«Θέλω να δουλέψω στην Ελλάδα, διαδώστε το»

Ο Μπίλι Ζέιν, ο «κακός» του οσκαρικού «Τιτανικού», συμμετέχει σε μια ελληνική ταινία και μας μιλάει για σινεμά, για τους Ελληνες του Χόλιγουντ και για το πόσο η θέα της Ακρόπολης του επιβάλλει να αναζητήσει άλλες καλλιτεχνικές διεξόδους.

Ο Μπίλι Ζέιν, ο «κακός» του οσκαρικού «Τιτανικού», συμμετέχει σε μια ελληνική ταινία
και μας μιλάει για σινεμά, για τους Ελληνες του Χόλιγουντ και για το πόσο η θέα
της Ακρόπολης του επιβάλλει να αναζητήσει άλλες καλλιτεχνικές διεξόδους.

Είκοσι καλοκαίρια πριν ξεκινούσε την καριέρα του σε ένα ιστιοφόρο – τρομοκρατώντας την άγουρη τότε κοκκινομάλλα Νικόλ Κίντμαν στο «DeadCalm». Πιο πριν, περάσματα από ρόλους τον έφερναν να συνεργάζεται με τους Στίβεν Σπίλμπεργκ και Ρόμπερτ Ζεμέκις («BacktotheFuture») και τον Ντέιβιντ Λιντς («TwinPeaks»), αλλά το αυστραλέζικο θρίλερ της «απόλυτης ηρεμίας» ήταν αυτό που τάραξε τα νερά γύρω από το όνομά του. Αν και μόλις 23 χρόνων τότε, είχε κερδίσει τα στοιχήματα με την ηλεκτρισμένη «ψυχωτική» ερμηνεία του και το δαιμόνιο, σήμα κατατεθέν, βλέμμα του.

Πέρασε σχεδόν μία δεκαετία ακόμη για να επισφραγίσει την blockbuster καριέρα του πάνω σε ένα υπερωκεάνιο – κυνηγώντας στα καταστρώματα την παιδούλα τότε Κέιτ Γουίνσλετ και τον αντίζηλο πιτσιρικά Λεονάρντο ντι Κάπριο. Επιβλητικός, γοητευτικός, αλαζόνας, ο αδίστακτος εκατομμυριούχος γαμπρός του «Τιτανικού» πάγωνε την οθόνη με ένα του κοίταγμα, αλλά ταυτόχρονα άφηνε πίσω του μια σπάνια αύρα από oldHollywood.

Τότε είχαμε πρωτοακούσει ότι ο Μπίλι Ζέιν ήταν Ελληνας – κάτι που καταγράφηκε στη σινεφίλ συνείδησή μας ως υπερβολή των μέσων ενημέρωσης της ημεδαπής: κάποιος παππούς θα είχε ελληνική ρίζες και έγινε ξαφνικά θέμα στις ειδήσεις των οκτώ.

Ωσπου πριν από μήνες βρεθήκαμε απέναντί του στον… Βύρωνα. Επειτα από 24 χρόνια καριέρας και περίπου 50 ταινίες στα χολιγουντιανά στούντιο, ο 43χρονος πρωταγωνιστής είχε δεχτεί να επιστρέψει στις ρίζες του και να συμμετάσχει σε μια ελληνική παραγωγή. Και όχι στη νέα ταινία ενός καταξιωμένου, διεθνώς αναγνωρισμένου Αγγελόπουλου ή Βούλγαρη. Αλλά στο σίκουελ μιας cult ταινίας τρόμου: στο «Κακό 2: Στην εποχή των ηρώων» του Γιώργου Νούσια.

Μας υποδέχτηκε με γενναιόδωρο χαμόγελο και ελληνική «καλησπέρα». Απέριττος, χαμηλών τόνων, αβίαστα μεγαλόπρεπος, εξήγησε με ενθουσιασμό την επιλογή του. «Ο Χρήστος Χουλιάρας, βοηθός σκηνοθέτη σε μια πρόσφατη ταινία μου, μου είχε στείλει την κόπια του “Κακού”. Εντυπωσιάστηκα. Τα παιδιά είχαν καταφέρει με μηδέν μέσα να παρουσιάσουν μια εξαιρετική δουλειά. Οταν μου τηλεφώνησε λοιπόν για να μου ανακοινώσει ότι ετοιμαζόταν το σίκουελ, δήλωσα ενδιαφέρον. Του είπα να μου στείλει το σενάριο. Διαβάζοντάς το ενθουσιάστηκα: Ο Γιώργος Νούσιας είχε κάνει μια καταπληκτική δουλειά. Το σενάριό του υπερβαίνει το είδος, ξεπερνά τα όρια του σπλάτερ».

Καταλαβαίνετε όμως και τη δική μας έκπληξη για την επιλογή σας. Η ελληνική κινηματογραφία δεν έχει παράδοση ταινιών σπλάτερ. Το «Κακό» ήταν πρωτοπόρο και αυτόματα cult.

«Πιστέψτε με, δεν πρόκειται για χέρι βοηθείας. Δεν κάνω φιλανθρωπίες στη δουλειά μου. Αλλά δεν έχω και το παραμικρό πρόβλημα να ρισκάρω. Επεσε στα χέρια μου ένα καταπληκτικό σενάριο, και συνεργάτες με ιδέες, ευρηματικότητα και ένα αναζωογονητικό σινεφίλ πάθος που δεν συναντάς πλέον εύκολα. Επειτα από 25 χρόνια καριέρας, επιλέγω πλέον τις δουλειές μου. Και βασικότερο κριτήριό μου είναι να διακρίνω αυτό το πάθος για δημιουργία. Περνάω τέλεια! Είχα τρία-τέσσερα χρόνια να νιώσω τόσο καλά σε δουλειά που κάνω. Πολλές φορές το να δουλεύεις σε μικρά πρότζεκτ είναι ευλογία. Ξαφνικά το εκκρεμές γέρνει προς την πλευρά της τέχνης και όχι της “αγοράς”. Λιγότερη ποικιλία στο κέιτερινγκ, μικρότερο μπάτζετ, λιγότερη γραφειοκρατία, περισσότερη ανάμειξη με τη δουλειά σου. Δεν πλήττω ποτέ. Δουλεύω συνέχεια, προσπαθώντας να ισορροπήσω ανάμεσα στο εμπορικό σινεμά, που όμως δεν προδίδει – θέλω να πιστεύω – τις καλλιτεχνικές μου ανησυχίες, και στο κομμάτι του εαυτού μου που αναζητεί το καλλιτεχνικό ρίσκο».

Η ταινία ανατρέχει στην Αρχαία Ελλάδα και στην πηγή του «Κακού». Ο «Προφήτης» σας όμως μοιάζει περισσότερο σαν ήρωας βγαλμένος από το «BladeRunner»…

«Ο “Προφήτης” είναι ένας ταξιδιώτης στον χρόνο. Ενας αγγελιαφόρος που ταξιδεύει από εποχή σε εποχή και ανακοινώνει στον Εκλεκτό την αποστολή του ενάντια στο Κακό. Η ανατροπή όμως είναι ότι το σενάριο δεν παίρνει τίποτε στα σοβαρά. Οι Εκλεκτοί είναι συνήθως άνθρωποι που δεν έχουν καμία όρεξη να υποταχτούν στο πρόσταγμα της μοίρας και της αποστολής τους, με αποτέλεσμα να εξοργίζουν τον παράξενο από τα χρόνια Προφήτη. Υπάρχει ένα δαιμόνιο χιούμορ που υποβόσκει, σατιρίζοντας την όποια “σοφία” τέτοιων κινηματογραφικών προτύπων. Διασκέδασα πολύ, βρήκα τον σαρκασμό των παιδιών εξαιρετικό».

Μιλώντας για κινηματογραφικά πρότυπα, το Χόλιγουντ αρέσκεται στο να βρίσκει ηθοποιούς που του ταιριάζουν σε ρόλους «κακού». Το βλέμμα σας έχει γίνει συνώνυμο διαβόητων παγερών κινηματογραφικών ηρώων. Είναι κάτι που επιδιώξατε;

«Η αγάπη μου για την κωμωδία με κάνει τον πιο κατάλληλο για να παίξω δράμα».

Εννοείτε ότι δεν παίρνετε αυτούς τους ρόλους στα σοβαρά;

«Μα “οι κακοί μέχρι το κόκαλο” ήρωες είναι πολύ σοβαροί για να τους πάρει κανείς στα σοβαρά. Ναι, έχω παίξει αρκετούς “κακούς” σε ταινίες. Ακριβώς επειδή οι περισσότεροι είναι σχηματικοί, η δική μου προσέγγιση είναι να βρίσκω ένα πάτημα για να τους κάνω ανθρώπινους. Προσπαθώ να τους δίνω διαστάσεις, να μην τους παρουσιάζω επιδερμικούς και γραφικούς. Θέλω να τους εξηγώ στον εαυτό μου, ακόμη και όταν στο σενάριο έχουν σκιαγραφηθεί πιο απλοϊκά. Να τους βλέπω ως πιο σύνθετα πλάσματα που οδηγήθηκαν σε αυτές τις επιλογές. Και όχι ως γεννημένους κακούς, όχι σαν καρτούν».

Καμιά φορά πάντως το «κακό» μπορεί να είναι και πιο ενδιαφέρον και πολυεπίπεδο από το «καλό». Ποιοι ήταν οι δικοί σας κινηματογραφικοί ήρωες μεγαλώνοντας;

«Οι γονείς μου ήταν πολύ σινεφίλ και μεγάλωσα πηγαίνοντας σινεμά. Οι πρώτες μου εικόνες όμως ήταν αυτές της “χρυσής εποχής του Χόλιγουντ”. Κάρι Γκραντ, Γκρέγκορι Πεκ, Μάρλον Μπράντο, Τζέιμς Ντιν, Σον Κόνερι. Νομίζω ότι τέτοιου είδους ηθοποιοί με έκαναν να θέλω να γίνω και εγώ ηθοποιός. Από μικρός γοητευόμουν από το μέσο. Επαιρνα την 8 χιλιοστών κάμερα του πατέρα μου και γύριζα ταινίες…».

Είστε δεύτερης γενιάς Αμερικανός, οι γονείς σας είναι και οι δύο Ελληνες;

«Ναι. Η μητέρα μου, η Θάλεια, είναι από τη Σπάρτη και ο πατέρας μου, ο Γιώργος, από τη Μάνη. Οι παππούδες όμως ήταν εκείνοι που ήρθαν στην Αμερική από την Ελλάδα. Το επίθετό μας είναι Τζανετάκος και ο παππούς το έκοψε σε Ζέιν. Εγώ γεννήθηκα στο Σικάγο και μεγάλωσα όπως όλα τα παιδιά μεταναστών: και με τις δύο κουλτούρες. Ναι, ήμασταν Αμερικανοί πρώτης, δεύτερης, τρίτης γενιάς, αλλά στο τέλος της ημέρας επιστρέφαμε σε ελληνικά σπίτια».

Και τι σήμαινε αυτό;

«Κυρίαρχη είναι η θέση της ελληνικής εκκλησίας. Οχι από την άποψη του δόγματος φυσικά, αλλά ως αφορμή επανασύνδεσης με τους πατριώτες σου – τη Μεγάλη Εβδομάδα, για παράδειγμα, θα συναντιόμασταν όλοι στην ελληνική εκκλησία. Οταν ήμασταν μικροί αυτή ήταν και η διέξοδός μας για να φλερτάρουμε – ο Επιτάφιος, η λειτουργία της Ανάστασης. Ακόμη και τώρα πάντως μαζευόμαστε οι Ελληνες το Πάσχα. Θυμάμαι μια χρονιά στο σπίτι του παραγωγού Τζιμ Γιαννόπουλου όλον τον κόσμο – τη Μελίνα Κανακαρίδη, τη Ρίτα Γουίλσον, τη Νία Βαρντάλος, τον Αλεξάντερ Πέιν…».

Κατά καιρούς ακούμε ότι μας επισκέπτεστε για διακοπές.

«Ερχομαι πολύ πιο αραιά από όσο θα το επιθυμούσα, αλλά πολύ πιο συχνά από ό,τι το ακούτε στα μέσα ενημέρωσης. Είμαι Ελληνας, έρχομαι στους συγγενείς μου, μένω με τα ξαδέλφια μου, στρώνουμε κυριακάτικα τραπέζια. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, ξέρετε. Για μένα η Ελλάδα είναι συνώνυμη με την καλλιτεχνική μου φύση. Ασχολούμαι με τη φωτογραφία. Ζωγραφίζω, αφηρημένη τέχνη κυρίως. Θέλω να έρχομαι στην Ελλάδα όσο γίνεται συχνότερα, γιατί εδώ αντλώ τη μεγαλύτερή μου έμπνευση. Το ελληνικό φως δεν συγκρίνεται με τίποτε άλλο στον κόσμο. Επίσης, για έναν καλλιτέχνη, μόνο και μόνο η σκιά του Παρθενώνα τού επιβάλλει να δουλέψει. Τελευταία ασχολούμαι με τη γλυπτική. Συλλέγω κομμάτια από παλιά σκαριά πλοίων και τα εντάσσω στα γλυπτά μου».

Μέσα στα χρόνια της καριέρας σας παρακολουθούσατε ελληνικό σινεμά; Σας ενδιέφερε, το ψάχνατε;

«Αγαπώ πολύ το ελληνικό σινεμά. Το παρακολουθούσα και το παρακολουθώ. Η παραγωγός Ελενα Χατζηαλεξάνδρου είναι φίλη μου και μου στέλνει δείγματα του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Μια ταινία, για παράδειγμα, που μου άρεσε πολύ ήταν το “Οξυγόνο”. Το βρήκα πολύ θαρραλέο. Ονειρό μου είναι να βρω τρόπο να χρηματοδοτήσω ένα πρότζεκτ, μέσω του οποίου ελληνικές ταινίες θα βρίσκουν εύκολη δίοδο διανομής στην Αμερική. Ειδικά την εποχή των Οσκαρ. Δεν βρίσκω τον λόγο γιατί να μην υπάρχουν ελληνικές παραγωγές στην πεντάδα του ξενόγλωσσου. Το έχουμε συζητήσει και με τη Ρίτα Γουίλσον, τη γυναίκα του Τομ Χανκς, που στηρίζει απίστευτα το ελληνικό λόμπι στο Χόλιγουντ. Σκεφτόμαστε ένα – έστω μικρό – κανάλι διανομής στις κεντρικές αμερικανικές πόλεις, που θα έδινε την ευκαιρία στους έλληνες σκηνοθέτες να δείξουν τη δουλειά τους, αλλά και στους ψηφοφόρους της Ακαδημίας να δουν ελληνικό κινηματογράφο και να τον λάβουν σοβαρά υπόψη τους στα Οσκαρ».

Οπότε να υποθέσουμε ότι αυτή δεν είναι μόνο μια μεμονωμένη συνεργασία σας με τον ελληνικό κινηματογράφο…

«Χρόνια έψαχνα την κατάλληλη ταινία για να δείξω τη δουλειά μου και στους έλληνες παραγωγούς. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Εχω κάνει αίτηση για να πάρω την ελληνική υπηκοότητα και να μπορώ να δουλεύω συχνότερα εδώ. Θέλω να δουλέψω στην πατρίδα μου. Διαδώστε το…».

Το «Κακό 2: Στην εποχή των ηρώων» θα προβληθεί στις 25 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο του 15ου Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας». Στις αίθουσες θα βγει την 1η Οκτωβρίου.

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 464, σελ. 24-28, 06/09/2009.

Κοινωνία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk