά έχει ιδιαίτερη σημασία ως μελέτη γιατί εξετάζει το ελληνικό μιούζικαλ ως κινηματογραφικό και ιστορικό φαινόμενο με εις βάθος ανάλυση και με πλήρη φιλμογραφία όλων των ελληνικών μιούζικαλ εταιρειών όπως η Φίνος Φιλμς, η Καραγιάννης- Καρατζόπουλος, η Κλακ Φιλμς και η Δαμασκηνός- Μιχαηλίδης.

Συγχρόνως ένα από τα πολύ αξιόλογα στοιχεία του βιβλίου, το οποίο μεταφράστηκε στα ελληνικά από τα αγγλικά από τη Μαργαρίτα Κουλεντιανού και την Αντιγόνη Παρούση, είναι ότι η Παπαδημητρίου για να εξιστορήσει την πορεία του μιούζικαλ στη χώρα μας κάνει μια καταγραφή ολόκληρης της πορείας του κινηματογράφου στην Ελλάδα από τότε που πρωτοπαίχθηκαν ταινίες στο πανί, στα τέλη του προπερασμένου αιώνα. Το μιούζικαλ ανήκει στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, προϊόν μιας βιομηχανίας βασισμένης στην αρχή της ελεύθερης αγοράς που αναπτύχθηκε κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κορυφώθηκε τη δεκαετία του ΄60 και εξαφανίστηκε την αμέσως επομένη. Τα μιούζικαλ παράγονταν από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές εταιρείες παραγωγής, είχαν πάντοτε μεγάλα ονόματα σε πρώτο πλάνο (Βλαχοπούλου,Αλίκη Βουγιουκλάκη ,Αλέκος Αλεξανδράκης, Ντίνος Ηλιόπουλος, Ζωή Λάσκαρη, Κώστας Βουτσάς, Μάρθα Καραγιάννη κ.ά.) και στόχευε αποκλειστικώς στη διασκέδαση του κοινού αδιαφορώντας για τις πολιτικές παραμέτρους των ιστοριών (όχι όμως και για το κοινωνικό υπόβαθρό του).

Τη δεκαετία του 1960 η πλειονότητα των ελληνικών ταινιών περιείχε μουσικοχορευτικά νούμερα. Ωστόσο οι ρίζες του καθαρόαιμου μιούζικαλ βρίσκονται στην κωμωδία. Η διαφοροποίηση της κωμωδίας από το μιούζικαλ όμως είναι ένα θέμα που εξετάζει η συγγραφέας απαντώντας σε ενδιαφέροντα ερωτήματα. Είναι άραγε ο απόλυτος αριθμός από νούμερα που παρουσιάζονται στο μιούζικαλ αυτός που το διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα είδη ή μήπως το ότι σε ένα μιούζικαλ τα νούμερα έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με την αφήγηση της ιστορίας;

Γιάννης Δαλιανίδης ο άρχων
Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια του βιβλίου είναι το «Θέαμα και κωμωδία στα πρώιμα μιούζικαλ του Δαλιανίδη». Μετά το «Χαρούμενο ξεκίνημα» (1954-55) του Ντίνου Δημόπουλου, που είναι το πρώτο ελληνικό μιούζικαλ, και το «Καλημέρα Αθήνα» τουΓρηγόρη Γρηγορίου,το μιούζικαλ αποκτά για πρώτη φορά εκτόπισμα χάρη στονΓιάννη Δαλιανίδη και το «Μερικοί το προτιμούν κρύο» (1962- 1963). Το όνομα του συγκεκριμένου σκηνοθέτη είναι απολύτως συνδεδεμένο με το ελληνικό μιούζικαλ αφού σκηνοθέτησε 14 από τα 29 μιούζικαλ που παρήχθησαν στην Ελλάδα.

Με τις επανειλημμένες προβολές τους στην τηλεόραση, όχι μόνο τα τέσσερα μιούζικαλ που γύρισε την περίοδο 1962-1965 («Μερικοί το προτιμούν κρύο», «Κάτι να καίει», «Κορίτσια για φίλημα» και «Ραντεβού στον αέρα») αλλά όλες οι μουσικοχορευτικές ταινίες έχουν αποκτήσει μια θέση στις δημοφιλέστερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Η συγγραφέας «σκανάρει» κάθε ταινία χωριστά αναφερόμενη σε λεπτομέρειες όπως η οικειοποίηση πλευρών του αμερικανικού μιούζικαλ και η σημασία του «γκραν φινάλε», το οποίο χάρη στον Δαλιανίδη έγινε χαρακτηριστικό στοιχείο του ελληνικού μιούζικαλ.

Αξιόλογες πληροφορίες όμως βρίσκουμε επίσης στο κεφάλαιο του «Εθνικού μιούζικαλ- Μπουζούκι, τάξη και ταυτότητα», όπου σημαιοφόρος ταινία είναι οι «Διπλοπενιές» του Γιώργου Σκαλενάκη (το ντεμπούτο του στη σκηνοθεσία). Το φιλμ για το οποίο η Παπαδημητρίου έχει αφιερώσει αρκετές σελίδες θεωρείται σταθμός του ελληνικού μιούζικαλ γιατί ήταν το πρώτο που αποπειράθηκε να απομακρυνθεί από το θεατρικό ύφος των ως τότε μιούζικαλ αποκτώντας εθνική ταυτότητα με το να δώσει έμφαση στην καθημερινότητα λαϊκών ανθρώπων και στην κουλτούρα και μουσική της εργατικής τάξης. Αυτό το ύφος άλλωστε θα ακολουθήσει και ο Δαλιανίδης στο «Οι θαλασσιές οι χάντρες», ταινία στην οποία το μπουζούκι ενώνει το ζευγάρι και τη γειτονιά.

Η Ρένα και το φολκλόρ
Το στοιχείο του φολκλόρ δίνει αρκετό υλικό για ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη μελέτη και ο Γ. Σκαλενάκης έχει και πάλι τον πρώτο λόγο με την περίφημη «Επιχείρηση Απόλλων», στην οποία«εισάγει την τουριστική εικονογραφία και έναν τρόπο αντίληψης του έθνους ζωηρά επηρεασμένο από αυτή την αναδυόμενη πρακτική».Το φιλμ είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου γυρισμένο στον δρόμο και δείχνει την Ελλάδα από την προοπτική ενός ξένου καθώς στο σενάριό του έχουν συνεργαστεί ο τσέχος συγγραφέας Βολόντια Σεμιτζόφ και ο Ελληνας Γιάννης Τζιώτης.

Με ιδιαίτερη αγάπη, τέλος, είναι γραμμένο το κεφάλαιο που αφορά αποκλειστικά τη Ρένα Βλαχοπούλου, την κόμισσα των ελληνικών μιούζικαλ, καθώς πολλά από αυτά στα οποία έπαιξε, όπως «Η κόμισσα της Κέρκυρας» του Αλέκου Σακελλάριου, «Η θεία μου η χίπισσα», επίσης του Σακελλάριου, και «Μια Ελληνίδα στο χαρέμι», εστίαζαν στην ηρωίδα που η ίδια υποδυόταν.

Οι πλούσιες πληροφορίες που αναφέρονται στο βιβλίο προέρχονται από επίπονο σκάλισμα παλιών τευχών του περιοδικού «Τα Θεάματα», ενώ πηγές της ιστορικού υπήρξαν επίσης η «Φιλμογραφία του ελληνικού κινηματογράφου» του Στάθη Βαλούκου και «Η ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου» του Μαρίνου Κουσουμίδη.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk