Ενας Ηπειρώτης επιστρέφει στη γενέτειρά του

Εγκαινιάζεται τη Δευτέρα στο Ελληνικό των Κατσανοχωρίων από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Κ. Παπούλια το Μουσείο του γλύπτη Θεόδωρου Παπαγιάννη

Oι Ηπειρώτες φεύγουν από τον τόπο τους για να επιστρέψουν ξανά σε αυτόν και μάλιστα φέρνοντας ακριβά δώρα. Αυτός είναι ο κανόνας και ο διακεκριμένος γλύπτης, καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, Θεόδωρος Παπαγιάννης είναι πολύ αντιπροσωπευτικός Ηπειρώτης. Εφυγε από το Ελληνικό των Κατσανοχωρίων και, αφού περιπλανήθηκε στον λαβύρινθο της τέχνης, πέτυχε τους στόχους του και τώρα επιστρέφει στη σκιά του επιβλητικού Τζουμέρκου, φέρνοντας ως δώρο στους συγχωριανούς του τα γλυπτά του, όλα αυτά που κατάφερε να αρπάξει από το κέντρο και τις γωνιές του λαβυρίνθου. Το μουσείο που θα τα στεγάσει έχει προγραμματιστεί να το εγκαινιάσει την ερχόμενη Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κάρολος Παπούλιας.

Ουσιαστικά η Ηπειρος δεν έφυγε ποτέ μέσα από το είναι του Θεόδωρου Παπαγιάννη. Τέτοιοι δύσκολοι γενέθλιοι τόποι είναι πάντα γενναιόδωροι. Λες και θέλουν να αντισταθμίσουν τους πόρους ζωής που δεν έχουν με την πληθώρα των ισχυρών συναισθημάτων που εφοδιάζουν τα παιδιά τους για το ταξίδι της περιπλάνησης και της επιστροφής. Και εκείνα μιλάνε πάντα με τρυφερότητα για τον τόπο τους, για την ιστορία του, για τον πολιτισμό του. Γι΄ αυτό τούτο το μουσείο μπορεί να είναι μοναδικό. Ο ίδιος ο δημιουργός του γράφει: «Είναι μοναδικό, γιατί μιλάει για το ψωμί, για τον ευεργέτη, τον ξενιτεμένο,τον πνευματικό άνθρωπο,τον ηπειρώτη μάστορα,τον βοσκό, τον γεωργό, την πολύπαθη ηπειρώτισσα μάνα και,τέλος,για τη μάθηση».

Η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης κυρία Μαρίνα ΛαμπράκηΠλάκα γράφει: «Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης κατάγεται από την Ηπειρο,από μια περιοχή που με την τραχιά της διαμόρφωση, τους γλυπτικούς ορεινούς όγκους της και την πέτρινη αρχιτεκτονική τηςαφυπνίζει την ενδιάθετη καλλιτεχνική ροπή και υπαγορεύει την αυστηρότητα και τον σεβασμό στη χρήση των υλικών». Ο ακαδημαϊκός κ. Χρύσανθος Χρήστου συμπληρώνει την ανάλυση της αρχικής ουσίας του γλύπτη: «Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης είναι αναμφίβολα μια από τις σημαντικές και χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες της νεοελληνικής γλυπτικής.Πρόκειται για έναν γεννημένο γλύπτη, που κατορθώνει να μετατρέπει τα οράματά του,όπως και τα βιώματα και τις συναντήσεις τουμε τον κόσμο και τη ζωή, σε μορφές και πρόσωπα με καθολικές προεκτάσεις».

Στο έργο του Θεόδωρου Παπαγιάννη τα απλά, καθημερινά, οικεία πράγματα παίζουν εξαιρετικό ρόλο. Το ψωμί- το οποίο έχουν αναλάβει εργολαβικά να μας το ετοιμάζουν φουρνάρηδες από την Ηπειρο, ίσως γιατί τόσο δύσκολα το έβγαζαν στον τόπο τους-, ο Βολόσουρας με τον οποίο ήδη από την εποχή του Ομήρου αλώνιζαν το σιτάρι, το σκιάχτρο που έδιωχνε τα πουλιά που επιβουλεύονταν το σιτάρι, η γάστρα για το φαγητό, το βαρίδι που χρησιμοποιούσαν οι ηπειρώτες μαστόροι της πέτρας, η πλάκα και το κοντύλι, το σάλι της μητέρας μέσα στο οποίο είχε τυλιγμένη τη νέα ζωή, το μωρό της. Ολα αυτά δεν κέντρισαν την ευαισθησία μόνο του δημιουργού, αλλά σαν ρεύμα βουνίσιου αέρα ανοίγουν τις πόρτες του έργου του για να μπουν και οι θεατές μέσα σε αυτό. Σκοπίμως ο γλύπτης έχει προνοήσει θέση γι΄ αυτούς. Ετσι λειτουργεί το έργο του, έτσι φιλοδοξεί να προκόψει και το μουσείο. «Μπορεί το πείραμα να κρύβει και απογοήτευση» λέει. «Ενα μουσείο σύγχρονης τέχνης σε ένα χωριόδεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα. Αν λειτουργήσει, θα είναι γιατί αγγίζει τις κοινές εμπειρίες,με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να το δουν ως δική τους υπόθεση. Εγώ δίνω αφορμές στον θεατή να πιαστεί, αναγνωρίσιμα υλικά,από αυτά που έγιναν από τα χέρια τους. Τα θεωρώ ιερά πράγματα και σαν τέτοια ήθελα να πέσουν μέσα στον χώρο και να τον καθαγιάσουν».

Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης δεν έζησε μόνο με τρυφερές μνήμες, αλλά και με φαντάσματα. Σε μια από τις αίθουσες του σχολείου στις οποίες στεγάζεται το μουσείο στέκονται τέσσερις μεγάλες ανθρώπινες φιγούρες. «Φιγούρες-φαντάσματα» όπως τις χαρακτηρίζει ο ίδιος, «κάτι σαν τις ψυχές των ευεργετών, ξωτικές, απόμακρες, εξαϋλωμένες, στολισμένες με φορεσιές παράξενες, με κάπες ριχτές, που δηλώνουν πλούτη, καταξίωση, προκοπή». Τα υλικά αυτών των γλυπτών είναι αποκαΐδια του ιστορικού κτιρίου του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, καμένα δοκάρια, μαυρισμένα καρφιά και άλλα φτωχά υλικά. Ανάμεσά τους ένα καντήλι που συμβολικά καίει μπροστά στις ψυχές τους. «Για τις ψυχές αυτών των καταπληκτικών ανθρώπων που στραβογέρασαν στην ξενιτιά, αλλά δεν ξέχασαν τον τόπο τους» και ζούσαν με τον πόθο και τη νοσταλγία του, αλλά και με διάθεση προσφοράς. Οπως ο κάθε Ηπειρώτης. Γιατί άραγε; Ο γλύπτης επιχειρεί να απαντήσει: «Ισως γιατί ο τόπος μας είναι στερημένος πολιτιστικά. Ισως γιατί έχουμε επίγνωση των δυσκολιών και των κακουχιών που ζουν όσοι δεν έφυγαν. Ισως γιατί έχουμε πολύ ζωντανό το παράδειγμα των ευεργετών»

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk