Ανθρώπινα ρήγματα

Δέκα χρόνια πέρασαν από τον μεγάλο σεισμό των 5,9 ρίχτερ του 1999. Στις δυτικές γειτονιές της Αττικής ορισμένοι βιώνουν ακόμη τις συνέπειες της καταστροφής. Οι ιστορίες τους καταδεικνύουν την ισχύ τού «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Δυστυχώς όμως και άλλα πολλά…

Δέκα χρόνια πέρασαν από τον μεγάλο σεισμό των 5,9 ρίχτερ του 1999. Στις δυτικές γειτονιές της Αττικής ορισμένοι βιώνουν ακόμη τις συνέπειες της καταστροφής. Οι ιστορίες τους καταδεικνύουν την ισχύ τού «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Δυστυχώς όμως και άλλα πολλά…

Μια στιγμή λένε ότι αρκεί. Αρκεί για να περάσεις από την ευτυχία στη δυστυχία, από την επιτυχία στην αποτυχία, από τη ζωή στον θάνατο. Μια τέτοια στιγμή, διάρκειας μόλις δέκα δευτερολέπτων, εντάσεως 5,9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, με επίκεντρο την ημιορεινή περιοχή της Πάρνηθας και εστιακό βάθος 10 χλμ., ήταν αρκετή εκείνο το μεσημέρι της 7ης Σεπτεμβρίου του 1999. Ηταν αρκετή για να χαθούν άνθρωποι, να γκρεμιστούν σπίτια, να διαλυθούν περιουσίες. Σήμερα, δέκα χρόνια μετά, οι «χαμένοι» του ’99 βαρέθηκαν να τα βάζουν με τα «αν» τους, «αν είχα μυαλό», «αν είχα φύγει για το χωριό», «αν γυρνούσα στην πατρίδα», «αν δεν ακολουθούσαν όλες αυτές οι δυσκολίες»… Σε όλα αυτά τα «αν» τους έδωσε δυστυχώς η καθημερινότητα τις πιο σκληρές, αρνητικές απαντήσεις. Μια καθημερινότητα που αρχίζει και τελειώνει ακριβώς απέναντι από τα δεκάδες κοντέινερ, που ακόμη και σήμερα, δέκα χρόνια μετά τον σεισμό του ’99, είναι εδώ.

Τα Ανω Λιόσια ήταν η μοναδική περιοχή που κηρύχτηκε αυτομάτως «σεισμόπληκτη». Περισσότερα από 1.600 σπίτια καταστράφηκαν, ενώ άλλα 4.400 υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Οι κάτοικοι βρέθηκαν μέσα σε μια στιγμή στους δρόμους. Τους πρώτους (αρκετούς) μήνες έμειναν στις σκηνές που στήθηκαν στις αλάνες της περιοχής. Στην πορεία τούς δόθηκαν λυόμενα. Και υποσχέσεις. Λυόμενες και αυτές.

Κάπως έτσι, και με σκοπό την αντιμετώπιση του προβλήματος, το ΥΠΕΧΩΔΕ και ο Δήμος Ανω Λιοσίων προχώρησαν από κοινού στη σχεδίαση ενός προγράμματος ανάπλασης της πόλης που αφορούσε την κατασκευή 1.000 κτιρίων (2.500 κατοικιών). Κονδύλι της Ευρωπαϊκής Ενωσης κάλυπτε την αντισεισμική θωράκιση του σπιτιού, ενώ η κατασκευή του υπογείου καλυπτόταν από το κράτος. Το υπόλοιπο του σπιτιού αναλάμβανε ο ιδιοκτήτης μέσω του άτοκου «σεισμοδανείου» που κάλυπτε το 1/3 της δαπάνης. Να σημειωθεί ότι αν ο σεισμός ήταν ισχυρότερος των 6 ρίχτερ, έστω και κατά ένα δέκατο, το κράτος όφειλε την εξ ολοκλήρου αποζημίωση των πληγέντων. Ακόμη και σήμερα δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι το 5,9 που δόθηκε ως δύναμη του Εγκέλαδου είναι αναληθές. Σύμφωνα με τα ισχύοντα τότε το υπόλοιπο ποσό θα προέκυπτε από ίδιους πόρους των ιδιοκτητών, ενώ την κατασκευή των σπιτιών θα αναλάμβανε μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία με συντονίστρια του έργου την τεχνική εταιρεία του δήμου και επικεφαλής τον – γνωστό και ως «άρχοντα των σκουπιδιών» – δήμαρχο Νίκο Παπαδήμα. Οι κάτοικοι λοιπόν οι οποίοι ήθελαν να ξαναχτίσουν το σπίτι τους στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού θα έπρεπε να δηλώσουν το μέγεθος της νέας τους κατοικίας και να παραχωρήσουν το δάνειο με αντάλλαγμα την απαλλαγή τους από τη γραφειοκρατία. Τέσσερα χρόνια αργότερα, τα έργα που είχε αναλάβει η κοινοπραξία σταμάτησαν καθώς βάσει του «Κώδικα Παυλόπουλου» δεν μπορούσαν οι δήμοι να κατέχουν τεχνικές-κατασκευαστικές εταιρείες. Η «εταιρεία Παπαδήμα», χρεωμένη με δάνεια ύψους περίπου 65 εκατ. ευρώ, βρίσκεται σήμερα υπό εκκαθάριση, ενώ άρχων της υπερχρεωμένης πόλης εξελέγη ο δήμαρχος Χρήστος Παππούς. Μιας υπερχρεωμένης σήμερα πόλης με αλλοτινές ένδοξες αλλά και πλούσιες στιγμές, η άνοδος αλλά και η πτώση της οποίας αποτυπώνονται με τον χαρακτηριστικότερο τρόπο στην πορεία της ποδοσφαιρικής ομάδας της, του Ακράτητου. Μιας ομάδας που ανήκε στον δήμο, έπαιξε στην Α΄ Εθνική, υποβιβάστηκε, πουλήθηκε από τον Παπαδήμα στον Μάκη Ψωμιάδη, ανέβηκε ξανά κατηγορία, ενώ όταν ο τελευταίος διέλυσε την ΠΑΕ υποβιβάστηκε και πάλι, αυτή τη φορά στο περιφερειακό πρωτάθλημα. Και όλα αυτά σε έναν δήμο στον οποίο η χωματερή, την οποία φιλοξενεί, αποφέρει περίπου 29 εκατ. ευρώ.

Είναι πρωί και η ζέστη ανυπόφορη. Εδώ, στα Ανω Λιόσια, βρίσκονται χωμένα δεξιά και αριστερά της λεωφόρου Φυλής τα απομεινάρια του σεισμού. Λυόμενα σχολεία και σπίτια στα γυμνά από δέντρα οικόπεδα. Το μεγαλύτερο μέρος των σπιτιών αυτών έχουν απομακρυνθεί από τη νέα δημοτική αρχή. Ο καιρός πέρασε και όσοι κρίθηκε ότι συνέχισαν να διαβιούν καταχρηστικά εκδιώχθηκαν. Πίσω έμειναν αυτοί που, είτε κατά δήλωση είτε κατ’ ουσίαν, δεν είχαν στον ήλιο μοίρα… Σε έναν από αυτούς τους υπό διάλυση καταυλισμούς συναντούμε έναν γέροντα, καθισμένο στην καρέκλα του, κάτω από μια πρόχειρη τέντα, με φόντο το μποστάνι του. Μια μαυροντυμένη γιαγιά βγαίνει από το λυόμενο. Είναι η Ελένη Παναγιότοβα, ρωσοπόντια πρόσφυγας και γυναίκα του κυρ Παναγιώτη ο οποίος δεν μιλάει ελληνικά. «Ούτε και εγώ μιλάω πολύ καλά, κορίτσι μου. Ελα να πάμε εδώ πιο πάνω στην κόρη μου που τα λέει καλά». Η κόρη της είναι η Κατερίνα, ντυμένη και αυτή στα μαύρα, κάτοικος και αυτή του καταυλισμού, «του κατακλυσμού» που λέει και η Ελένη, με τα μπερδεμένα ελληνικά της. Καμιά τους δεν είχε σπίτι. Εμεναν στο νοίκι. Θεωρητικά το ίδιο θα μπορούσαν να κάνουν και τώρα. Ρωτάω γιατί επιλέγουν να ζουν στο λυόμενο, αλλά από την απάντηση καταλαβαίνω ότι μάλλον τα δικά μου ελληνικά είναι άστοχα. «Η μάνα μου ήρθε στην Ελλάδα το ’92. Το ’97 ήρθα και εγώ με τον άντρα μου. Πουλήσαμε το σπίτι μας στο Ουζμπεκιστάν, πήραμε τα παιδιά μας και φύγαμε. Ο άντρας μου δούλεψε σκληρά. Αγοράσαμε ένα οικόπεδο εδώ πιο πάνω, αλλά είναι εκτός σχεδίου. Ηρθε ο σεισμός, διαλύθηκε όλο το νοικοκυριό μας και μπήκαμε στα λυόμενα. Αμέσως αρρώστησε ο άντρας μου. Επρεπε να τα χειριστώ όλα μόνη μου. Το δάνειο που έδιναν τότε στους Πόντιους δεν το πήρα. Ετρεχα στα νοσοκομεία. Για τα άλλα δάνεια δεν είχα ένσημα. Τα παιδιά μου μεγάλωσαν στο λυόμενο, από εδώ έφυγαν νύφες. Ο άντρας μου πέθανε. Δουλεύω εδώ στην περιοχή και με 800 ευρώ βοηθάω και τους γονείς μου. Εβαλα μπρος και το χτίσιμο του σπιτιού. Ευτυχώς ο δήμαρχος, παρ’ όλο που είναι εκτός σχεδίου, καταλαβαίνοντας πόσο δύσκολα τα βγάζω πέρα, μου έδωσε νερό. Αν βάλω και ρεύμα θα συνεχίσω. Να τους πάρω και να φύγουμε από εδώ. Νομίζεις ότι μας αρέσει; Ντρέπομαι για το καλυβάκι μου» λέει όσο μπαινοβγαίνει και μας φέρνει κεράσματα. Η τετράχρονη Σοφία, η εγγονή της με το ολόλευκο δέρμα, τα καστανά μαλλιά και τα καταπράσινα μάτια, πείθεται παρά την ντροπή της να βγει. «Εγώ έχω σπίτι» είναι η πρώτη της κουβέντα. Βουτάει τη σκούπα και αρχίζει να σκουπίζει το χώμα.

Τα Λιόσια είναι ένας από τους πλέον πολυπολιτισμικούς δήμους της Αττικής. Εσωτερικοί και εξωτερικοί μετανάστες, επαναπατρισθέντες Πόντιοι, Τσιγγάνοι. Πάνω στην ώρα όμως καταφτάνει η Ζωή, ελληνίδα γειτόνισσα. Είναι 62 ετών και μεγάλωσε πέντε παιδιά στα λυόμενα. Και εκείνη έμενε στο νοίκι, αλλά «ο σεισμός δεν ήταν η τελευταία κατραπακιά στη ζωή μου. Τα παιδιά μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν, έφυγαν. Χώρισα με τον άντρα μου και με μια σύνταξη απορίας να πάω πού; Παραμένω γιατί μου το επιτρέπει η γυναίκα στην οποία ανήκει το οικόπεδο. Δεν ξέρω πότε θα μας κόψουν το ρεύμα και θα μας διώξουν». Η Κατερίνα ζει με ένα μόνιμο άγχος. Κάθε που φεύγει για δουλειά αφήνει στην πόρτα σημείωμα με το τηλέφωνό της. «Τουλάχιστον να με ενημερώσουν, να προλάβω να μαζέψω το νοικοκυριό μου». Το νερό είναι δωρεάν από την ΕΥΔΑΠ. Το ρεύμα το πληρώνουν. «Και είναι πολύ. Τον χειμώνα δεν αντέχεται το κρύο και το καλοκαίρι εκεί μέσα είναι καμίνι χωρίς aircondition. Τώρα που έφυγαν τα παιδιά, τους χειμώνες τυλίγομαι με κουβέρτα για να κάνω οικονομία» λέει η Κατερίνα.

Λίγο παρακάτω, στον καταυλισμό της Δροσούπολης, μια ξεφούσκωτη πλαστική πισίνα έξω από ένα λυόμενο και οι φωνές δύο μικρών κοριτσιών τραβάνε την προσοχή μας. Είναι η δεύτερη οικογένεια που έφτιαξε μετά το διαζύγιό του ο 54χρονος πρώην οικοδόμος Μανώλης Μπέλλας με την 35χρονη γυναίκα του Σούλα. Τα κορίτσια τους, πέντε και τεσσάρων ετών σήμερα, γεννήθηκαν στο λυόμενο. Δεν ξέρουν πώς είναι να ζεις σε σπίτι. Εναν χρόνο νωρίτερα ο Μανώλης είχε ένα ατύχημα στην οικοδομή. Επεσε από τον τρίτο όροφο. Στο πόδι του έχει 12 βίδες. Μας δείχνει τις ακτινογραφίες. Με πολύ πείσμα περπάτησε πριν από λίγους μήνες. Ο δήμαρχος, αυτός που έχουν κολλημένο στον τοίχο από απόκομμα περιοδικού και με προεκλογικό σύνθημα «Η επιτυχία είναι μονόδρομος», προσέλαβε τη γυναίκα του στον δήμο, καθώς εκείνος ήταν αδύνατον να εργαστεί. Με ένα λάπτοπ αναζητούν καθημερινά μέσω του Facebook ευκατάστατες και γνωστές για τη φιλανθρωπική τους δράση κυρίες για να τους βοηθήσουν. «Εχω στείλει γράμμα ακόμη και στον Καραμανλή. Και στο γραφείο και στη Ραφήνα. Δεν μου απάντησε κανείς. Εχω ένα οικόπεδο και με λίγη βοήθεια θα το χτίσω σε έναν χρόνο. Μόνος μου. Δεν καταλαβαίνω εγώ από δουλειά. Αν δεν τα καταφέρω… θα διώξω τη Σούλα και τα παιδιά και θα βάλω φωτιά να τα κάψω. Δεν πάει άλλο» λέει.

Οι καταγγελίες, τα παράπονα και οι φωνές δεν σταματούν εδώ. Εχουν ενημερωθεί για την παρουσία μας και μας αναζητούν. Ο Γιώργος Ρεθυμιωτάκης, πρόεδρος των «Ατόμων με αναπηρία» στην περιοχή και ως και πριν από δύο χρόνια κάτοικος και αυτός λυομένων, δεν ζητά κάτι για τον εαυτό του. «Εδώ μέσα άφησαν να πεθάνουν άνθρωποι με αναπηρίες. Ακόμη και σήμερα ζουν τέτοιοι άνθρωποι. Αυτοί δεν προέχουν; Για αυτούς πότε θα βρεθεί μια λύση; Δέκα ολόκληρα χρόνια πέρασαν. Πόσα ακόμη;». Η νύχτα μάς παίρνει με αμπελοφιλοσοφίες γυναικών. Αναρωτιέμαι γιατί υπάρχουν τόσες γυναίκες μόνες. «Οι γυναίκες, κορίτσι μου, θα μείνουν και στο λυόμενο. Ο άντρας δεν αντέχει, θα βγει. Και όταν βγει, θα βρει». Αλλη.

«Κορίτσι μου, να προσέχεις εκεί μέσα» με προειδοποίησαν όταν άκουσαν ότι κατηφορίζουμε στον καταυλισμό Καποτά στο Μενίδι. Βρίσκεται ακριβώς κάτω από το ομώνυμο στρατόπεδο, σε χώρο του ελληνικού στρατού. Εξαιτίας αυτού οι κάτοικοι δεν απειλούνται από εξώσεις των ιδιοκτητών των οικοπέδων όπως στα Λιόσια. Απειλούνται όμως, όπως λένε, – από φόβο ανωνύμως – «από τους εγκληματίες που μαζεύτηκαν εδώ. Τσιγγάνοι και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο». Πού; «Από κάτω. Δεν πατάμε. Εγώ μένω γιατί δεν θέλω να μπω σε σπίτι. Στον σεισμό με πλάκωσε το σπίτι. Και εμένα και τα παιδιά μου. Ζήσαμε. Σε σπίτι όμως δεν ξαναμπαίνω» λέει μια γυναίκα που φοβάται το «γκέτο», όπως το αποκαλεί. «Εσύ ήρθες και θα φύγεις. Εγώ θα είμαι εδώ κάθε μέρα. Ακόμη και μικρά παιδιά γίνονται εγκληματίες εδώ μέσα. Ας κοπιάσει μια μέρα η Πρόνοια να δουν πώς ζουν αυτά τα παιδιά. Ποιοι γονείς τα μεγαλώνουν. Μικρά παιδιά να καπνίζουν τσιγαριλίκια ως τις 4.00 το πρωί. Να βρίζουν και να βγάζουν τα μάτια τους έξω από την πόρτα μας».

Εδώ όλοι μιλούν οργισμένα. Καταγγέλλουν ότι υπάρχουν σπίτια ακατοίκητα στο Ολυμπιακό Χωριό, που έδωσε ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας στους δικαιούχους του. «Γιατί δεν μας πάνε εκεί;» φωνάζει η Ρωσοπόντια Σοφία και βλαστημά. «Ανάθεμα την ώρα που ήρθα. Ακουγα για την Ελλάδα. Ωραία η Ελλάδα για… διακοπές. Αν είχα μυαλό! Αν δεν πούλαγα το σπίτι μου για να έρθω…». Και κάπου εδώ αρχίζουν εκείνα τα «αν». Η Σοφία έστειλε και γράμμα στον Αδωνη Γεωργιάδη. «Τον άκουγα στην τηλεόραση που έλεγε για την Ελλάδα μας που πρέπει να την αγαπάμε. Τον κάλεσα να έρθει να δει τη δική μας Ελλάδα. Δεν ήρθε ποτέ». Μπορεί να μην τη βρήκε. Εδώ δεν υπάρχει ούτε διεύθυνση να δώσεις στην οδική βοήθεια…

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 464, σελ. 30-37, 06/09/2009.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κοινωνία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk