Οι αγορές δεν ξεχνούν τη Lehman

Σαν χθες πριν από έναν χρόνο οι φόβοι των επενδυτών για τα «φονικά» προβλήματα της Lehman Βrothers επιβεβαιώθηκαν, προκαλώντας θυελλώδη αναταραχή στις χρηματιστηριακές αγορές όλου του κόσμου. Οι κολοσσιαίες ζημιές που ανακοίνωσε η αμερικανική επενδυτική τράπεζα στις 10 Σεπτεμβρίου 2008 και κυρίως η παραδοχή του διευθύνοντος συμβούλου Ντικ Φουλντ ότι απέτυχε να βρει άμεσο χρηματοδότη πυροδότησαν ένα άνευ προηγουμένου σορτάρισμα της μετοχής της. Μέσα σε δύο ημέρες η μετοχή της Lehman είχε χάσει σχεδόν το 50% της αξίας της, για να μηδενιστεί σχεδόν στις επόμενες τρεις δραματικές ημέρες και έτσι να οδηγήσει σε πτώχευση τη Lehman.

Σαν χθες πριν από έναν χρόνο οι φόβοι των επενδυτών για τα «φονικά» προβλήματα της Lehman Βrothers επιβεβαιώθηκαν, προκαλώντας θυελλώδη αναταραχή στις χρηματιστηριακές αγορές όλου του κόσμου. Οι κολοσσιαίες ζημιές που ανακοίνωσε η αμερικανική επενδυτική τράπεζα στις 10 Σεπτεμβρίου 2008 και κυρίως η παραδοχή του διευθύνοντος συμβούλου Ντικ Φουλντ ότι απέτυχε να βρει άμεσο χρηματοδότη πυροδότησαν ένα άνευ προηγουμένου σορτάρισμα της μετοχής της. Μέσα σε δύο ημέρες η μετοχή της Lehman είχε χάσει σχεδόν το 50% της αξίας της, για να μηδενιστεί σχεδόν στις επόμενες τρεις δραματικές ημέρες και έτσι να οδηγήσει σε πτώχευση τη Lehman.

Ωστόσο η ζημιά δεν ήταν που έσβησε από τον επενδυτικό κόσμο η τέταρτη μεγαλύτερη τράπεζα της Wall Street, αλλά οι καταστρεπτικές συνέπειες από τη μεγαλύτερη επιχειρηματική χρεοκοπία στις ΗΠΑ. Από την ημέρα εκείνη οι οικονομίες, ο τραπεζικός τομέας και οι αγορές σε όλον τον κόσμο άρχισαν να βυθίζονται. Ηδη παρέπαιαν καθώς η χρηματοπιστωτική κρίση είχε αρχίσει πριν από έναν χρόνο και είχε διαχυθεί στην πραγματική οικονομία. Τέτοιο ήταν το βάθεμα της κρίσης στην παγκόσμια οικονομία που παρά τα δισεκατομμύρια δολάρια ρευστού χρήματος και παρά τον μηδενισμό του κόστους δανεισμού, οι οικονομίες ακόμη δεν έχουν συνέλθει. Σημειωτέον ότι χθες ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Αγγλίας Μέρβιν Κινγκ αποφάσισε όχι μόνο να συνεχίσει το πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης (quantitative easing), αλλά και να διατηρήσει σε μηδενικά επίπεδα τα βασικά επιτόκια δανεισμού στη Βρετανία.

Η χθεσινή απόφαση της βρετανικής κεντρικής τράπεζας επιβεβαιώνει ότι εξακολουθεί να ανησυχεί για την ύφεση στη Βρετανία. Ενώ δεν αναμενόταν καμία μεταβολή στα επίπεδα των επιτοκίων, υπήρξαν προβλέψεις ότι η Τράπεζα της Αγγλίας ενδεχομένως να σταματούσε την πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης μετά τα πρόσφατα ικανοποιητικά στοιχεία της βρετανικής οικονομίας. Σημειωτέον ότι η Τράπεζα της Αγγλίας ξεκίνησε από τον περασμένο Μάρτιο να διοχετεύει ρευστότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Βρετανίας με στόχο την ταχύτερη ανάδυση από τη βαθιά ύφεση της βρετανικής οικονομίας και κυρίως την αποτροπή του αποπληθωρισμού. Επίσης από τον περασμένο Μάρτιο τα βρετανικά επιτόκια βρίσκονται στο 0,5%, επίπεδα που είναι τα χαμηλότερα από την ίδρυση της κεντρικής τράπεζας το 1694.

Το χρηματιστήριο του Λονδίνου όμως έκλεισε με πτώση 0,33%. Αντίθετα το χρηματιστήριο της Φραγκφούρτης έκλεισε με άνοδο 0,37%, ενώ το Παρίσι έμεινε στα ίδια επίπεδα. Η Wall Street κατέγραφε κέρδη γύρω στο 0,50% περίπου δύο ώρες πριν από το κλείσιμο των συναλλαγών, λόγω των ενθαρρυντικών στοιχείων από την αγορά εργασίας. Ωστόσο το δολάριο δεν κατάφερε να ηρεμήσει μετά και τα χθεσινά στοιχεία, τα οποία έδειξαν νέα επιδείνωση του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ. Η διαφορά ήταν 16% μεταξύ των εξαγωγών και εισαγωγών στις ΗΠΑ- επιδείνωση για τρίτη φορά τους τελευταίους οκτώ μήνες και η μεγαλύτερη της τελευταίας δεκαετίας.

Σύμφωνα με τα χθεσινά στοιχεία του υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ, το χάσμα μεταξύ των προϊόντων και των υπηρεσιών που πουλάει η Αμερική στον υπόλοιπο κόσμο και αυτών που αγοράζει από τις ξένες αγορές διευρύνθηκε για τρίτο κατά σειρά μήνα στα 32 δισ. δολάρια τον Ιούλιο από 27,5 δισ. δολάρια τον Ιούνιο. Οι ΗΠΑ εισήγαγαν προϊόντα και υπηρεσίες αξίας 159,6 δισ. δολαρίων τον Ιούλιο, με συνέπεια οι μηνιαίες εισαγωγές να είναι μεγαλύτερες κατά 2,2 δισ. δολάρια. Επίσης υπήρξε νέα επιδείνωση του διμερούς εμπορικού ελλείμματος ΗΠΑ- Κίνας. Το πολιτικά επίμαχο αυτό έλλειμμα αυξήθηκε στα 20,4 δισ. δολάρια από 18,4 δισ. δολάρια.

Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk