Ο εχθρός της ελευθερίας του Τύπου

Ισως ευθύνεται η απαισιοδοξία που έρχεται μεγαλώνοντας, ίσως και η καθαρή ματιά που αναπτύσσει κανείς με τον χρόνο, αλλά ένιωσα κάποιο μείγμα δισταγμού και σκεπτικισμού όταν το ιταλικό περιοδικό «L΄Εspresso» μου ζήτησε να γράψω μια στήλη για την προάσπιση της ελευθερίας του Τύπου στην Ιταλία. Οταν κάποιος πρέπει να παρέμβει για να υπερασπιστεί την ελευθερία του Τύπου σημαίνει ότι η συγκεκριμένη κοινωνία, και μαζί της το μεγαλύτερο μέρος του Τύπου, ήδη νοσεί. Στις ισχυρές δημοκρατίες δεν υπάρχει καμία ανάγκη υπεράσπισης της ελευθερίας του Τύπου γιατί κανένας δεν διανοείται την περιστολή της.

Ισως ευθύνεται η απαισιοδοξία που έρχεται μεγαλώνοντας, ίσως και η καθαρή ματιά που αναπτύσσει κανείς με τον χρόνο, αλλά ένιωσα κάποιο μείγμα δισταγμού και σκεπτικισμού όταν το ιταλικό περιοδικό «L΄Εspresso» μου ζήτησε να γράψω μια στήλη για την προάσπιση της ελευθερίας του Τύπου στην Ιταλία.

Οταν κάποιος πρέπει να παρέμβει για να υπερασπιστεί την ελευθερία του Τύπου σημαίνει ότι η συγκεκριμένη κοινωνία, και μαζί της το μεγαλύτερο μέρος του Τύπου, ήδη νοσεί. Στις ισχυρές δημοκρατίες δεν υπάρχει καμία ανάγκη υπεράσπισης της ελευθερίας του Τύπου γιατί κανένας δεν διανοείται την περιστολή της.

Αυτός είναι ο πρώτος λόγος, μεταξύ άλλων, για τον σκεπτικισμό μου. Το πρόβλημα της Ιταλίας δεν είναι απλώς ο πρωθυπουργός Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Από τον ρωμαίο πολιτικό Κατιλίνα και έπειτα η χώρα έχει αντέξει τους δικούς της χαρισματικούς, τολμηρούς άνδρες, οι οποίοι δείχνουν ελάχιστη μέριμνα για τις ανάγκες του κράτους καθώς είναι σε μεγάλο βαθμό συντονισμένοι στα δικά τους συμφέροντα.

Συνεπώς, δημιουργούν τα προσωπικά τους δίκτυα εξουσίας, αγνοώντας τη Βουλή, το δικαστικό Σώμα και το Σύνταγμα, μοιράζοντας χάρες στους αυλικούς τους και ενίοτε στις εταίρες τους, συγχέοντας την προσωπική τους ευχαρίστηση με τα συμφέροντα της κοινωνίας.

Αυτοί οι άνδρες δεν καταφέρνουν πάντοτε να αδράξουν την εξουσία στον βαθμό που το επιδιώκουν, επειδή δεν τους το επιτρέπει συνήθως η κοινωνία. Οταν όμως το επιτυγχάνουν, γιατί να κατηγορούμε αυτούς και όχι την κοινωνία που τους το επέτρεψε;

Θυμάμαι πάντοτε μια ιστορία που μου έλεγε η μητέρα μου: στα 20 της χρόνια βρήκε μια δουλειά ως γραμματέας και στενογράφος-δακτυλογράφος ενός μέλους της φιλελεύθερης πτέρυγας της Βουλής- τονίζω το «φιλελεύθερος».

Μία ημέρα αφότου ο ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι ανήλθε στην εξουσία, ο εργοδότης της τής είπε: «Στην κατάσταση που είναι σήμερα η Ιταλία αυτός ο άνδρας ίσως βρει τον τρόπο να φέρει λίγη τάξη». Εκείνη την εποχή, όταν η χώρα ζούσε τις ωδίνες της κρίσης, η στάση του φιλελεύθερου βουλευτή ήταν κάτι σύνηθες. Ο φασισμός δεν εδραιώθηκε μόνο από τον Μουσολίνι, αλλά και από την ανοχή και την ολιγωρία ανθρώπων όπως ο βουλευτής της ιστορίας μας.

Δεν έχει λοιπόν κανένα νόημα να επικεντρώνεται κανείς στον Μπερλουσκόνι, ο οποίος κάνει απλώς τη δουλειά του- τρόπος του λέγειν.

Η πλειονότητα των Ιταλών είναι αυτή που δεν κατάφερε να διαμαρτυρηθεί για τη σύγκρουση συμφερόντων των πολιτικών της, για την

Ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Σίλβιο Μπερλουσκόνι (ΑΡ/ ΒΕRΝΑL RΕVΕRΤ)

παρουσία περιπόλων από «ανησυχούντες πολίτες» στους δρόμους και για την ψήφιση του νόμου Αλφάνο, ο οποίος ουσιαστικά προσφέρει ασυλία στους κατόχους των τεσσάρων ανώτατων πολιτικών αξιωμάτων της χώρας. Και είναι οι ίδιοι οι Ιταλοί εκείνοι που πρώτοι θα αποδέχονταν με σχετική αταραξία- αν ο πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είχε εκφράσει την αντίθεσή του- την περιστολή της ελευθερίας του Τύπου (πειραματικώς, προς το παρόν). Αν η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν είχε κεντρίσει τη δημόσια συνείδηση με κάποια λόγια ενδεδειγμένης μομφής, αυτή η ίδια χώρα θα είχε δεχθεί χωρίς δισταγμό, και πράγματι με κάποια πονηρή συνενοχή, τις φήμες ότι ο Μπερλουσκόνι συναναστρεφόταν με πόρνες. Το τελευταίο πάντως θα ξεχαστεί σύντομα, επειδή οι Ιταλοί, ακόμα και οι πιστοί καθολικοί, κάποιες φορές κάνουν το ίδιο.

Γιατί λοιπόν να αφιερώσω εγώ μια στήλη ή να ξοδέψει μια εφημερίδα μελάνι για αυτά τα ανησυχητικά γεγονότα; Το άρθρο θα το διάβαζαν όσοι είναι ήδη πεπεισμένοι για αυτούς τους κινδύνους για τη δημοκρατία, αλλά οι οποίοι θα ήταν ταυτοχρόνως έτοιμοι να τους αποδεχθούν εφόσον εξακολουθούν να παίρνουν την καθημερινή τους δόση από τα ριάλιτι σόου: οι ίδιοι άνθρωποι, με άλλα λόγια, που βασικά γνωρίζουν ελάχιστα για τα πολιτικοσεξουαλικά σκάνδαλα επειδή ο Μπερλουσκόνι ελέγχει τα περισσότερα ιταλικά τηλεοπτικά κανάλια, τα οποία δεν αναφέρονται καν στις περιπέτειες του πρωθυπουργού.

Γιατί λοιπόν να ενοχλούμαστε; Ο λόγος είναι απλός. Το 1931 το φασιστικό κόμμα ανάγκασε τους ιταλούς καθηγητές πανεπιστημίου, οι οποίοι ανέρχονταν τότε σε 1.200,

να πάρουν όρκο πίστης στο καθεστώς. Μόλις 12 (το 1%) αρνήθηκαν και έχασαν τη δουλειά τους. Κάποιοι λένε ότι ήταν 14, αλλά η διαφωνία απλώς επιβεβαιώνει ότι το επεισόδιο πέρασε σχεδόν απαρατήρητο εκείνη την εποχή, με αποτέλεσμα οι αναμνήσεις να είναι θολές.

Πολλοί άλλοι, με τη συμβουλή του ηγέτη των κομμουνιστών Παλμίρο Τολιάτι ή ενδεχομένως του φιλοσόφου Μπενεντέτο Κρότσε, ορκίστηκαν προκειμένου να συνεχίσουν να διδάσκουν- και πράγματι πολλοί θα γίνονταν αργότερα εξέχοντες αντιφασίστες της μεταπολεμικής περιόδου. Οι 1.188 που απέμειναν έκαναν ίσως το σωστό, για τους δικούς του διαφορετικούς λόγους ο καθένας, που είναι όλοι σεβαστοί. Αλλά οι 12 που αρνήθηκαν έσωσαν την τιμή του πανεπιστημίου τους και οπωσδήποτε της χώρας τους.

Γι΄ αυτόν τον λόγο κάποιες φορές πρέπει να λέμε «όχι», ακόμη και αν είναι μάταιο. Τουλάχιστον κάποια ημέρα ο κόσμος θα ξέρει ότι το είπαμε.

© 2009 Umberto Εco/L΄Εspresso (distributed by Τhe Νew Υork Τimes Syndicate) Ο Ουμπέρτο Εκο είναι συγγραφέας. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι η «Ιστορία της ασχήμιας». Εχει γράψει τα διεθνή μπεστ σέλερ «Μπαουντολίνο», «Το Ονομα του Ρόδου» και «Το Εκκρεμές του Φουκώ».

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
  • Αναβολές και… private clubs Το τεράστιο ροζ, γεμάτο καθρέφτες, δωμάτιο στη βίλα «Ορτανσία», σκαρφαλωμένη στις ψηλότερες και πλέον θεαματικές οροσειρές της Εκάλης, ήταν... ΣΙΒΥΛΛΑ |
Helios Kiosk