Μάικλ Μουρ, ο «Ρομπέν» των φτωχών Καναδών

Κρατώντας τσουγκράνες, πανό και αυτοσχέδιες αφίσες υποδέχθηκαν πριν από λίγο καιρό αγρότες και ανθρακωρύχοι του Καναδά τον αμερικανό ντοκυμαντερίστα Μάικλ Μουρ, ο οποίος επισκέφθηκε το Τορόντο στο πλαίσιο του κινηματογραφικού φεστιβάλ της πόλης που εφέτος φιλοξένησε την τελευταία του ταινία «Capitalism: Α love story». Ο ίδιος ο Μουρ είχε καλέσει στην προβολή της ταινίας τούς ανθρακωρύχους του Σάντμπαρι στο Οντάριο προκειμένου να αποσπάσει την προσοχή των ΜΜΕ για τη μεγάλης διάρκειας απεργία κατά της εταιρείας κολοσσού Vale Ιnco.

Κρατώντας τσουγκράνες, πανό και αυτοσχέδιες αφίσες υποδέχθηκαν πριν από λίγο καιρό αγρότες και ανθρακωρύχοι του Καναδά τον αμερικανό ντοκυμαντερίστα Μάικλ Μουρ, ο οποίος επισκέφθηκε το Τορόντο στο πλαίσιο του κινηματογραφικού φεστιβάλ της πόλης που εφέτος φιλοξένησε την τελευταία του ταινία «Capitalism: Α love story». Ο ίδιος ο Μουρ είχε καλέσει στην προβολή της ταινίας τούς ανθρακωρύχους του Σάντμπαρι στο Οντάριο προκειμένου να αποσπάσει την προσοχή των ΜΜΕ για τη μεγάλης διάρκειας απεργία κατά της εταιρείας κολοσσού Vale Ιnco. Οι τσουγκράνες, φυσικά, δεν απευθύνονταν στον Μουρ, αλλά στους τραπεζίτες και στους γραφειοκράτες που φέρουν ευθύνη για τη μεγάλη κρίση στη Γουόλ Στριτ, θέμα που πραγματεύεται ο Μουρ στην ταινία του. Στο «Capitalism: Α love story» ο πάλαι ποτέ κατακριτής του Τζορτζ Μπους Τζούνιορ και της αμερικανικής Δεξιάς, σε ντοκυμαντέρ όπως ο «Ακήρυχτος πόλεμος» και το «Φάρεναϊτ 9.11», αναζητεί τα αίτια που οδήγησαν στην παγκόσμια οικονομική κρίση και ταυτοχρόνως επιρρίπτει ευθύνες στην αμερικανική Γερουσία που επέτρεψε να τη «σκαπουλάρουν» οι υπεύθυνοι της « μεγαλύτερης ληστείας στην Ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών », όπως την αποκαλεί ο ίδιος. Ποιοι είναι οι υπεύθυνοι; Οι τράπεζες; Οι εταιρείες κολοσσοί; Το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης; Τα σαΐνια της Γουόλ Στριτ;

Για μία ακόμη φορά η κάμερα του Μουρ τρυπώνει σε απίστευτα σημεία, με τον ίδιο τον σκηνοθέτη να κλέβει με τον γνώριμο λαϊκισμό του και το θράσος του την παράσταση. Σε μια σκηνή τον βλέπουμε να κρατά μια σακούλα και να ζητεί τα χρήματα του αμερικανού πολίτη έξω από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Με μια ντουντούκα στο χέρι επικαλείται το δικαίωμα της σύλληψης από πολίτη (citizen΄s arrest- το δικαίωμα, δηλαδή, του πολίτη να θέσει υπό κράτηση έναν παραβάτη ώσπου να τον παραδώσει στις Αρχές).

Η εικόνα του Μάικλ Μουρ δεν έχει αλλάξει στα 55 του. Παραμένει ένας υπέρβαρος και ατημέλητος τύπος, που κυκλοφορεί με καπελάκι του μπέιζμπολ και με το πουκάμισο έξω από το παντελόνι, και με ωμές ερωτήσεις προσπαθεί να εισχωρήσει βαθιά μέσα στην καρδιά των ζητημάτων με τα οποία καταπιάνεται.

Σύμφωνα με δημοσίευμα των «Τimes» της Νέας Υόρκης, στις ερωταπαντήσεις ανάμεσα στον Μουρ και στο κοινό, μετά την προβολή της ταινίας του, ο σκηνοθέτης δεν έκρυψε την ανησυχία του για τη μελλοντική στάση των Δημοκρατικών απέναντι στον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα τον οποίο, όπως είπε, ίσως εγκαταλείψουν.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk