ΠΡΟΣΩΠΟ

ΜΙΝΑ ΑΔΑΜΑΚΗ «Είμαστε όλοι σαν τη Γουίνι»

Εργο και ρόλος που την κυνηγούν χρόνια, η Γουίνι και οι «Ευτυχισμένες μέρες» τουΣάμιουελΜπέκετ ήταν μια«αδιευκρίνιστη επιλογή»για τηΜίνα Αδαμάκη, λέει, θυμίζοντας τη σχετική φράση του Χάρολντ Πίντερ. Ετσι όταν μοιράστηκε τη σκέψη της με τον σκηνοθέτη Εκτορα Λυγίζο, βρήκαν μαζί τον τρόπο να την κάνουν παράσταση, η οποία είχε προγραμματιστεί για την περασμένη άνοιξη στο θέατρο Χώρα, αλλά μετατέθηκε για το φθινόπωρο. «Πρόκειται για μια κομβική ηρωίδα. Θεωρώ τον Μπέκετ μέγιστο συγγραφέα, κυρίως γιατί έθεσε καινούργιους όρους στο θέατρο.

Εργο και ρόλος που την κυνηγούν χρόνια, η Γουίνι και οι «Ευτυχισμένες μέρες» τουΣάμιουελΜπέκετ ήταν μια«αδιευκρίνιστη επιλογή»για τηΜίνα Αδαμάκη, λέει, θυμίζοντας τη σχετική φράση του Χάρολντ Πίντερ. Ετσι όταν μοιράστηκε τη σκέψη της με τον σκηνοθέτη Εκτορα Λυγίζο, βρήκαν μαζί τον τρόπο να την κάνουν παράσταση, η οποία είχε προγραμματιστεί για την περασμένη άνοιξη στο θέατρο Χώρα, αλλά μετατέθηκε για το φθινόπωρο.

«Πρόκειται για μια κομβική ηρωίδα.

Θεωρώ τον Μπέκετ μέγιστο συγγραφέα, κυρίως γιατί έθεσε καινούργιους όρους στο θέατρο. Χωρίς δράση και αφηγηματικό λόγο, μιλάει με εικόνες και μεταφορές δημιουργώντας ένα πολύ πιο ευρύ και βαθύ σύμπαν. Με καθηλώνει, θα έλεγα»εξηγεί.«Διαθέτει τόσους άξονες το έργο κι εσύ επιλέγεις ποιον θα αναδείξεις,ποιος σε εκφράζει περισσότερο».

Μέσα από αυτόν τον μεγάλο και στατικό μονόλογο, η Μίνα Αδαμάκη παραδέχεται ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με τις δυσκολίες του κειμένου και τη βαθιά φιλοσοφική του διάσταση. «Μελετώντας το κείμενο ανακαλύπτεις ότι αναφέρεται παράλληλα σε απλά και καθημερινά πράγματα,σε ανθρώπους και αναγνωρίσιμες καταστάσεις,χωρίς να χρησιμοποιεί ρεαλιστικούς όρους.Εμείς από όλους τους άξονες επιλέξαμε εκείνον του πολιτισμού, του τέλους του πολιτισμού», ίσως και του κόσμου…«Οπως φθίνει η ίδια η Γουίνι,έτσι φθίνει και ο κόσμος γύρω της.Ωστόσο η άρνησή της να αντιμετωπίσει την πραγματικότητατην κάνει να θέλει να πιαστεί από τα απλά και καθημερινά». Φτιάχνει το καθρεφτάκι της, ανοίγει και κλείνει το τσαντάκι της, πλένει τα δόντια της.«Κι όλα αυτά μέσα σε έναν παρωχημένο πολιτισμό, που δεν τη σώζει, που δεν την πάει πουθενά…Αρνείται τα πάντα,απωθεί την αλήθειακαι ζει μια κανονική ζωή,σαν να μη συμβαίνει τίποτα…». Και παραπέμπει στη στάση του σύγχρονου ανθρώπου απέναντι στο μείζον ζήτημα της καταστροφής του περιβάλλοντος.«Τραγική και γελοία μαζί,η Γουίνι είναι ένα πρόσωπο με το οποίο μπορείς να ταυτιστείς. Είμαστε όλοι σαν τη Γουίνι. Αυτοπαγιδευμένη,αντί να προσπαθήσει να βγει από τον λόφο της,τον αγνοεί και τελικά βουλιάζει τελείως».

Μέσα στο πλαίσιο ενός πολιτισμού που εξαφανίζεται, οι «Ευτυχισμένες μέρες» τοποθετήθηκαν μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον, και συγκεκριμένα σε ένα δωμάτιο, σαν κουτί: «Παραπέμπει σε στούντιο, σε δωμάτιο παρακολούθησης, έχει μικρόφωνα και τέσσερις κάμερες. Μπροστά έχει ένα τζάμι. Η ίδια άλλωστε η Γουίνι λέει συχνά στον μονόλογό της “κάποιος με βλέπει,κάποιος με παρακολουθεί”. Δεν βουλιάζει. Είναι δεμένη, στην αρχή ως τη μέση και σιγά σιγά φθάνει ως τον λαιμό… Οσο για τον Γουίλι, στη δική μας παράσταση είναι υπαρκτός και δημιουργεί με τη Γουίνι μια σχέση,μέσα σε αυτή τη μη σχέση που έχουν.Η Γουίνι δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το βλέμμα και το αφτί του. Αναζητεί την επικοινωνία». Με τον ρυθμό του κειμένου για οδηγό, η Μίνα Αδαμάκη ακολουθεί το κείμενο, με τις νύξεις αδιεξόδου και πανικού που διαθέτει, ενώ η ηρωίδα της αναφωνεί:«Αλλη μια ευτυχισμένη μέρα». Ειρωνική και σαρκαστική, η φράση-τίτλος του έργου έχει πάρει συμβολικές διαστάσεις.«Είναι μια φράση που η Γουίνι τη χρησιμοποιεί για άμυνα, ενώ οδηγείται στο τέλος,στην απόλυτη φθορά»προσθέτει.

Γραμμένο το 1961, το έργο «Ευτυχισμένες μέρες» πρωτοπαίχθηκε στην Ελλάδα το 1966 από τηΧριστίνα Τσίγκου, η οποία είχε κάνει και τη μετάφραση και έκτοτε τη Γουίνι έχουν ερμηνεύσει σημαντικές ελληνίδες ηθοποιοί: ΗΒάσω Μανωλίδουμε το Εθνικό Θέατρο, ηΡούλα Πατεράκη, ηΔέσπω Διαμαντίδουμε το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, ηΑντιγόνη Βαλάκουκαι ηΑννα Κοκκίνου.

Απόφοιτος του Θεάτρου Τέχνης, η Μίνα Αδαμάκη επιστρέφει στα έργα με τα οποία ξεκίνησε, ενώ πρόσφατα δοκίμασε τις δυνάμεις της στη σκηνοθεσία ανεβάζοντας Πίντερ. Ενδιάμεσα έζησε τη χρυσή εποχή των ομάδων, καθώς συμμετείχε στο Ελεύθερο Θέατρο και στην Ελεύθερη Σκηνή-«συνεργασίες με γοητεία,φαντασία,ήταν μια γόνιμη περίοδος» θυμάται. Μετά ακολούθησε η πιο προσωπική της διαδρομή, με έργα σύγχρονα και κλασικά, πιο σύνθετα, πιο γοητευτικά. Οσο για τη σκηνοθεσία, ήρθε με τα χρόνια και την εμπειρία.«Αρχισα να αυτοσκηνοθετούμαι», παραδέχεται,«γι΄ αυτό και στράφηκα προς τα εκεί.Δεν ξέρω τι έχω να δώσω,αλλά πιστεύω ότι κάτι μπορώ να δώσω»ομολογεί καθώς ξεκαθαρίζει ότι η υποκριτική δεν έχει υποχωρήσει από τις επιθυμίες της.

«Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ σε μετάφραση Διονύση Καψάλη,σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου,σκηνογραφία Μαγιούς Τρικεριώτη.Με τη Μίνα Αδαμάκη. Μαζί της ο Ερρίκος Λίτσης.Πρεμιέρα την Πέμπτη 1/10 στη σκηνή Νέα Χώρα του θεάτρου Χώρα.Για είκοσι παραστάσεις.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk