Το «μυθιστόρημα» της ακτιβίστριας μητέρας του Μπαράκ Ομπάμα

Η Αν Ντάνχαμ είναι πολύ περισσότερα από μητέρα του 44ου προέδρου των ΗΠΑ. Ήταν ακτιβίστρια, κυνηγός της περιπέτειας, υποστηρικτής της παραδοσιακής τέχνης και του πολιτισμού, δασκάλα και λειτουργός ανάπτυξης

Ο σκιώδης μαριονετίστας τινάζει ελαφρά τον καρπό του καθώς χτυπάει ένα κοντό ραβδάκι πάνω σε ένα ξύλινο κουτί και ξεκινάει έναν δραματικό πρόλογο για την ιστορία της Κούντι, μίας μητέρας που μάχεται κατά της κοινωνικής αδικίας. Είναι στο Πουκούνγκ, ένα απομακρυσμένο χωριό της Ινδονησίας, όπου κατασκευάζονται οι περίφημες δερμάτινες μαριονέτες. Ο χαρακτήρας έχει πυκνά μαύρα μαλλιά. Η Αν Ντάνχαμ ήταν διάσημη για τα μαύρα μαλλιά της τα οποία όπως έλεγε τα χρωστάει στο αίμα των Τσερόκι που τρέχει στις φλέβες της. Επίσης η μητέρα του Μπαράκ Ομπάμα έκανε περισσότερα για την κοινωνική δικαιοσύνη στην Ινδονησία από ό,τι αποκαλύπτουν οι αφηγήσεις του υιού της. «Τα καλύτερα στοιχεία του χαρακτήρα μου, τα οφείλω σε εκείνη», παραδέχεται ο 44ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών στο βιβλίο του «Όνειρα από τον πατέρα μου». Αλλά η Ντάνχαμ είναι πολύ περισσότερα από μία απλή υποσημείωση στην μοναδική του ιστορία.

Στην εισαγωγή ο κ. Ομπάμα γράφει: «Ταξίδεψε σε ολόκληρο τον κόσμο, εργάστηκε σε απομακρυσμένα χωριά, βοήθησε γυναίκες να αγοράσουν μία ραπτομηχανή ή μία αγελάδα ή να λάβουν εκπαίδευση που θα μπορούσε να τους ανοίξει τον δρόμο στην παγκόσμια οικονομία». Αλλά υπογράμμισε μία μάλλον ανάλαφρη, χίπικη πλευρά της μητέρας του: «Συγκέντρωνε φίλους, έκανε μεγάλες βόλτες, χάζευε το φεγγάρι και εξερευνούσε τις τοπικές αγορές ψάχνοντας για μικροπράγματα, όπως ένα μαντήλι ή μία σμιλεμένη πετρούλα, κάτι που θα την έκανε να γελάσει ή θα ευχαριστούσε το μάτι». Αυτό που ο κ. Ομπάμα αμελεί να αναφέρει στην ιστορία του, είναι οι λεπτομέρειες της οικονομικής ανθρωπολόγου Αν Ντάνχαμ, η οποία επί 30 χρόνια μελετούσε την αγροτική επιχειρηματικότητα στην Ινδονησία. Ως υπεύθυνη ανάπτυξης ανέλαβε εργασίες με το Ίδρυμα Φορντ, την Αμερικανική Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης και την Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης, επεκτείνοντας το σύστημα μικροδανεισμού στον φτωχό αγροτικό πληθυσμό.

Η κληρονομιά της Ντάνχαμ ως ακαδημαϊκού και μητέρας της οποίας οι επιρροές διαμόρφωσαν το μέλλον του υιού της θα γίνει επιτέλους γνωστή στα τέλη του έτους όταν η διδακτορική της διατριβή, που για να ολοκληρωθεί χρειάστηκαν 14 χρόνια, θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις του πανεπιστημίου Duke. Η παραγωγή μίας ταινίας για τη ζωή της θα ξεκινήσει τον επόμενο χρόνο. «Ήθελε να γνωρίζει γιατί οι άνθρωποι κάνουν πράγματα και πώς κάνουν ό,τι κάνουν – εφαρμοσμένη ανθρωπολογία», είπε η Άλις Ντιούι, η υπεύθυνη του διδακτορικού της Ντάνχαμ. «Ήταν το πιο σκληρά εργαζόμενο άτομο που έχω γνωρίσει. Όταν κατέβαινε για πρωινό είχε ήδη εργαστεί τέσσερις ώρες».

Αλλά η Ντάνχαμ ήταν κάτι περισσότερο από ακαδημαϊκός. Στην Ινδονησία υποστήριζε ριζοσπαστικές ομάδες που μάχονταν κατά της στρατιωτικής δικτατορίας. Ήταν ακτιβίστρια, κυνηγός της περιπέτειας, υποστηρικτής της παραδοσιακής τέχνης και του πολιτισμού, δασκάλα και λειτουργός ανάπτυξης. Η Ινδονησία σήμερα είναι «πρωταθλήτρια» στον μικροδανεισμό. «Ήταν πρωτοπόρος», είπε ο Άντι Σασόνο, πρόεδρος του Συμβουλίου Συνεργασίας της Ινδονησίας, ο οποίος παρακολουθούσε τα επιτεύγματά της. «Ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Στα βιβλία και στις ομιλίες του Ομπάμα διακρίνω την ίδια ευαισθησία, το ίδιο ενδιαφέρον για τους κοινούς ανθρώπους και τη δικαιοσύνη».

Η Ντάνχαμ γεννήθηκε στο Κάνσας το 1942 και ονομάστηκε Στάνλεϊ Αν επειδή ο πατέρας της ήθελε να κάνει αγόρι. Η οικογένεια μετακόμισε στη Χαβάη όπου η Ντάνχαμ γνώρισε τον πρώτο της σύζυγο, τον Μπαράκ Ομπάμα τον πρεσβύτερο, στο πανεπιστήμιο. Όταν ο σύντομος γάμος τους έληξε, η Ντάνχαμ επέστρεψε στο πανεπιστήμιο για να πάρει το πτυχίο της στην ανθρωπολογία και γνώρισε τον Λόλο Σοετόρο, έναν ινδονήσιο φοιτητή που αργότερα θα γινόταν ο δεύτερος σύζυγός της. Η νεαρή μητέρα, 24 ετών, και ο εξάχρονος υιός της Μπαράκ, πήγαν στην Ινδονησία να βρουν τον Σοετόρο σε μία δύσκολη περίοδο. Το μουσουλμανικό έθνος βρισκόταν σε αναταραχή μετά από ένα αιματηρό πραξικόπημα το 1965 που έφερε τον στρατηγό Σουχάρτο στην εξουσία. Αλλά η Ντάνχαμ ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές της και η Ινδονησία με την πληθώρα νησιών και διαλέκτων είναι ο παράδεισος του κοινωνικού ανθρωπολόγου. Σύμφωνα με φίλους, η Ντάνχαμ μιλούσε άπταιστα ινδονησιακά (Μπαχάσα). Ήταν ερασιτέχνης υφάντρα και τη συνέπαιρναν τα υφάσματα.

Όπως και η Ντάνχαμ, η Κάι Ικραναγκάρα ήταν αμερικανή ανθρωπολόγος παντρεμένη με Ινδονήσιο. «Είχε υψηλά ιδανικά για τον Μπαράκ», θυμάται. «Έλεγε ότι όποιος δεν εργαζόταν σκληρά δεν του άξιζε να προχωρήσει. Είχε παραδοσιακές αξίες, όπως η ειλικρίνεια και μ 65 ισούσε την υποκρισία». Οι ήρωες της Ντάνχαμ ήταν ο Γκάντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ήταν ειρηνίστρια και πίστευε στην φυλετική ισότητα. Αλλά δεν περίμενε ότι ο υιός της θα αντιμετώπιζε τόσα προβλήματα στο σχολείο του στη Χαβάη, προσέθεσε η κυρία Ικραναγκάρα. «Ίσως δεν ήταν αρκετά ενημερωμένη για αυτό. Είχαμε την πεποίθηση ότι δεν πρέπει να υπάρχουν φυλετικές διαφορές, έτσι αυτό μας καθιστούσε τυφλούς στα προβλήματα που μπορεί να αντιμετώπιζε κάποιος σε αυτή τη θέση». Στο αίθριο της κατοικίας της Ντάνχαμ στη Τζακάρτα, η Τζούλια Σουριακουσούμα δείχνει τα γλυπτά και τα γήινα χρώματα και λέει ότι είναι «ένα σπίτι πολύ Αν». Η κυρία Σουριακουσούμα ήταν μία από τις πιο στενές φίλες της Ντάνχαμ και λέει ότι ανήκε στη «Νέα Εποχή» – ενδιαφερόταν για την πνευματικότητα αλλά ήταν και «πολύ, πολύ πειθαρχημένη»: «Η Αν ήταν ρεαλιστική ιδεαλίστρια», είπε χαρακτηριστικά η κυρία Σουριακουσούμα. Η Ντάνχαμ πήρε διαζύγιο από τον Σοετόρο το 1980. «Μετά το διαζύγιό της, ήταν μία ελεύθερη γυναίκα και το εξέφρασε όπως το εκφράζει μία γυναίκα» προσέθεσε η κυρία Σουριακουσούμα. «Τολμούσε να ζήσει».

Με τον Μπαράκ να ζει στη Χαβάη με τους παππούδες του στις αρχές του 1970 και την ετεροθαλή αδελφή του Μάγια με ινδονήσιους συγγενείς, η Ντάνχαμ ήταν ελεύθερη να κυνηγήσει το ακαδημαϊκό της όνειρο. Η διδακτορική της διατριβή με θέμα «Επιβιώνοντας παρά τις αντιξοότητες» είναι ένας ακαδημαϊκός αλλά ζωηρός απολογισμός της ζωής και των δομών του χωριού καθώς και των αρχαίων τελετουργιών, του σαμανισμού, των εργασιών με βάση το φύλο και του εμπορίου προϊόντων σιδηρουργίας. Το χωριό που μελέτησε η Ντάνχαμ είναι το Καζάρ, στους πρόποδες ενός βουνού μερικά χιλιόμετρα μακριά από τη Γιογκιακάρτα, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ινδονησίας. Έμενε μαζί με τη Μάγκι Νορομπανγκούν. Η Αν ήταν εύκολος χαρακτήρας και «πάντα πρόσχαρη, ποτέ δεν παραπονιόταν», θυμάται. Έφευγε νωρίς με τη μηχανή της και επέστρεφε αργά. Δεν μιλούσε ποτέ για τα παιδιά της, είπε η κυρία Νορομπανγκούν, «αλλά ήξερα ότι της έλειπαν. Με ρωτούσε συχνά για τα δικά μου παιδιά».

Έχει ειπωθεί ότι ο νεαρός Μπαράκ Ομπάμα απεχθανόταν το γεγονός ότι ζούσε χωριστά από τη μητέρα του, όσο εκείνη εργαζόταν στο εξωτερικό. Σε μία συνέντευξή του τον περασμένο χρόνο δήλωσε ότι χαρακτηριζόταν από μία «αναμφίβολη απερισκεψία». Όποια και να είναι η αλήθεια, ο πρόεδρος τον Νοέμβριο θα επισκεφθεί την Ινδονησία, όπου ήδη επικρατεί ενθουσιασμός. Αλλά μία φίλη της Ντάνχαμ, η ανθρωπολόγος Γιανγκ Σουάν, αρνείται να διαβάσει την αυτοβιογραφία του. Λέει ότι δεν μπορεί να ξεχάσει όταν ο κ. Ομπάμα, τότε φοιτητής νομικής, έγινε αρχισυντάκτης στο περιοδικό «Harvard Law Review». Η μητέρα του διάβασε ένα άρθρο στο περιοδικό «Time». «Ξέρεις Σουάν, απλά λένε ότι «η μητέρα είναι ανθρωπολόγος». Απλά αυτό, απλά μία πρόταση», είπε. Η Σουάν επανέλαβε την πρόταση αγανακτισμένη.

Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk