From GDR with love

Είκοσι χρόνια μετά την πτώση του Τείχους, ο Ολαφ Μάρτενς, ο διάσημος ανατολικογερμανός φωτογράφος,σκαλίζει τα αρχεία του, ανασύρει και εκθέτει μνήμες από τα «διχοτομημένα» χρόνια και μας εξηγεί γιατί κουράστηκε να τον συγκρίνουν με τον Χέλμουτ Νιούτον.

Είκοσι χρόνια μετά την πτώση του Τείχους, ο Ολαφ Μάρτενς, ο διάσημος ανατολικογερμανός φωτογράφος,σκαλίζει τα αρχεία του, ανασύρει και εκθέτει μνήμες από τα «διχοτομημένα» χρόνια και μας εξηγεί γιατί κουράστηκε να τον συγκρίνουν με τον Χέλμουτ Νιούτον.

Η Ανατολική Γερμανία είναι ομορφότερη. Δυστυχώς όμως φτωχή. Τις Παρασκευές οι εθνικές οδοί από Δυσμάς προς Ανατολάς είναι γεμάτες. Τις Κυριακές συμβαίνει το αντίστροφο». Δύο δεκαετίες μετά την πτώση του Τείχους οι σοσιαλιστικές μνήμες έχουν ίσως ξεθωριάσει, ωστόσο οι ανισότητες παραμένουν. Γι’ αυτό και ο πρώην ανατολικογερμανός φωτογράφος Ολαφ Μάρτενς επέλεξε την 20ή επέτειο για να υπενθυμίσει στους συμπατριώτες του και στον κόσμο ολόκληρο πώς ήταν πραγματικά η ζωή στην ανατολική πλευρά του Τείχους, μέσα από τα δικά του μάτια. Λίγοι έχουν αποτυπώσει με τόσο αφτιασίδωτο τρόπο την εναλλακτική καθημερινότητα πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα». Επειτα από μήνες «ανασκαφών» στο αρχείο του, ένα ιδιότυπο άλμπουμ 70 φωτογραφιών από το κύκνειο άσμα της πάλαι ποτέ Λαϊκής Δημοκρατίας βγαίνει για πρώτη φορά στο φως και εκτίθεται αυτές τις ημέρες σε γκαλερί του Μονάχου. «Ηταν συνειδητή επιλογή η έκθεση να συμπέσει με τα 20χρονα» αναφέρει ο Μάρτενς στην τηλεφωνική μας συνομιλία, με την ελληνίδα φίλη του Εύα να τελεί χρέη διερμηνέα. Για τον ίδιο πρόκειται άλλωστε για διπλή επέτειο: «Οταν έπεσε το Τείχος, δημοσίευσα και τις πρώτες μου φωτογραφίες, στις σελίδες του περιοδικού “Stern”».

Φωτογράφος δρόμου από την εποχή που αγνοούσε ακόμη τον όρο, ο Μάρτενς σκιαγράφησε σε αμέτρητα ρολά φιλμ τη δεκαετία που προηγήθηκε της ένωσης, από την «άλλη», λιγότερο γνώριμη πλευρά του Τείχους, με την παρεμβατική κρατική μέγκενη να συνθλίβει συχνά τη δημιουργική έκφραση και να διατηρεί τις στρόφιγγες της ξενόφερτης πολιτισμικής επιρροής κλειστές. Γεννημένος πριν από 46 χρόνια στην πόλη Χάλε, σπούδασε φωτογραφία στην Ακαδημία Εικαστικών Τεχνών, στη γειτονική Λειψία. Οπως μας εξηγεί, το φλερτ με τη φωτογραφία είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. «Ημουν 14 ετών και είχα ανάγκη από χρήματα. Ετσι άρχισα να φωτογραφίζω αφίσες και εξώφυλλα δίσκων που κυκλοφορούσαν στη Δυτική Γερμανία. Μετά τις μοίραζα σε άλλους συνομηλίκους μου. Οι DeepPurple και ο Τζίμι Χέντριξ ήταν οι πιο περιζήτητοι». Οταν βαρέθηκε να αναπαράγει λαθραία τα είδωλα της «δυτικής» κουλτούρας, «άρχισα να βγαίνω στους δρόμους και να αντιγράφω την αληθινή ζωή – η φωτογραφία ως τέχνη ήταν το ιδανικότερο μέσο για να την αποτυπώσω (…). Εκτός αυτού, επεδίωκα να προκαλέσω λίγο και το σύστημα της Ανατολικής Γερμανίας». Ετσι προέκυψαν τα πρώτα του γυμνά. «Το γυμνό, η πρόκληση και ο αισθησιασμός στις φωτογραφίες μου αποτελούσαν ένα είδος αντίστασης. Είμαι ρεαλιστής και ήθελα να δείξω αυτό που δεν βλέπει ο καθένας με την πρώτη ματιά, αυτό που είναι κρυμμένο πίσω από κλειστές πόρτες και τραβηγμένες κουρτίνες». Πράγματι, οι γυναίκες του Μάρτενς μοιάζουν περισσότερο ξεγυμνωμένες παρά γυμνές. Στις φωτογραφίες του το ιλουστρασιόν ερωτικό στοιχείο και ο αισθησιασμός παραχωρούν τη θέση τους στη λεπτή αινιγματική ειρωνεία και στον σουρεαλισμό. Τα μοντέλα του ποζάρουν συχνά με τα μάτια κλειστά ή με καλυμμένο το κεφάλι, κρυμμένα πίσω από κομμάτια υφάσματος, ανδρικά σώματα ή πελώρια κουτιά. «Προσπαθώ πάντα να κάνω κάτι αναπάντεχο και διαφορετικό από αυτό που βλέπουμε συνήθως στα πορτρέτα σε εφημερίδες και περιοδικά. Απεχθάνομαι τις επιφανειακές φωτογραφίες και προσπαθώ να κρύβω στις εικόνες μου κάποιο έμμεσο μήνυμα, βάζοντας τον θεατή να αναρωτηθεί τι θέλει να πει ο φωτογράφος».

Εξίσου αντισυμβατικό είναι και το φόντο που επιλέγει: παροπλισμένα εργοστάσια και διαβρωμένα κτίρια σε πόλεις της Ανατολικής Ευρώπης. «Το ότι προέρχεται από την Ανατολική Γερμανία είναι και παραμένει η δύναμή του» έχουν γράψει συμπατριώτες του κριτικοί τέχνης. «Είμαι ρεαλιστής και προσπαθώ να απαθανατίσω το αληθινό πρόσωπο της ζωής και των συνανθρώπων μου. Γι’ αυτό άλλωστε μου αρέσει να δουλεύω με “ερασιτέχνες”. Στη δουλειά μου κυριαρχεί ο χαρακτήρας του πορτρέτου, το ερωτικό στοιχείο έρχεται δεύτερο. Στον συνδυασμό αμφότερων των οπτικών γωνιών βρίσκεται το κέντρο βάρους». Γι’ αυτό και αν έπρεπε να συνοψίσει τη δεκαετία αυτή σε μία από τις εικόνες του, δεν θα επέλεγε ένα από τα «ζωντανά» γυμνά του, αλλά «τη φωτογραφία που απεικονίζει ένα γυναικείο γλυπτό ύψους δέκα μέτρων σε μια ξύλινη καρότσα, σε έναν δρόμο της γενέτειράς του: «Είναι σκέτη ειρωνεία. Αυτό το κάδρο είναι τόσο σουρεαλιστικό όσο και η ίδια η πρώην Ανατολική Γερμανία» σχολιάζει. Ανοίγοντας το «κουτί της Πανδώρας» οι αναμνήσεις από εκείνη τη μεταβατική δεκαετία επέστρεψαν: «Ξαναζείς το παρελθόν μέσα από άλλο πρίσμα και οι αναμνήσεις περνούν μπροστά από τα μάτια σου με λαχτάρα και οδύνη». Οπως οι μικροπεριπέτειές του με τις αρχές: «Υπήρξαν κάτι μικροεπεισόδια με την αστυνομία ενόσω φωτογράφιζα βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Μου έχουν πάρει το φιλμ. Εκτός αυτού, έχουν αφαιρεθεί και φωτογραφίες από εκθέσεις μου. Κάποτε έβγαζα φωτογραφίες στη στρατιωτική εκπαίδευση των φοιτητριών. Τα κορίτσια φορούσαν συχνά μάσκες αερίων. Αυτό δεν φαινόταν καθόλου καλό για το image του σοσιαλισμού. Αυτά τα φιλμ δεν βγήκαν ποτέ από το στρατόπεδο. Απαγορεύτηκε η δημοσίευσή τους» θυμάται. Υπάρχουν ωστόσο και πράγματα που νοσταλγεί: «Στην Ανατολική Γερμανία οι διαφορές μεταξύ πλουσίων και φτωχών δεν ήταν όπως σήμερα. Δεν υπήρχε καν όλη αυτή η βιομηχανία του σεξ η οποία κερδίζει χρήματα από τα κόμπλεξ των ανθρώπων. Η συναναστροφή μεταξύ μας ήταν φυσιολογική, πιο ειλικρινής και ανεπιτήδευτη, καθόλου επιφανειακή και στιγματισμένη από κοινωνικές συμβατικότητες» (…). «Σήμερα το χρήμα παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Ο άνθρωπος αξιολογείται βάσει αυτού του μέτρου». Οπως ανέφερε πρόσφατα σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Spiegel», «η σεξουαλική αναρχία ήταν τότε ένας τρόπος να νιώθεις ελεύθερος σε ένα περιοριστικό σύστημα».

Στην ίδια συνέντευξη υποστηρίζει ότι «οι Ανατολικογερμανοί έμειναν άστεγοι στην ίδια τους τη χώρα. Βρέθηκαν αναπάντεχα σε μια νέα κοινωνία, με νέους κανόνες». «Θα ήταν σαν να γινόταν η Ελλάδα τουρκική και να χανόταν ο ελληνικός τρόπος ζωής» μας ανέφερε. «Ξαφνικά ισχύουν οι αξίες μιας άλλης κοινωνίας, ενώ οι αρχές και οι συνήθειες με τις οποίες μεγάλωσε κάποιος δεν μετρούν πλέον». Γι’ αυτό τον απωθεί και το γεγονός ότι αρκετά γερμανικά και διεθνή ΜΜΕ τον αποκαλούν «Χέλμουτ Νιούτον της Ανατολικής Γερμανίας». «Είναι μια φράση που δεν μπορώ πλέον να ακούω. Τότε, στην Ανατολική Γερμανία δεν υπήρχαν φωτογραφίες του Νιούτον, ούτε “Vogue” ούτε “Playboy”. Περισσότερο επηρεάστηκα από τη ζωγραφική του ιταλικού μανιερισμού (Παρμιτζιανίνο, Ποντόρμο), από το κλασικό ρεπορτάζ και από την κοινωνική φωτογραφία. Ηξερα τον Αλφρεντ Στίγκλιτζ και τον Εντουαρντ Στάιχεν ή την Τζόρτζια Ο’ Κιφ. Αυτή η ανάμειξη ανέδειξε το στυλ μου. Εκτός αυτού, δεν δουλεύω με κλασικά και κρύα μοντέλα, ενώ το φόντο στα δικά μου γυμνά είναι κατεδαφισμένα σπίτια και ερείπια. Δεν διαλέγω όμορφες παραλίες, εκλεπτυσμένα ξενοδοχεία και υψηλό ντιζάιν. Αυτά δεν υπήρχαν στη δική μου εποχή». Οπως και η ψηφιακή επεξεργασία: «Για τους περισσότερους φωτογράφους την σήμερον ημέρα υπάρχουν μόνο ο υπολογιστής και το Photoshop. Δημιουργούν φανταστικούς κόσμους. Η ηλιθιότητα της μάζας διογκώνεται ολοένα περισσότερο. Τα προβλήματα εκτοπίζονται ή ντύνονται με όμορφα λόγια».

Σήμερα ο Μάρτενς εργάζεται στον χώρο των περιοδικών και της διαφήμισης. Στο χαρτοφυλάκιό του έχει προσθέσει ανορθόδοξες λήψεις διασήμων, από τη γερμανίδα ηθοποιό Φράνκα Ποτέντε ως την μπάντα Cardigans και από τον σκηνοθέτη Ρόναλντ Εμεριχ και τον dj Σβεν Βαθ ως τον ρώσο επιχειρηματία Μπορίς Μπερεζόφσκι. Φωτογραφίες του έχουν δημοσιευθεί μεταξύ άλλων στα περιοδικά «DerSpiegel» και «FAZ» και στις εφημερίδες «DieWelt» και «BerlinerIllustrierteZeitung», τα τελευταία χρόνια έχει εκθέσει σε Γερμανία, Ελβετία, Ιταλία, Αυστρία, Ολλανδία, Γαλλία, Τσεχία, Ρωσία και αυτόν τον καιρό ετοιμάζεται να «κατακτήσει» το Μαϊάμι. Ουδέποτε, ωστόσο, μπήκε στον πειρασμό να μετοικήσει «δυτικότερα»: «Σύμφωνα με μια στατιστική, η Νέα Υόρκη είναι η πιο πολυφωτογραφημένη μεγαλούπολη του πλανήτη. Προτιμώ να φωτογραφίζω λιγότερο γνώριμα σκηνικά». Αυτή την εποχή ο Μάρτενς φωτογραφίζει πορτρέτα: «Στο τελευταίο project μου συναντώ τα είδωλα του κινήματος του 1968. Είναι σήμερα ηλικιωμένοι, σοφότεροι και έχουν πολλά να πουν. Οι συζητήσεις μαζί τους είναι για εμένα πιο σημαντικές από τα ίδια τα πορτρέτα τους. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να ασχοληθώ με το ραδιόφωνο».

Η έκθεση φωτογραφίας «BlockschokoladeGDR 1979-1989» θα φιλοξενείται στην Galerief5,6(www.f56.net) του Μονάχου ως τις 3 Οκτωβρίου.

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 466, σελ. 64-70, 20/09/2009.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk