Γουίλιαμ Σεν ΚλερO περιηγητής της Ιστορίας

Ενας σύγχρονος φιλέλληνας. Ο βιογράφος του λόρδου Ελγιν. Ο διακεκριμένος ιστορικός Γουίλιαμ Σεν Κλερ, που ξεναγείται στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης και έπειτα μας μιλάει για τους μύθους και τις αλήθειες των ελληνικών υποθέσεων με φόντο τον Παρθενώνα.

Ενας σύγχρονος φιλέλληνας. Ο βιογράφος του λόρδου Ελγιν. Ο διακεκριμένος ιστορικός Γουίλιαμ Σεν Κλερ, που ξεναγείται στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης και έπειτα μας μιλάει για τους μύθους και τις αλήθειες των ελληνικών υποθέσεων με φόντο τον Παρθενώνα.

Είναι Δευτέρα μεσημέρι και ένα γκρουπ από έλληνες και ξένους επισκέπτες ξεναγείται στους χώρους του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης. Εχουν έρθει στην Ελλάδα για να παρακολουθήσουν τις εργασίες του Διεθνούς Βυρωνικού Συνεδρίου. Το γκρουπ παραμένει συμπαγές καθ’ όλη τη διάρκεια της επίσκεψης και όλοι οι επισκέπτες ακολουθούν πρόθυμα την ξενάγηση. Ολοι, εκτός από έναν ψηλό, μεσήλικο Βρετανό με γυαλιά, ο οποίος επιλέγει να περπατήσει μόνος ανάμεσα σε αντικείμενα που έχει αντικρίσει πολλές φορές κατά τη διάρκεια των ερευνών του. «Είναι η πρώτη μου επίσκεψη στο μουσείο και ανυπομονούσα να έρθω. Προσπαθώ να φαντασιωθώ έναν περίπατο στην αρχαία Ακρόπολη, μια βόλτα σε μια γειτονιά της αρχαίας Αθήνας, που αποκαλύπτεται κάτω από τα πόδια μας».

Ο Γουίλιαμ Σεν Κλερ είναι ερευνητής και ιστορικός. Είναι επίσης ο συγγραφέας δύο πολύ σημαντικών βιβλίων που αφορούν τη ζωή του λόρδου Ελγιν και τον αγώνα των εθελοντών φιλελλήνων κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Είναι επιπλέον ο άνθρωπος ο οποίος έφερε στο φως τη φθορά που προκάλεσαν οι συντηρητές του Βρετανικού Μουσείου στα Γλυπτά του Παρθενώνα τη δεκαετία του 1930.

Εχοντας υπηρετήσει ως ανώτερος αξιωματούχος της βρετανικής κυβέρνησης στα υπουργεία Εξωτερικών και Αμυνας, ο Σεν Κλερ παραμένει στην πρώτη γραμμή της ακαδημαϊκής έρευνας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Παράλληλα, συνεχίζει να μελετά την ελληνική Iστορία, ανοίγοντας δρόμους για την καλύτερη κατανόηση του παρελθόντος. Σε μια πρώτη συνάντησή μας στο σπίτι του στο Λονδίνο ο Σεν Κλερ μάς έδειξε το τελευταίο απόκτημα της συλλογής του, ένα εισιτήριο του 1836 στην Ακρόπολη της Αθήνας, υπογεγραμμένο από τον πρώτο της έφορο, Κυριάκο Πιττάκη. «Τριγυρνάω σε παλιά βιβλιοπωλεία και αναζητώ κάθε μικρό στοιχείο που θα μπορούσε να βοηθήσει στην έρευνα» μας εξήγησε, αρνούμενος να αποκαλύψει το ποσό που πλήρωσε για το συλλεκτικό αυτό εισιτήριο. Αυτή τη φορά περπατήσαμε μαζί του στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου.

Πώς νιώσατε μετά την πρώτη σας επίσκεψη στο Nέο Μουσείο της Ακρόπολης;

«Αισθάνομαι ενθουσιασμένος. Η δημιουργία του είναι μεγάλο επίτευγμα και νομίζω ότι θα βοηθήσει σημαντικά τους ανθρώπους να κατανοήσουν βαθύτερα τα ζητήματα της πολιτιστικής ιδιοκτησίας και της επανένωσης των μνημείων. Πιστεύω ότι η δημιουργία του μουσείου θα επηρεάσει μακροπρόθεσμα την παγκόσμια κοινή γνώμη για την ανάγκη της επιστροφής των Γλυπτών».

Ποιες είναι οι πρώτες σας εντυπώσεις; Είναι περίπου όπως το είχατε φανταστεί;

«Είναι ίσως το πιο συναρπαστικό μουσείο που έχω δει. Είναι το πρώτο μουσείο στον κόσμο που δεν προσπαθεί να φανεί σημαντικότερο από τα εκθέματά του! Τα περισσότερα μουσεία στην Αμερική και στην Ευρώπη είναι τεράστια, επιβλητικά κτίρια και τα εκθέματα είναι κρυμμένα στο εσωτερικό τους. Ενώ αυτό το μουσείο είναι απλώς ένα κέλυφος για τα εκθέματα – αυτά είναι που προβάλλονται, όχι το κτίριο. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι τα εκθέματα αυτά είχαν σχεδιαστεί για να στέκονται σε εξωτερικό χώρο και να φωτίζονται φυσικά από τον ήλιο. Ειδικότερα, το πεντελικό μάρμαρο θαυμαζόταν από την αρχαιότητα ακόμη για την εξαιρετική ευαισθησία του στο φως. Εχει διαφορετική όψη το πρωί και διαφορετική το απόγευμα, όταν βρέχει ή όταν ο ήλιος λάμπει, το φθινόπωρο ή τον χειμώνα. Το νέο μουσείο θα βοηθήσει τον επισκέπτη να το απολαύσει αυτό και να εκτιμήσει την αξία των Γλυπτών ακόμη περισσότερο. Εν τέλει, νομίζω ότι θα αναδείξει την ανεπάρκεια των ευρωπαϊκών μουσείων, που κρεμάνε τα εκθέματα στους τοίχους, φωτίζοντάς τα με τεχνητό φως, προσβάλλοντας έτσι όχι μόνο τα αρχαία αντικείμενα αλλά και τους ίδιους τους επισκέπτες τους».

Υπάρχει κάτι που λείπει; Κάτι που θα προσέλκυε περισσότερο το ενδιαφέρον του επισκέπτη;

«Νομίζω ότι μπορεί να δοθεί μια καλύτερη αίσθηση τού πώς έμοιαζαν τα εκθέματα κατά την αρχαιότητα. Παρ’ όλο που επισημαίνεται στην ξενάγηση και στις ετικέτες ότι τα εκθέματα είχαν έντονα χρώματα και καλύπτονταν από μεταλλικά καλύμματα, αυτό δεν απεικονίζεται πουθενά. Ισως λοιπόν θα μπορούσε να γίνει μια εικονική προσομοίωση με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Σίγουρα θα βοηθούσε πολύ τους επισκέπτες, ιδιαίτερα τους νέους. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα Γλυπτά του Παρθενώνα, αυτά δείχνουν διαφορετικά το ένα από το άλλο γιατί έχουν και διαφορετικές ιστορίες. Κάποια βρέθηκαν έπειτα από ανασκαφές στο έδαφος, κάποια βρίσκονταν μέχρι πρόσφατα επάνω στον ναό και κάποια άλλα βρίσκονται στο Λονδίνο ή αλλού. Αυτά όμως που έχουν διατηρηθεί καλύτερα είναι τα Γλυπτά του δυτικού αετώματος, αυτά που βρίσκονταν μέχρι πρόσφατα στην Αθήνα. Ξεγελάνε όμως τον επισκέπτη διότι έχουν καφέ και πορτοκαλί κηλίδες επάνω – είναι δύσκολο να τα εκτιμήσεις. Με κάποιον τρόπο θα έπρεπε να εξηγείται αυτό στον επισκέπτη και είναι σημαντικό για την Αθήνα να υποστηρίζει ότι τα πλέον καλοδιατηρημένα Γλυπτά είναι αυτά που παρέμειναν εδώ. Διευκρινίζω πάντως ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν κριτική αλλά ιδέες που ίσως θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στο μέλλον».

Εχετε βαθύτατη γνώση της Ιστορίας του τόπου μας. Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με την Ελλάδα;

«Ακολούθησα κλασικές σπουδές τόσο στο σχολείο μου στο Εδιμβούργο όσο και αργότερα στην Οξφόρδη. Μπορούσαμε να πάρουμε και κάποια μαθήματα επιλογής και εγώ τότε επέλεξα την αρχαία ελληνική γλυπτική. Εκείνη την εποχή οι καθηγητές μου στην Οξφόρδη έλεγαν ότι δεν μπορείς να εντρυφήσεις στα θέματα της ελληνικής γλυπτικής αν δεν μελετήσεις το πώς αντιλαμβάνονταν την αρχαία Ελλάδα οι Δυτικοί. Διάβασα λοιπόν όλα τα κείμενα των περιηγητών της Δύσης προτού επισκεφθώ για πρώτη φορά την Αθήνα, πριν από περίπου 50 χρόνια».

Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;

«Ημασταν πολύ λίγοι οι επισκέπτες εκείνη την εποχή, μην ξεχνάτε ότι μιλάμε για τη μεταπολεμική Αθήνα. Οταν εμείς ήρθαμε στην Αθήνα ως φοιτητές κοιμόμασταν έξω στον Λυκαβηττό ή στην παραλία – δεν κοιμήθηκα σε εσωτερικό χώρο ούτε μία φορά για δύο ολόκληρους μήνες! Υπήρχε ένα φοβερό κλίμα, οι Ελληνες ήταν ιδιαίτερα φιλόξενοι και ζούσαμε τρώγοντας πίτσα, ψωμί και κρασί. Στο διάστημα αυτό μπόρεσα να διαβάσω αρχαίους έλληνες κλασικούςαπό τις αυθεντικές εκδόσεις τους, θυμάμαι τον εαυτό μου να διαβάζει την “Πολιτεία” του Πλάτωνα. Κατά μια έννοια, ζούσαμε τη δική μας φαντασίωση προσπαθώντας να βιώσουμε αυτά που οι προηγούμενες γενιές έκαναν πριν από εμάς».

Πώς λοιπόν όλη αυτή η εμπειρία σάς ώθησε στη συγγραφή ενός βιβλίου για τον λόρδο Ελγιν;

«Διαβάζοντας για την υπόθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα και προσπαθώντας να κατανοήσω τον ρόλο του Ελγιν, γρήγορα συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν κενά στη βιβλιογραφία, κανένας δεν είχε ασχοληθεί σοβαρά και δεν υπήρχε μια εκτενής ιστορική αναφορά για τις πράξεις του. Ημουν αρκετά τυχερός διότι κατάφερα να αποκτήσω πρόσβαση στην αλληλογραφία του Ελγιν με τον γραμματέα του, στο φιρμάνι, καθώς και σε άλλα έγγραφα που με βοηθούσαν να ξετυλίξω την ιστορία του. Μου πήρε δύο ως τρία χρόνια για να καταφέρω να συγκεντρώσω όλα τα στοιχεία που αφορούσαν τη ζωή του Ελγιν».

Ξέρετε, εδώ στην Ελλάδα έχουμε δαιμονοποιήσει τον Ελγιν. Τον θεωρούμε κλέφτη και βέβηλο. Ο λόρδος Μπάιρον, άλλωστε, στις αρχές του 19ου αιώνα τον είχε αποκαλέσει «βάνδαλο». Θεωρείτε ότι είμαστε υπερβολικοί;

«Νομίζω ότι υποχρέωση του ιστορικού είναι να προσπαθεί να κατανοήσει και να εξηγήσει τον κόσμο με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου που εξετάζει. Μέσα από αυτό το πρίσμα, πολλά από όσα έχουν γραφτεί αδικούν τον Ελγιν. Διότι κρίνουν τις πράξεις του με τα σημερινά δεδομένα. Ο Ελγιν λοιπόν πίστευε τότε ότι με τις ενέργειές του θα διέσωζε τα Γλυπτά από την καταστροφή και τη λεηλασία των Τούρκων ή άλλων. Και ότι μεταφέροντάς τα στη Βρετανία θα κατάφερνε να τα διατηρήσει. Προφανώς το 1804 δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι λίγα χρόνια μετά, το 1821, οι Ελληνες θα επαναστατούσαν και ότι το νεοσύστατο ελληνικό κράτος θα ενδιαφερόταν να σώσει κάθε κομμάτι από το υπέροχο αυτό μνημείο. Εδώ πρέπει να σημειώσω και κάτι που δεν είναι ευρύτερα γνωστό: από τα μέσα του 18ου αιώνα ήταν πολλοί οι επισκέπτες στην Ακρόπολη που είχαν σφυριά στις τσέπες τους με σκοπό να πάρουν μαζί τους ένα μικρό κομμάτι του Παρθενώνα, έχοντας προηγουμένως δωροδοκήσει τους φύλακες. Αυτή η πρακτική συνεχίστηκε ακόμη και μετά τον Ελγιν και σταμάτησε αργά, το 1830. Πιστεύω λοιπόν ότι η σωστή στάση απέναντι στην Ιστορία από τη δική μας τη γενιά, και κοιτάζω εσάς που είστε νεότεροι γιατί εγώ ανήκω στους τελευταίους αυτής της γενιάς, είναι να μαθαίνουμε από το παρελθόν, αλλά κυρίως να κοιτάμε μπροστά και να δούμε τι θα πούμε στις επόμενες γενιές για όλα αυτά. Θέλουμε να επαναλαμβάνουμε τους παλιούς μύθους; Ξέρετε, είμαι ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στον εθνικισμό, μην ξεχνάτε ότι κατά τη διάρκεια του αιώνα που πέρασε είχαμε δύο Παγκόσμιους Πολέμους διότι ο εθνικισμός ήταν η κυρίαρχη ιδεολογία. Και ο Μπάιρον δεν μπορούσε να τα γνωρίζει όλα αυτά, γιατί τότε ο εθνικισμός έδινε το έναυσμα για τους αγώνες της ανεξαρτησίας».

Δηλαδή ο Μπάιρον είναι υπερβολικός σε αυτή την ιστορία; Για εμάς τους Ελληνες ο Μπάιρον είναι εμβληματική μορφή.

«Ο Μπάιρον είναι ένας συγγραφέας με τρομερή επιρροή σε ολόκληρη την Ευρώπη, όχι μόνο στην Ελλάδα ή μόνο στη Βρετανία. Είναι ένας ρομαντικός συγγραφέας, ο οποίος προσπαθεί να απελευθερώσει τη σκέψη από κάθε συμβατικότητα. Ερχεται λοιπόν στην Αθήνα και προσπαθεί να ανατρέψει όλα τα κλισέ. Και μέσα από το έργο του προσπαθεί να θέσει ερωτήματα. Σταδιακά συνειδητοποιεί ότι ο αγώνας της ελληνικής ανεξαρτησίας είναι ένας σκοπός για τον οποίο αξίζει κανείς να αγωνιστεί και να μαζέψει χρήματα. Ο ίδιος έκανε πράξη αυτόν τον σκοπό, θυσιάζοντας τη ζωή του στο Μεσολόγγι. Είναι λοιπόν όντως μια εξαιρετική μορφή ο Μπάιρον, που έγραψε και πάλεψε πολύ για την ελευθερία. Είναι και αυτός όμως συνεπαρμένος από την ιδεολογία του εθνικισμού και αυτό το συναντάμε και στα γραπτά του σε άλλες χώρες, όπως στην Ιταλία, για παράδειγμα».

Εσείς είστε ο συγγραφέας ενός μοναδικού έργου, της αποτίμησης της προσφοράς των φιλελλήνων κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας. Ποια πιστεύετε ότι ήταν η κινητήριος δύναμη για όλους αυτούς που συμμετείχαν σε αυτή τη μάχη;

«Κοιτάξτε, όλοι τους έτρεφαν θαυμασμό για την αρχαία Ελλάδα. Είχαν πλάσει μια εικόνα στο μυαλό τους και οραματίζονταν την αναβίωσή της. Αυτή ήταν αναμφίβολα η προσδοκία τους. Πάντα υπάρχουν τα ερωτήματα γιατί συνέβη τότε και με ποια αφορμή. Οι σχετικιστές ισχυρίζονται ότι η Ελλάδα ήταν ακόμη μία περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που επαναστάτησε. Οχι, δεν ήταν έτσι. Η αρχαία Ελλάδα έκανε πράγματα που άλλοι πολιτισμοί δεν πλησίαζαν καν, και ήταν φυσικό αυτοί οι άνθρωποι να συγκινηθούν από αυτό το όραμα. Οταν έγραφα λοιπόν το βιβλίο πριν από πολλά χρόνια, προσπάθησα να αποφύγω τις ηρωικές περιγραφές και να δώσω απαντήσεις στα γιατί, προσπαθώντας να καταρρίψω τους μύθους και τα κλισέ».

Ποια είναι αυτά τα κλισέ; Τα συναντάμε μόνο στην ελληνική ιστορική παράδοση; Μπορείτε να γίνετε πιο συγκεκριμένος;

«Οταν η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητο κράτος, το 1830, κατέβαλε μια τεράστια – και μάλλον επιτυχή – προσπάθεια να υποστηρίξει μια εθνική ιστοριογραφία που χτίστηκε επάνω στην αρχαιοελληνική ταυτότητα και στη σύγχρονη Ελλάδα, αγνοώντας σε έναν μεγάλο βαθμό 2.000 χρόνια ενδιάμεσης ιστορικής εμπειρίας. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα στην Ακρόπολη γκρεμίστηκε οποιοδήποτε κτίσμα δεν σχετιζόταν με την εποχή του Περικλή. Η Αθήνα σχεδιάστηκε σαν μια σύγχρονη πρωτεύουσα με τεράστια επιβλητικά κτίρια, τη Βιβλιοθήκη, το Πανεπιστήμιο κ.ά., που παρέπεμπαν στην αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική. Αυτός ο εθνικός μύθος στηρίχτηκε με τη μετονομασία πόλεων και δρόμων, με τη χρήση αρχαίων ελληνικών ονομάτων, με τη χρήση της αρχαΐζουσας και τη διδασκαλία μιας ηρωικής περιγραφής της Επανάστασης στα σχολεία».

Κάτι ανάλογο δεν συνέβη με τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη;

«Ναι, άλλωστε όλα τα κράτη αναζήτησαν μια κοινή γλώσσα, μια κοινή θρησκεία, μια κοινή κουλτούρα μέσα σε κάποια γεωγραφικά πλαίσια. Και κάποιες χώρες προσπάθησαν να εντάξουν στα σύνορά τους κοινότητες που ζούσαν έξω από τα σύνορα του νεοσύστατου κράτους, ουσιαστικά αυξάνοντας τα εθνικά τους σύνορα. Η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα που σχηματίστηκε, σε μια περιοχή όπου ακουγόταν φυσιολογικό να σχηματίσεις μια εθνική ταυτότητα και να τη βασίσεις στη θρησκευτική πίστη. Αυτές λοιπόν οι ιδέες του νεοελληνισμού αναπτύχθηκαν είτε από Ελληνες του εξωτερικού, είτε από ξένους φιλέλληνες – δεν βασίστηκαν σε κάποιο εγχώριο ρεύμα. Αυτό είναι ένα θέμα που ανέπτυξα αρκετά στο βιβλίο μου και το οποίο επιβεβαιώνουν πολλοί ιστορικοί. Θεωρώ λοιπόν ότι μια βασική λειτουργία της Ιστορίας είναι να διδάξει τις κοινωνίες να αντιμετωπίζουν το παρελθόν τους με τα μάτια ανοιχτά: Είτε μιλάμε για τη Γερμανία και τον ναζισμό, είτε για τη Βρετανία και τη σκλαβιά, είτε για την Ελλάδα και την εθνοκάθαρση. Μια τέτοια ανοιχτή συζήτηση είναι εν τέλει και μια απόδειξη της αυτοπεποίθησης ενός λαού, ότι δηλαδή η Ελλάδα είναι μια σύγχρονη χώρα που αντιλαμβάνεται ξεκάθαρα την Ιστορία της, μέσα σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή ταυτότητα».

Εντάξει, ο εθνικισμός ήταν η κυρίαρχη ιδεολογία για πολλά χρόνια και σίγουρα οδήγησε σε ακρότητες. Δεν βοήθησε όμως σε διάφορα αιτήματα; Το ζήτημα της επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα δεν είχε αρχικά εκφραστεί μέσα σε ένα εθνικιστικό πλαίσιο; Οτι αυτά τα Γλυπτά μάς ανήκουν;

«Ξέρετε, η πρώτη φορά που διατυπώθηκε το αίτημα της επανένωσης ήταν λίγο μετά την Ελληνική Επανάσταση, νομίζω το 1836, από τον πρώτο έφορο της Ακρόπολης, τον Πιττάκη. Το αίτημα εκφραζόταν ξανά κατά διαστήματα, ώσπου η Μελίνα Μερκούρη το έθεσε επιτακτικά, μέσα στο πλαίσιο “Τα Γλυπτά ανήκουν σε εμάς τους Ελληνες. Δώστέ τα μας πίσω”. Σταδιακά οι ελληνικές κυβερνήσεις μετακίνησαν τη ρητορική τους και ήρθαν πολύ κοντά στη δική μου γραμμή, μακριά από εθνικισμούς. Υποστηρίζουν ότι αυτό είναι ένα θαυμάσιο μνημείο, αποτελεί πηγή έμπνευσης για εκατομμύρια ανθρώπους και ότι τα Γλυπτά πρέπει να επιστρέψουν για να επανενωθεί το μνημείο και να μπορούν να το θαυμάζουν οι επισκέπτες του».

Θεωρείτε ότι θα πρέπει να κάνει κάτι άλλο από εδώ και στο εξής η ελληνική κυβέρνηση για να επιτύχει τον στόχο της επανένωσης;

«Δεν νομίζω ότι έχω να συμβουλεύσω κάτι, διότι θεωρώ ότι η ελληνική κυβέρνηση χειρίζεται το θέμα σωστά. Η ύπαρξη του νέου μουσείου ντροπιάζει αυτούς που επιθυμούν τη διατήρηση του statusquo. Αυτή είναι μια θαρραλέα στάση ευθύνης, σε αντίθεση με αυτή του Βρετανικού Μουσείου που αναζητεί τη νομιμότητα των θέσεών του σε οθωμανικά έγγραφα!».

Ηδη πάντως το Βρετανικό Μουσείο μιλάει ανοιχτά για το ενδεχόμενο ενός δανείου – με προϋπόθεση να του αναγνωριστεί ηκυριότητα επί των συγκεκριμένων Γλυπτών του Παρθενώνα.

«Πρώτα από όλα, στο Βρετανικό Μουσείο δεν ανήκει τίποτε, ούτε ένα κουμπί! Είναι θεματοφύλακας όλων των εκθεμάτων που βρίσκονται εκεί, στο εμπίστευμα που έχει δημιουργηθεί. Δουλειά τους λοιπόν είναι να εξυπηρετούν το κοινό που επισκέπτεται το μουσείο, να συντηρούν τα εκθέματα και να αφήνουν τους ειδικούς να μελετούν τα υπόλοιπα ζητήματα. Δυστυχώς, έχουν κάνει μεγάλη ζημιά όχι μόνο στην εικόνα του ιδρύματος αλλά και της Βρετανίας γενικότερα. Αλλά, πέρα από αυτό, βρίσκω εντελώς γελοίο το να γίνεται κουβέντα για “κυριότητα” όταν μιλάμε για ένα έργο που κατασκευάστηκε 2.500 χρόνια πριν, στην Αθήνα του Περικλή. Αυτό που είναι σημαντικό είναι το πώς μπορείς να έχεις πρόσβαση στο μνημείο. Η συλλογή του Λονδίνου δεν είναι μια αυτόνομη συλλογή από έργα. Είναι μέρος ενός μνημείου, της Ακρόπολης, η οποία Ακρόπολη ήταν μέρος της αρχαίας Αθήνας – όλα έγιναν με βάση έναν σχεδιασμό. Αρα η κουβέντα περί “κυριότητας” είναι, κατά τη γνώμη μου, εντελώς αναχρονιστική».

Ναι, αλλά το Βρετανικό Μουσείο δεν φαίνεται να μετακινείται από αυτή τη θέση, άλλωστε αυτοί τα έχουν στην κατοχή τους, αυτοί θα έχουν και τον τελευταίο λόγο.

«Εγώ βρίσκω όλη αυτή την ιστορία ιδιαίτερα ντροπιαστική για τη Βρετανία – και το λέω αυτό όντας ένας άνθρωπος που υπηρέτησε στο βρετανικό δημόσιο σε όλη του την καριέρα. Οι υπάλληλοι του μουσείου – και αναφέρομαι σε αυτούς του ελληνικού και ρωμαϊκού τμήματος – βλέπουν τον εαυτό τους ως πολιτικό οργανισμό, με τη δική τους αυτόνομη πολιτική ατζέντα, ως ένα ξεχωριστό ίδρυμα. Συμπεριφέρονται ως κυβερνητικός μηχανισμός ενώ δεν είναι. Ολες λοιπόν οι έρευνες κοινής γνώμης στη Βρετανία αποδεικνύουν ότι η πλειονότητα των πολιτών επιθυμεί την επιστροφή των Γλυπτών στην Αθήνα. Το θέμα λοιπόν είναι πολιτικό και όχι νομικό. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι τα Γλυπτά θα επιστρέψουν. Είναι ζήτημα χρόνου πλέον».

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 468, σελ. 20-26, 04/10/2009.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk