Το φορητό και το αφόρητο

Ο τίτλος προέκυψε το περασμένο Σάββατο, μόλις πάτησα το πόδι μου στη γενέθλια πόλη για να ψηφίσω, χτυπώντας σαν προειδοποιητικό καμπανάκι, χωρίς όμως συγκεκριμένη αναφορά. Γρήγορα ωστόσο άρχισε να κολλά σε τρέχοντα περιστατικά της προεκλογικής και εκλογικής ημέρας: σε ιδιωτικά και δημόσια, ευχάριστα και δυσάρεστα, προσδοκώμενα και απροσδόκητα. Λέω να το ψάξω κάπως το πράγμα, μήπως και ξεκλειδώσει κάποια κλειδωμένα θέματα. Μένοντας καταρχήν στις αισθήσεις, βρήκα πως η Θεσσαλονίκη (είχα κάμποσο καιρό να τη δω και να την περπατήσω: πάνω πόλη-κάτω πόλη) το παίζει πια ανάμεσα στο φορητό και στο αφόρητο: από δική κάποτε γίνεται τώρα μάλλον ξένη.

Ο τίτλος προέκυψε το περασμένο Σάββατο, μόλις πάτησα το πόδι μου στη γενέθλια πόλη για να ψηφίσω, χτυπώντας σαν προειδοποιητικό καμπανάκι, χωρίς όμως συγκεκριμένη αναφορά. Γρήγορα ωστόσο άρχισε να κολλά σε τρέχοντα περιστατικά της προεκλογικής και εκλογικής ημέρας: σε ιδιωτικά και δημόσια, ευχάριστα και δυσάρεστα, προσδοκώμενα και απροσδόκητα. Λέω να το ψάξω κάπως το πράγμα, μήπως και ξεκλειδώσει κάποια κλειδωμένα θέματα.

Μένοντας καταρχήν στις αισθήσεις, βρήκα πως η Θεσσαλονίκη (είχα κάμποσο καιρό να τη δω και να την περπατήσω: πάνω πόλη-κάτω πόλη) το παίζει πια ανάμεσα στο φορητό και στο αφόρητο: από δική κάποτε γίνεται τώρα μάλλον ξένη. Σάμπως σιγά σιγά να της φεύγουν οι κτητικές αντωνυμίες, οπότε το φορητό (αυτό που φέρεται και με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, υποφέρεται) καταλήγει αφόρητο (στέκεται στον λαιμό και δεν κατεβαίνει). Αυτό πάντως μου συνέβη τις προάλλες με περπατημένους δρόμους, με κατοικημένα σπίτια, με το πανεπιστήμιο (προπαντός το παλιό κτίριο), με το νεκροταφείο της Βαγγελίστρας (που παιδί το αγαπούσα και με αγαπούσε). Συνέβη όμως και με ανθρώπους: γνήσιους φίλους (οι λιγοστοί) ή άφιλους φίλους (οι περισσότεροι), φιλικούς εχθρούς (πρακτικώς μάλλον ωφέλιμοι).

Και όλα αυτά με τη Θεσσαλονίκη την περασμένη Κυριακή προκλητικά ηλιόλουστη, ο Θερμαϊκός της σχεδόν γαλανός, το λιμάνι της, μέσα κι έξω, να ζωγραφίζει και να ζωγραφίζεται. Το φορητό λοιπόν στις δόξες του, ελκυστικό, σχεδόν συγκινητικό. Οπως εξάλλου και η εκλογική επικαιρότητα, που μόλις πήρε να βραδιάζει η Κυριακή, το πήρε απόφαση να μας ξαλαφρώσει από την τριπλή αγωνία μας: θα φτάσει ή δεν θα φτάσει ο Τσίπρας στο τρία; θα αυτοδυναμωθεί ο πασοκικός σοσιαλισμός; θα αποδυναμωθεί επιτέλους ο επιγονικός καραμανλισμός. Εγιναν όλα, και με το παραπάνω μάλιστα. Το αφόρητο ωστόσο χτύπησε ύπουλα στα μεταμεσονύχτια όνειρα- ξέρει καλά αυτό τη δουλειά του, αλλάζοντας μάσκες και σύνεργα. Εδώ ας σταθώ, που λέει ο αλεξανδρινός, δοκιμάζοντας να εντοπίσω το συζητούμενο ζεύγος ειδικότερα στο προεκλογικό, εκλογικό και μετεκλογικό μας γήπεδο.

Αρχίζοντας με τη συντριπτική ήττα της Νέας Δημοκρατίας (ευπρόσδεκτη και απολύτως φορητή) αναρωτιέται κανείς τι ακριβώς εξώθησε και φανατικούς ακόμη οπαδούς να απαρνηθούν το ιστορικό τους κόμμα. Αλλά και τι τελικώς ξεσήκωσε πασοκικούς, φιλοπασοκικούς και παραπασοκικούς να ψηφίσουν μανιωδώς ΠαΣοΚ, πρασινίζοντας σχεδόν όλον το χάρτη της επικράτειας. Εχω λοιπόν την αίσθηση ότι σ΄ αυτό το απροσδόκητο αποτέλεσμα έπαιξε αποφασιστικότερο ρόλο το πολιτικό ύφος από το πολιτικό βάρος. Πάντως στο προεκλογικό ύφος την πάτησε για τα καλά τη φορά αυτή ο Καραμανλής. Παράδειγμα τα αναρίθμητα επίστηλα πορτρέτα του, που προκαλούσαν θυμηδία με το ναπολεόντειό τους ύφος. Σε αντίθεση με τον Παπανδρέου, που όχι μόνο δεν βρώμισε τον τόπο με προεκλογικό χαρτομάνι και γιγαντοαφίσες, αλλά ο ίδιος προτίμησε ύφος (έκφρασης περισσότερο και λιγότερο λόγου) συγκρατημένο έως και συμπαθητικά αμήχανο. Στην άλλη άκρη ανάλογη αντίθεση διαπιστώθηκε στους εκπροσώπους της οριστικά πλέον αγεφύρωτης αριστεράς: στη δογματική μερίδα η ρητορική μισαλλοδοξία πήγε χέρι χέρι με τη φυσιογνωμική μισαλλοδοξία. Απέναντί της ο Τσίπρας: σαν να τον φώτισε κάποιος αριστερός θεός, και το πολιτικό του ύφος (μορφής και φωνής) έγινε φρέσκο, αφανάτιστο, απλό, σχεδόν τρυφερό.

Αν, όπως λέμε συνήθως, το ύφος ζευγαρώνει με το ήθος, οπότε το προκείμενο ζεύγος σηματοδοτεί τη στάθμη της παιδείας και του πολιτισμού, τότε τα περιγραφικά και αξιολογικά δεδομένα, αποκλίνουν προς το αφόρητο. Αφού, προς το παρόν τουλάχιστον, τα παιδευτικά και πολιτιστικά ελλείμματα ισοφαρίζουν μάλλον με τα αντίστοιχα οικονομικά. Σε τι οφείλεται η προκείμενη καθοδική έλλειψη είναι ερώτημα που επιδέχεται πολλαπλές απαντήσεις. Προσωπικά αναγνωρίζω ως μία, κρίσιμη πάντως, αιτία του αφόρητου φαινομένου, τον γενικότερο και ειδικότερο υποβιβασμό της ανθρωπιστικής παιδείας αφενός, την εντυπωσιακή περιθωριοποίηση των διανοουμένων αφετέρου. Δεδομένα, που με ελάχιστες εξαιρέσεις, επιβεβαιώθηκαν στα ψηφοδέλτια υποψηφίων του προοδευτικού και αριστερού χώρου, αλλά και στον κατάλογο των υπουργών και υφυπουργών, που συγκροτούν τη νέα κυβέρνηση. Γνωρίζω εξ επαφής ότι τόσο οι ανθρωπιστικές σπουδές (εντός και εκτός του ακαδημαϊκού χώρου) όσο και οι θύλακοι των διανοουμένων (εντός και εκτός της τρέχουσας δημοσιότητας) περνούν στις μέρες μας βαθιά (εσωτερική και εξωτερική) κρίση. Το ζητούμενο όμως είναι αν και πώς αντιδρά ο πολιτικός κόσμος στη διάχυτη αυτή κρίση. Περί αυτού την άλλη Κυριακή, με περισσότερη νηφαλιότητα.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk