• Αναζήτηση
  • ΕΡΗ ΡΙΤΣΟΥ: «Δεν είχα ποτέ κόμπλεξ ότι ζω κάτω από τη σκιά του πατέρα μου»

    Ενα ποίημα είναι μια σύνθεση. Μια συμφωνία. Μια πολύπλοκη χορογραφία. Ενα χέρι χαράζει σταθερά στην πέτρα μια ζωγραφιά και αυτή γίνεται πολύτιμη γιατί είναι σμιλεμένη. Το μέτρο στην ποίησή του είναι η απόχρωση της φωνής του που κυλάει σαν μελωδία. Δεν είναι εύκολο να ανακαλύψεις μια ήπειρο. Τόση είναι η διάσταση του Γιάννη Ρίτσου. Ανακάλυψα όμως έναν ναό με εικονοστάσιο Αγίων. Τον Γιάννη, τη Φαλίτσα, την Ερη. Ο ποιητής με τα χίλια πρόσωπα. Συνθέτης, μουσικός, χορογράφος, αγιογράφος, ηθοποιός, ζωγράφος.

    Ενα ποίημα είναι μια σύνθεση. Μια συμφωνία. Μια πολύπλοκη χορογραφία. Ενα χέρι χαράζει σταθερά στην πέτρα μια ζωγραφιά και αυτή γίνεται πολύτιμη γιατί είναι σμιλεμένη. Το μέτρο στην ποίησή του είναι η απόχρωση της φωνής του που κυλάει σαν μελωδία. Δεν είναι εύκολο να ανακαλύψεις μια ήπειρο. Τόση είναι η διάσταση του Γιάννη Ρίτσου. Ανακάλυψα όμως έναν ναό με εικονοστάσιο Αγίων. Τον Γιάννη, τη Φαλίτσα, την Ερη.

    Ο ποιητής με τα χίλια πρόσωπα. Συνθέτης, μουσικός, χορογράφος, αγιογράφος, ηθοποιός, ζωγράφος. Ενα βασίλειο τεχνών στο σπίτι του, στον Αγιο Νικόλαο, στα Θυμαράκια. Κόρακα 39. Μπροστά του οι πέτρες και οι ρίζες των δένδρων. Να εκμεταλλεύεται τις γλυπτικές επιφάνειές τους για να αναδεικνύει τις ανθρώπινες μορφές, τα σώματα, τα μυστηριώδη όντα που αυτές του υπέβαλαν. Εργα δικά του κρεμασμένα στους τοίχους και δίπλα στην πόρτα ο αγαπημένος του πίνακας. Το μυώδες κορμί με τις τσακισμένες δυνάμεις, όρθιο στην αγωνία του θανάτου, να ατενίζει ψηλά. Ο Αγιος Σεβαστιανός με την υπογραφή του Γιάννη Τσαρούχη. Ενας άνθρωπος εκλεπτυσμένος. Μια μορφή γαλήνια. Αγάπησε την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, τον κόσμο.

    Μου έλεγε ότι η αλήθεια είναι μία, ενώ εμείς νομίζουμε ότι υπάρχουν πολλές αλήθειες. Επικοινωνούσαμε τακτικά. Σε στιγμές που τα προβλήματα ήταν αξεπέραστα, πάντα μετρούσε η γνώμη του, η συμβουλή του. Πολλά τα ερωτήματα γύρω από τη ζωή και τον άνθρωπο. Η ζωή, μας έλεγε, είναι θείο δώρο και όσα υπομένει κανείς αφήνουν πάντα πίσω τους ένα κέρδος. Οι εξορίες, τα βασανιστήρια, οι κακουχίες υπήρξαν δάσκαλοι, ερεθίσματα, πηγές έμπνευσης, χωρίς τις οποίες η ποίηση δεν θα ήταν αυτό που είναι. Ο ίδιος το ήξερε, γι΄ αυτό και σε έναν βαθμό ευγνωμονούσε τους διώκτες του. Τα υπέμενε όλα γιατί πίστευε σε πανανθρώπινες αξίες, σε ιδανικά, στην ειρήνη του κόσμου. «Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο…».

    Απορούσα για τον όγκο του έργου του. «Εργάζομαι» έλεγε «δέκα ώρες την ημέρα γράφοντας. Ο ποιητής είναι ένας εργάτης του λόγου και η ποίηση είναι διαρκές γίγνεσθαι.Πετάω και πάρα πολλά».

    Γ έννημα της Μονεμβασιάς, από αριστοκρατική οικογένεια, βρήκε στη Σάμο τη γυναίκα του. Τη Γαρυφαλίτσα τη γιατρούδαινα (Γεωργιάδου). Ηταν για αυτόν μια νέα εποχή (1954) η απόφαση του γάμου. Γιατί όλη του η ζωή ήταν αφιερωμένη στα «πιστεύω» του, για τα οποία είχε «διωχτεί», και στην ποίησή του. Τα τοπία της Σάμου, η πλούσια βλάστηση, η θάλασσα, που οι ακρογιαλιές της απετέλεσαν τον καμβά για τις πολύχρωμες πέτρες του, μοιάζουν με της γενέθλιας γης του.

    Αν ο Ρίτσος κέρδισε διακρίσεις και βραβεία για την ποίησή του, στη Φαλίτσα άξιζε η απονομή του μεταλλίου της ανθρωπιάς και της προσφοράς στην ιατρική, που την υπηρέτησε ως λειτούργημα. Αξέχαστα, γλυκά Σαββατοκύριακα στο σπίτι της Ερης, με τη Φαλίτσα να κουβεντιάζουμε για τη ζωή της, τον σεβασμό στην προσωπικότητα του συντρόφου της, να συμβουλεύει για όλα τα θέματα που μας απασχολούσαν. Κάθε λέξη της και ένα χάδι. Κάθε κουβέντα και ένα βάλσαμο στην ψυχή. Ανιδιοτελής, ευσυγκίνητη, γενναιόδωρη, μια αγωνίστρια αφοσιωμένη στον συνάνθρωπο, μέχρι αυτοθυσίας. Η Ερη μού έλεγε ότι ο πατέρας της δεν θα είχε παντρευτεί αν δεν συναντούσε τη Φαλίτσα.

    Τ α φοιτητικά μας χρόνια στο Παρίσι, τότε που γνωριστήκαμε, το ανεξάντλητο χιούμορ της Ερης, πάντα με στοιχεία αυτοσαρκασμού, η ουσιαστική φιλία, που άντεξε και στα δύσκολα, αρκούν για να ξαναφέρουν στη σκέψη μου αναμνήσεις, κουβέντες μας, παλιές συνεντεύξεις και εκείνο το γλυκό χαμόγελο όλης της οικογένειαςακόμη και της μικρής Λητώς, της εγγονής του ποιητή, που έχει ταλέντο στη μουσική και στις καλές τέχνες. Ακόμη και κάποια Σαββατοκύριακα που η Ερη είχε ελεύθερο χρόνο (εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα) για να γράψει τα μυθιστορήματά της και τα παιδικά παραμύθια της αφιέρωνε πάντα ώρες για να θυμηθούμε στιγμές από την εποχή των σπουδών μας, να συζητήσουμε τα ενδιαφέροντά μας. Και εγώ, χωρίς να ξεχνάω τη δημοσιογραφική ιδιότητα, να ρωτάω.

    – Σε θυμάμαι στο Παρίσι πάντα συνεσταλμένη.

    «Νομίζω ότι είναι θέμα ανατροφής. Συνειδητοποίησα πολύ αργά ότι είχα διάσημο μπαμπά. Δεν είχα ποτέ κόμπλεξ ότι ζω κάτω από τη σκιά του. Αλλωστε δεν έζησα και πολύ κοντά του, παρά μόνο όταν τον έστειλαν σε “κατ΄ οίκον περιορισμό” από τη Λέρο στη Σάμο. Τότε πηγαίναμε βόλτες στην παραλία. Συζητούσαμε. Μου ΄λεγε στίχους από το ποίημα που είχε γράψει για μένα: “Το πρωινό άστρο”… “Καλέ Θεούλη, εμείς είμαστε καλά. Κάνε να ΄χουν όλα τα παιδάκια ένα ποταμάκι γάλα, μπόλικα αστεράκια, μπόλικα τραγουδάκια…”. Σε αυτούς τους μοναχικούς μας περιπάτους δεν ήμασταν εντελώς μόνοι. Υπήρχε πάντα το “όργανον της τάξεως”, ασθμαίνον, πάνω στο ποδήλατό του, να παρακολουθεί τις “ύποπτες” κινήσεις μας».

    – Πόση γενναιότητα χρειάζεται για να μη συνθλιβείς κάτω από το βάρος ενός μεγάλου ονόματος;

    «Ο Αραγκόν, μιλώντας για τον Ρίτσο, είχε πει πως πρόκειται για τον μεγαλύτερο ζώντα ποιητή. Μεγαλύτερος ή από τους μεγαλύτερους. Εμένα ως παιδί και ως έφηβη ποτέ δεν με απασχόλησε το θέμα. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Καρλόβασι, κανένας δεν ασχολιόταν με την ποίηση και ούτε κανένας γνώριζε τον Ρίτσο. Ημουν λοιπόν η κόρη της κυρα-Γαρφαλίτσας της γιατρούδαινας και ήμουν ευτυχής γι΄ αυτό. Αργότερα συνειδητοποίησα πόσο ευτυχής ήμουν που δεν είχα ιδέα πόσο σημαντικό ήταν το έργο του πατέρα μου και έτσι μπόρεσα να ζήσω εντελώς φυσιολογικά, χωρίς να αναπτύξω κανένα αίσθημα κατωτερότητας, προσπαθώντας να συγκριθώ με τον πατέρα μου, ή να σταθώ στο ύψος του ή να συνθλιβώ από την προσωπικότητά του».

    – Με πολύ σεβασμό όμως στη διαφύλαξη και στη διάδοση του έργου του (μεταφράστηκε σε 50 γλώσσες) εμπιστεύθηκες το αρχείο στο Μουσείο Μπενάκη.

    «Πραγματικά “τύχη αγαθή”. Θέλησε ο διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη Αγγελος Δεληβορριάς να φιλοξενήσει στο Μουσείο το αρχείο του Ρίτσου. Αυτό για μένα ήταν μεγάλη ευτυχία και ανακούφιση γιατί το αρχείο πλέον φιλοξενείται από έναν καταξιωμένο φορέα και παύει να διατρέχει τον οποιονδήποτε κίνδυνο καταστροφής».

    Στις 11 Νοεμβρίου 1990 ο Γιάννης Ρίτσος πήγε να συναντήσει τον Παλαμά, τον Σικελιανό, τον Κάλβο… Στις 14 Νοεμβρίου, μέσα στην εκκλησία του «Ελκόμενου Χριστού», στο κάστρο της Μονεμβασιάς, προσκυνήσαμε τα χίλια πρόσωπα του ποιητή. Ο ουρανός μαύρισε. Μια δυνατή φουσκοθαλασσιά με κύματα μανιασμένα και γλάρους να πετάνε βουβοί, τρομαγμένοι. Μόνο ένας ακούμπησε πάνω στον ξύλινο σταυρό του. Ηταν η ψυχή του. Ο τάφος του βρίσκεται εκεί, δίπλα στο πατρικό του.

    «Τούτο το σπίτι στοίχειωσε. Με διώχνει. Θέλω να πωέχει παλιώσει πολύ.Τα καρφιά ξεκολλάνε.Τα κάδρα ρίχνονται σαν να βουτάνε στο κενό.Οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα- όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου από την κρεμάστρα στον σκοτεινό διάδρομο».

    Ηταν γαλήνιος. Λες και άκουγα τη φωνή του να απαγγέλλει. Ηταν ένα όνειρο στο βάθος ενός ύπνου με τον οποίο είναι τυλιγμένη η ζωή μας.

    Η ζωή κάθε ανθρώπου είναι ένα αδιαπέραστο μυστικό.

    Η κυρία Εύα Νικολαΐδου είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. «Η ποίησή του ένας κόσμος ολόκληρος»
    Το διεθνές συνέδριο που διοργανώθηκε από το Μουσείο Μπενάκη στην Αθήνα με τίτλο «Γιάννης Ρίτσος- ο ποιητής και ο πολίτης» ήταν μια από αυτές τις μεγαλοφυείς ιδέες του Αγγελου Δελιβορριά που δημιουργούν τη «Μεγάλη Ελλάδα» σε έναν κόσμο που αφανίζεται.

    Το έργο του Γιάννη Ρίτσου διαπιστώθηκε ότι είναι ολοζώντανο και επίκαιρο. Καταχειροκροτήσαμε την ομιλία του ιστορικού, υπαλλήλου του Μουσείου Δημήτρη Αρβανιτάκη – έναν από τους διοργανωτές του συνεδρίου. Ανάμεσα στους προβληματισμούς του για τον ποιητή επεσήμανε δύο σημεία. Ο Γιάννης Ρίτσος ερωτεύθηκε την πραγματικότητα. Η ποίησή του είναι ένας κόσμος ολόκληρος, με μυριάδες λεπτομέρειες. Πίνακες που μέσα τους κοχλάζει η πραγματικότητα με όλες τις ακίδες της… Ο Ρίτσος θυμάται. Δεν θέλει να ξεχάσει το μεγαλείο που είναι η ίδια η ζωή, η υλικότητα και η χαρά του σώματος. Και επιμένει να ονοματίζει την πραγματικότητα γιατί, αντλώντας από τα ίδια τα πράγματα, οι λέξεις αποκτούν τη δική τους ιστορία, τη δική τους μνήμη.

    Πολιτισμός
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk