Επί θύραις

Καθώς οι επερχόμενες εκλογές χτυπούν καθημερινά την πόρτα, η ανταπόκριση ποικίλλει: άλλοι την ανοίγουν διάπλατα, άλλοι ενοχλημένοι τη μισανοίγουν, κάποιοι το παρακάνουν, κάνοντας τον κουφό. Προσωπικά μου φτάνει και μου περισσεύει η γνωστή παροιμία που αποφαίνεται: το αίμα νερό δεν γίνεται, κι αν γίνεται δεν πίνεται. Τα υπόλοιπα είναι πράξη και τα πολλά λόγια φτώχεια. Οψόμεθα την άλλη Κυριακή. Στο μεταξύ πάμε λιγάκι προς τα πίσω, απολογίζοντας όσα καλά συνέβησαν την περασμένη εβδομάδα (από 15 έως 19 τρέχοντος) στη μαγευτική πάντα Ιθάκη, που ο Αλεξανδρινός μάλλον την υποτίμησε, προκρίνοντας τον δρόμο αντί για το τέρμα, το ταξίδι αντί για τον νόστο.

Καθώς οι επερχόμενες εκλογές χτυπούν καθημερινά την πόρτα, η ανταπόκριση ποικίλλει: άλλοι την ανοίγουν διάπλατα, άλλοι ενοχλημένοι τη μισανοίγουν, κάποιοι το παρακάνουν, κάνοντας τον κουφό. Προσωπικά μου φτάνει και μου περισσεύει η γνωστή παροιμία που αποφαίνεται: το αίμα νερό δεν γίνεται, κι αν γίνεται δεν πίνεται. Τα υπόλοιπα είναι πράξη και τα πολλά λόγια φτώχεια. Οψόμεθα την άλλη Κυριακή.

Στο μεταξύ πάμε λιγάκι προς τα πίσω, απολογίζοντας όσα καλά συνέβησαν την περασμένη εβδομάδα (από 15 έως 19 τρέχοντος) στη μαγευτική πάντα Ιθάκη, που ο Αλεξανδρινός μάλλον την υποτίμησε, προκρίνοντας τον δρόμο αντί για το τέρμα, το ταξίδι αντί για τον νόστο. Ο λόγος για το ΙΑ Δ Διεθνές Συνέδριο, οργανωμένο από το Κέντρο Οδυσσειακών Σπουδών με θέμα: «Μύθοι, κείμενα, εικόνες: ομηρικά έπη και αρχαία ελληνική τέχνη»· προηγήθηκε, όπως κάθε χρόνο, ομηρολογικό σεμινάριο με καθηγητές της Μέσης, σε συνεργασία με την Πανελλήνια Ενωση Φιλολόγων. Περιττεύει να πω ότι έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, αλλά και αρμόδια υπουργεία αγνόησαν επιδεικτικώς αυτή τη δήλωση και εκδήλωση επιστημονικής ποιότητας και εγρήγορσης, τον συντονισμό της οποίας ανέλαβε και διεκπεραίωσε η αρμόδια καθηγήτρια αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Saarbruecken Walter Ελένη Καρύδη.

Το Διεθνές Συνέδριο συγκέντρωσε σημαντικούς έως και κορυφαίους ερευνητές και πανεπιστημιακούς δασκάλους κυρίως από την επιστήμη της αρχαιολογίας (ειδικότερα της εικονολογίας), αλλά και της ιστορίας, της φιλολογίας και της ποιητικής. Οι δεκατέσσερις εισηγήσεις (ελληνόφωνες, αγγλόφωνες και γερμανόφωνες- υπήρξε επαρκής αυτόματη μετάφραση) εντόπισαν αντικείμενα και ντοκουμέντα, όπου μύθος, κείμενο και εικόνα συμβάλλονται συναγωνιστικά ή ανταγωνιστικά. Πέρα ωστόσο από τα επιμέρους ευρήματα, που προέκυψαν και συζητήθηκαν καθ΄ οδόν, ανέκυψε και ένα γενικότερο ερώτημα, το οποίο από την αρχαιότητα ήδη πήρε τη μορφή θεωρητικού και πρακτικού διλήμματος. Αφορά στις προφανείς και στις λανθάνουσες σχέσεις ποίησης και ζωγραφικής, ακρόασης και όψης, ακοής και όρασης. Σχέσεις που άλλοτε συγκλίνουν προς την ταύτιση και άλλοτε αποκλίνουν προς τη διαφορά των δύο όρων. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι αν οι δύο αυτοί, διακριτοί καταρχήν, συντελεστές, σε κάποιες περιπτώσεις, ενμέρει ή ενόλω, συναιρούνται· κάτι που φαίνεται να σκοπεύεται και να επιτυγχάνεται στις εντελέστερες τουλάχιστον ομηρικές παρομοιώσεις, τόσο της Οδύσσειας όσο και της Ιλιάδας. Επ΄ αυτού συνέβαλε, ελπίζω, και η δική μου εισήγηση με τον ιδιόρρυθμο τίτλο «Ακροαματικές εικόνες στα ομηρικά έπη», μερισμένη σε τρία κεφάλαια: προϋποθέσεις και προθέσεις· μέθοδος· παραδείγματα. Αντιγράφεται προγραμματικό απόσπασμα από το πρώτο μέρος:

Η προκείμενη πρόταση αντιστέκεται σθεναρώς στη διάχυτη στις μέρες μας εικονολογία (στο όριο κάποτε της εικονολατρείας), που φαίνεται να ευνοείται από τις γενικότερες (επιστημονικές, πολιτισμικές και πολιτικές) τάσεις της εποχής, οι οποίες στοχάζονται συχνά με κύριο στόχο την ωφέλεια της εύκολης συναλλαγής. Η προτεινόμενη αντίσταση αναγνωρίζεται ήδη στα ομηρικά έπη, κυρίως στο μεταφορικό σύστημα των παρομοιώσεων.

Στον συγκριτικό πάντως ανταγωνισμό όρασης και ακοής, όπου η δεύτερη υποτάσσεται μάλλον στην πρώτη, εν ονόματι ενός ολοκληρωτικού οφθαλμοκεντρισμού, που κληροδοτήθηκε, υποτίθεται, από τους αρχαίους έλληνες στον δυτικό κόσμο, η ομηρική ποίηση παίρνει το αίμα της πίσω. Στην προκειμένη περίπτωση εμφανίζεται να υποδέχεται, να ενσωματώνει και ως ένα σημείο να απορροφά στο δικό της σύστημα τη φυσική ή τεχνητή οπτική εικόνα. Υπό τον όρο ότι η αρχαϊκή επική ποίηση ορίζεται, προσλαμβάνεται και κρίνεται καταρχήν ως ακρόαμα, χωρίς μάλιστα να επηρεάζεται η ακροαματική της εμβέλεια από τη συνδρομή ή μη της γραφής.

Ας πούμε ότι, με βάση το παραδοσιακό προφορικό της υπόστρωμα, η ομηρική ποίηση, ως αφηγηματική ραψωδική λειτουργία, υπακούει στην επόμενη αρχή: ο ραψωδός ποιητής, συντάσσοντας το έπος του, παράγει καθ΄ οδόν ακροαματικές εικόνες, τις οποίες τις υποδέχεται, τις μετασχηματίζει και τις αφομοιώνει, με τον δικό του κάθε φορά τρόπο, ο εναλλασσόμενος ακροατής. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι η προβολή σημάτων οπτικής φύσης στην οθόνη της ακρόασης. Οι ακροαματικές αυτές εικόνες, για τις οποίες ο Αριστοτέλης προτείνει ως καταλληλότερο τον όρο παραβολή, σφηνώνονται τόσο στον κορμό της πραγματολογικής αφήγησης όσο και προπαντός στις παρομοιώσεις.

Θα συνεχίσω, αν τα εκλογικά αποτελέσματα της άλλης Κυριακής δεν μας κόψουν για καλά το κέφι.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk