ΚΙΝΑ

Ο,τι έχει μείνει από την επέλαση του Μάο

O Τζία Κε ρίχνει πίσω το κεφάλι του ξεσπώντας σε γέλια καθώς διηγείται τι συνέβη την ημέρα που το Πεκίνο παραδόθηκε στον κομμουνιστικό στρατό. Εχουν περάσει 60 χρόνια από τότε αλλά οι αναμνήσεις του κ. Τζία παραμένουν ζωντανές. Με κορυφαία τη στιγμή που οι στρατιώτες του στρατηγού Τσιανγκ Κάι Σεκ παρέδωσαν τελικά την αρχαία πόλη των αυτοκρατόρων της Κίνας στον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΛΑΣ) του Μάο Τσετούνγκ. Ο 91χρονος βετεράνος στρατιώτης πιάνεται από το μπαστούνι του και σκύβει μπροστά καθισμένος στον δερμάτινο καναπέ του ευρύχωρου διαμερίσματός του στο Πεκίνο.

O Τζία Κε ρίχνει πίσω το κεφάλι του ξεσπώντας σε γέλια καθώς διηγείται τι συνέβη την ημέρα που το Πεκίνο παραδόθηκε στον κομμουνιστικό στρατό. Εχουν περάσει 60 χρόνια από τότε αλλά οι αναμνήσεις του κ. Τζία παραμένουν ζωντανές. Με κορυφαία τη στιγμή που οι στρατιώτες του στρατηγού Τσιανγκ Κάι Σεκ παρέδωσαν τελικά την αρχαία πόλη των αυτοκρατόρων της Κίνας στον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΛΑΣ) του Μάο Τσετούνγκ. Ο 91χρονος βετεράνος στρατιώτης πιάνεται από το μπαστούνι του και σκύβει μπροστά καθισμένος στον δερμάτινο καναπέ του ευρύχωρου διαμερίσματός του στο Πεκίνο. «Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η παράδοση της πόλης ήταν σχεδόν μια απογοήτευση διότι περίμενα έξω από το Πεκίνο επί εβδομάδες προτού μπούμε τελικά» λέει αναφερόμενος στην πόλη με το τότε όνομά της, «Βόρεια Ειρήνη». Πρωτεύουσα της Κίνας εκείνη την εποχή ήταν η πόλη Ναντζίνγκ, στον Νότο. «Ηταν πολύ παράξενο. Απλώς αλλάξαμε τους φρουρούς ασφαλείας εντός της πόλης. Οι στρατιώτες των εθνικιστών στάθηκαν στη μια πλευρά του δρόμου και οι δικοί μας άντρες στην άλλη. Και μετά άλλαξαν θέσεις».

Η παράδοση του εθνικιστή διοικητή Φου Ζουογί ήταν η αποκορύφωση διαπραγματεύσεων που διήρκεσαν εβδομάδες ολόκληρες- υποβοηθούμενες από το γεγονός ότι η κόρη του Φου ήταν μέλος του κομμουνιστικού κόμματος.

Χάρη στην ειρηνική παράδοση της πόλης αποφεύχθηκε πιθανώς αποτρόπαια αιματοχυσία, όπως στην περίπτωση που ο ΛΑΣ θα είχε αναγκαστεί να μπει στην πόλη πολεμώντας, και άνοιξε ο δρόμος για να ιδρύσει ο Μάο τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας την 1η Οκτωβρίου 1949.

Ο Τζία ήταν διοικητής των ειδικών δυνάμεων και είχε σταλεί στα νότια της πόλης ως υπεύθυνος μιας τεράστιας γκάμας πυροβολικού, που διέθετε κυρίως αμερικανικά όπλα τα οποία είχαν αποσπάσει από τους εθνικιστικές στη μάχη. Φουσκώνει με υπερηφάνεια καθώς αναφέρει τον αριθμό των όπλων υπό την διοίκησή του.

«Μπορείτε να το φανταστείτε; Μπορείτε; Είχαμε 36 όπλα που είχαμε πάρει από τους Αμερικανούς και 76 από τους Ιάπωνες. Συνολικά είχαμε 144. Τι δύναμη, ε; Οι ντόπιοι τρόμαξαν τόσο πολύ όταν μας είδαν να καταφθάνουμε με το πυροβολικό μας που κατέφυγαν στο Πεκίνο όπου πίστευαν ότι θα ήταν πιο ασφαλείς. Αλλά ύστερα από ένα μήνα χωρίς μάχες,πολλοί επέστρεψαν για να δουν τι είχαν απογίνει τα σπίτια τους. Οταν είδαν τα τεράστια όπλα μας, αποφάσισαν να παραμείνουν. Είπαν μέσα τους: “Αν γίνει μάχη, δεν θέλουμε να βρισκόμαστε στην πόλη, στο στόχαστρο αυτών των μεγάλων όπλων”. Ο κόσμος δεν είχε δει ποτέ τέτοιον εξοπλισμό και ήταν εντυπωσιασμένος».

Ο Τζία δεν αναγκάστηκε όμως ποτέ να ρίξει με το κανόνι του. «Επειδή το Πεκίνο είναι τόσο αρχαία πόλη, θέλαμε να την απελευθερώσουμε ειρηνικά.Είναι μια πόλη που έχει πολλά ιστορικά κτίρια και ο κύριος στόχος μας ήταν να αποφύγουμε τις καταστροφές».

Οι διαπραγματεύσεις τραβούσαν σε μάκρος. Η πρώτη στιγμή που ο Τζία κατάλαβε ότι η νίκη ήταν απλώς θέμα χρόνου δεν ήταν στους δρόμους του Πεκίνου αλλά στο πεδίο της μάχης λίγες εβδομάδες προτού πέσει η πόλη. Η φωνή του συνεχίζει να μην κρύβει μια χροιά θαυμασμού όταν θυμάται ότι τον Ιανουάριο του 1949 οι εθνικιστές αντίπαλοί του προετοιμάζονταν να κρατήσουν το Τιαντζίν, το λιμάνι του Πεκίνου, σε εξάμηνη πολιορκία. «Αλλά το καταλάβαμε σε μόλις 29 ώρες».

Πέρασε την κινεζική πρωτοχρονιά στο Τιαντζίν. Ωσπου να φθάσει η Γιορτή των Φαναριών, τη 15η μέρα του χρόνου, είχε ήδη λάβει θέση με τα όπλα και τους άντρες του στα νότια του Πεκίνου. Η επίσημη παράδοση του Πεκίνου συμφωνήθηκε για τις 3 Φεβρουαρίου 1949. «Θυμάμαι ότι κανένας από τους κατοίκους της πόλης δεν ενδιαφερόταν για τους εθνικιστές. Ολοι μαζεύονταν γύρω από τους δικούς μας άντρες που κάθονταν ήσυχα στο έδαφος. Ηθελαν να μας δουν καλά. Ηταν πολύ περίεργοι. Αισθάνθηκα μεγάλη υπερηφάνεια».

Ο Τζία πολεμούσε επί περισσότερα από 10 χρόνια. Εφυγε από το σπίτι του, στο Μπαοντίνγκ, δύο ώρες δρόμο νότια του Πεκίνου, όταν ήταν 19 ετών για να προσχωρήσει στο στρατόπεδο των κομμουνιστών. Το όνειρό του ήταν να πετάξει έξω τους ιάπωνες κατακτητές που είχαν καταλάβει το Πεκίνο το 1937 και κρατούσαν υπό την κατοχή τους τμήματα της υπόλοιπης χώρας. Συντάχθηκε με τον Μάο στην επαναστατική του βάση στο Γιανάν, στη Βορειοδυτική Κίνα.

«Ημουν πολύ περήφανος. Ισως να ήμουν υπερβολικά περήφανος. Ηθελα να μπω αμέσως στη στρατιωτική ακαδημία. Αλλά με απέρριψαν. Αναγκάστηκα να πάω σχολείο και να μελετήσω γιατί είπαν ότι δεν καταλάβαινα και πολλά από τον κομμουνισμό» . Τα πρώτα του λόγια προς τον νέο του διευθυντή ήταν μια έκκληση για να καταταγεί στον στρατό. Τον διέταξαν να κάνει ό,τι του είχαν πει. Αποδείχθηκε εξαιρετικός μαθητής και διορίστηκε δάσκαλος- «όμως εγώ ήθελα να πολεμήσω τους Γιαπωνέζους».

Χρειάστηκαν δυο χρόνια για να εκπληρώσει τη φιλοδοξία του. Η περίοδος που ήταν στρατιώτης ήταν από τις πιο ευτυχισμένες της ζωής του. Πολεμούσε τους εθνικιστές στη Νότια Κίνα όταν, την 1η Οκτωβρίου 1949, ο πρόεδρος Μάο στάθηκε στην Πύλη της Επουράνιας Γαλήνης- στην Τιανανμέν – στο νότιο άκρο της Απαγορευμένης Πόλης για να ανακηρύξει επισήμως την κομμουνιστική κυριαρχία. Αργότερα ο Τζία ανέλαβε μια στρατιωτική ακαδημία αλλά σύντομα μετακινήθηκε μαζί με τον διοικητή του στο αντίστοιχο εκείνης της εποχής του υπουργείου Σχεδιασμού. Από εκεί τον μετακίνησαν στην αεροναυτική. Η Πολιτιστική Επανάσταση που εισήγαγε ο Μάο το 1966 τον βρήκε στη θέση του γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος και έπεσε θύμα των εκκαθαρίσεων.

Συνεχίζει ως σήμερα να απολαμβάνει να διηγείται ιστορίες από τις μάχες και ύστερα από τρεις ώρες που μιλάει και γελάει δεν δείχνει να έχει κουραστεί. «Ας βγούμε έξω για φαγητό. Σε καλώ εγώ. Δεν έχω γνωρίσει άλλη ξένη γυναίκα στη ζωή μου. Δεν θα δεχτώ αντιρρήσεις» . Και δεν δέχτηκε. Μιλήσαμε για τη Βρετανία και τις μάχες τρώγοντας ντάμπλινγκς. Και μετά πήγε σπίτι του, γέρνοντας ελαφρώς στο μπαστούνι του.

© Τhe Τimes, 2009

Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk