• Αναζήτηση
  • Το ΚΚΕ, ο Θ. Πάγκαλος και τα ταμπού

    Η συζήτηση που άνοιξε ο κ. Πάγκαλος για τη φυσιογνωμία και τα οικονομικά του ΚΚΕ έδειξε να αιφνιδιάζει πολλούς και να σοκάρει ακόμη περισσότερους. Κανείς, ούτε κάποιος από τους συντρόφους του κ. Πάγκαλου, δεν βγήκε να πάρει θέση. Ουσιαστικά, αυτή η σιωπή είναι χαρακτηριστικό δείγμα της συστολής της πολιτικής σκηνής, που φτάνει στα όρια της φοβίας, όταν πρόκειται για θέματα που αφορούν στον ελληνικό ή στον διεθνή κομμουνισμό. Η συστολή αυτή είναι κατανοητή σε κάποιο βαθμό λόγω ενός ιστορικού προηγούμενου: η ελληνική εκδοχή του επίσημου αντικομμουνισμού, που συγκρότησε η δικτατορία των συνταγματαρχών, ήταν ένα κακό και άβολο παράδειγμα, για να ταυτιστεί κανείς μαζί του.

    Το ΚΚΕ, ο Θ. Πάγκαλος  και τα ταμπού | tovima.gr

    Η συζήτηση που άνοιξε ο κ. Πάγκαλος για τη φυσιογνωμία και τα οικονομικά του ΚΚΕ έδειξε να αιφνιδιάζει πολλούς και να σοκάρει ακόμη περισσότερους. Κανείς, ούτε κάποιος από τους συντρόφους του κ. Πάγκαλου, δεν βγήκε να πάρει θέση. Ουσιαστικά, αυτή η σιωπή είναι χαρακτηριστικό δείγμα της συστολής της πολιτικής σκηνής, που φτάνει στα όρια της φοβίας, όταν πρόκειται για θέματα που αφορούν στον ελληνικό ή στον διεθνή κομμουνισμό.

    Η συστολή αυτή είναι κατανοητή σε κάποιο βαθμό λόγω ενός ιστορικού προηγούμενου: η ελληνική εκδοχή του επίσημου αντικομμουνισμού, που συγκρότησε η δικτατορία των συνταγματαρχών, ήταν ένα κακό και άβολο παράδειγμα, για να ταυτιστεί κανείς μαζί του. Πολύ περισσότερο όμως από αυτό, οι έλληνες κομμουνιστές στη Μεταπολίτευση αξιοποίησαν στο έπακρο τα αρνητικά αισθήματα απέναντι στη δικτατορία προκειμένου να απαξιώσουν οποιονδήποτε εξέφραζε μια αντίθεση απέναντί τους.

    Το ζήτημα της χρηματοδότησης
    Τρία σημεία ανέδειξε η παρέμβαση Πάγκαλου. Το πρώτο αφορά στα δίκτυα χρηματοδότησης των κομμουνιστικών κομμάτων και ειδικότερα του ΚΚΕ. Ας το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή: κανένα ελληνικό πολιτικό κόμμα από τον εμφύλιο πόλεμο μέχρι και το 1974, τουλάχιστον, δεν εξαρτήθηκε πολιτικά και υλικά με τόσο συστηματικό τρόπο από εξωτερικές δυνάμεις όσο το ΚΚΕ. Δεν χρειάζεται να μπουν ανακριτές για να το μάθουμε. Αρκεί να δούμε ιστορικά αρχεία του ΚΚΕ και άλλων κρατών της Ανατολικής Ευρώπης για να διαπιστώσουμε αυτή τη ροή πόρων.

    Αργότερα, κατά τη περίοδο της Μεταπολίτευσης, πολλοί μιλούσαν για τις επιχειρήσεις που είχε το ίδιο το ΚΚΕ και βέβαια κατά τη διάσπαση του 1991 αρκετές από αυτές έγιναν αντικείμενο διεκδίκησης μεταξύ των πρώην συντρόφων. Και εδώ η συζήτηση δεν μπορεί να σταματάει στη νομιμότητα. Το νόμιμο δεν είναι βέβαια πάντοτε και ηθικό. Τα κόμματα χρηματοδοτούνται από τους φόρους του ελληνικού λαού για να είναι εκφραστές του συνόλου των πολιτών. Οι όποιες επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, ακόμη κι αν είναι απολύτως νόμιμες, γεννούν σοβαρές ενστάσεις για τον ρόλο των πολιτικών κομμάτων μέσα σε μια δημοκρατία. Αν τα κόμματα μπορούν να έχουν επιχειρηματικές δραστηριότητες, για ποιον λόγο πρέπει να πληρώνουν οι πολίτες για να χρηματοδοτούνται αυτά;

    Η λογική των άκρων και…
    Το δεύτερο σημείο του προβληματισμού σχετίζεται με την αντιμετώπιση του ΚΚΕ ωσάν να είναι ένα τυπικό κοινοβουλευτικό κόμμα, τη στιγμή που αυτό το ίδιο προτάσσει ως στόχο του τη δικτατορία του προλεταριάτου, τον μονοκομματισμό και οι άμεσες προτάσεις του χαρακτηρίζονται από τη λογική του ανέφικτου, του απομονωτισμού και του εθνο-λαϊκισμού.

    Η επανασταλινοποίηση του ΚΚΕ, τα τελευταία χρόνια, επανέθεσε θέματα που έπρεπε να είχαν απασχολήσει προ καιρού το πολιτικό σύστημα. Στην Ελλάδα, καμιά ουσιαστικά αποδοκιμασία συμβολικού και ιδεολογικού χαρακτήρα απέναντι στον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό δεν υπήρξε. Κανένα ελληνικό πολιτικό κόμμα, για παράδειγμα, δεν υπερψήφισε το μνημόνιο του Συμβουλίου της Ευρώπης που καταδίκασε «την εγκληματική διάσταση των κομμουνιστικών καθεστώτων»! Αναμφίβολα πρόκειται για μιαν ακόμη ελληνική πρωτοτυπία. Είναι χαρακτηριστικό, επίσης, πως ακόμη και πρώην ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ που είχαν την τόλμη να αποχωρήσουν από αυτό σπάνια αναφέρονται στο κομμουνιστικό παρελθόν τους με κάποιο βαθμό σοβαρής αυτοκριτικής σκέψης. Σε κάποιο βαθμό, αυτό, οφείλεται στην ικανότητα του ΚΚΕ να απονομιμοποιεί τους αντιπάλους του. Οφείλεται επίσης στον καιροσκοπισμό των δύο μεγάλων πολιτικών κομμάτων, που ακολουθούν τη λογική: ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου, γεγονός που οδήγησε σε παράδοξες συμμαχίες, με μόνο κριτήριο το εκλογικό όφελος. Ας θυμηθούμε πως όταν όλος ο πλανήτης κλυδωνιζόταν το 1989 από τα γεγονότα της πλατείας Τιανανμέν και την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, στην Ελλάδα οι εγχώριοι φιλελεύθεροι και συντηρητικοί ζούσαν τον πολιτικό τους έρωτα και με τις δύο ταυτόχρονα εκδοχές του ελληνικού κομμουνισμού. Ηταν κι αυτό μια ειρωνεία της Ιστορίας.

    Ομως το ζήτημα παραμένει: οι Δημοκρατίες οφείλουν να είναι σταθερά και όχι επιλεκτικά ευαίσθητες απέναντι σε κάθε είδους άκρο, είτε αυτό είναι της άκρας Δεξιάς είτε της άκρας Αριστεράς. Αυτού του είδους τα ακραία πολιτικά ρεύματα, που καλλιεργούν την εχθρότητα για την ανοιχτή κοινωνία, και επιδιώκουν τη διαμόρφωση μιας κοινωνίας που αισθάνεται διαρκώς πολιορκημένη και απειλούμενη από εξωγενείς δυνάμεις που δήθεν συνωμοτούν εναντίον της (Ευρωπαϊκή Ενωση, ΝΑΤΟ, Αμερικανοί, μετανάστες, εβραίοι κ.ά.), αδυνατούν βέβαια στις μέρες μας να κατακτήσουν την εξουσία με πραξικοπήματα ή εμφυλίους πολέμους όπως άλλοτε. Η ιδεολογική ατζέντα, όμως, του δεξιού ή αριστερού εθνο-λαϊκισμού μπορεί να αποτελέσει απειλή για τη δημοκρατική συνοχή της κοινωνίας μας, για την κοινωνία της δημοκρατικής διαχείρισης των αντιθέσεων, του πλουραλισμού και της ανεκτικότητας, αν κυριαρχήσει και επηρεάσει την ατζέντα των άλλων πολιτικών κομμάτων. Καμιά Δημοκρατία δεν μπορεί να επιβιώσει αν οι δημοκρατικές ιδέες δεν ηγεμονεύουν. Καμιά δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να αναπτυχθεί αν το μίσος ή ο φθόνος για τον άλλον (ντόπιο ή μετανάστη, πλούσιο ή φτωχό κ.ά.) γίνουν κυρίαρχες πολιτικές και ιδεολογικές γραμμές. Η σταθερή αποδοκιμασία εναντίον της θρυμματισμένης κοινωνίας που προωθούν τέτοιου είδους ρεύματα αποτελεί το κοινό νήμα που πρέπει να συνδέει τις δυνάμεις του προοδευτικού πολιτικού φάσματος. Πολύ δε περισσότερο που μια σειρά από ενέργειες, όπως για παράδειγμα η εμπόδιση πραγματοποίησης συνεδρίων για τον κομμουνισμό ή η τρομοκράτηση εκπαιδευτικών που τόλμησαν να μιλήσουν για τον σταλινικό ολοκληρωτισμό, δείχνουν πως τα πράγματα είναι περισσότερο ανησυχητικά από όσο φανταζόμαστε.

    …οι λογικές των συμμαχιών
    Τέλος το τρίτο ζήτημα αφορά στην προοπτική της σχέσης της σύγχρονης ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας με τις διάφορες εκδοχές του ελληνικού κομμουνισμού. Υπό αυτό το πρίσμα, η στάση της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στον ελληνικό κομμουνισμό δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται από λογικές συμμαχίας ή έστω ουδετερότητας. Σε συνθήκες όπου, από τη μια η άκρα Δεξιά επιχειρεί να επιβάλει την ατζέντα της σε θέματα ατομικών ελευθεριών και ενσωμάτωσης των μεταναστών και από την άλλη η άκρα Αριστερά επιχειρεί να συμβάλει στην επικράτηση μιας αντι-δυτικής, αντι-φιλελεύθερης και εθνο-λαϊκιστικής κουλτούρας, η σοσιαλδημοκρατία οφείλει να έχει ταυτόχρονα ανοιχτά τα μέτωπά της απέναντι στα δύο άκρα, που εμποδίζουν την υιοθέτηση των αναγκαίων για τη χώρα εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων. Αν η σοσιαλδημοκρατία αφεθεί στις σειρήνες ενός αριστερόστροφου λαϊκισμού, με στόχο μια χούφτα ψήφους και την έξωθεν καλή μαρτυρία των κομμουνιστών «συντρόφων», κινδυνεύει να συρθεί κάτω από την ιδεολογική ηγεμονία ενός χώρου, που οι μεσσιανικές του απόψεις και ο κρατικισμός του τον έχουν καταδικάσει παγκοσμίως σε μαρασμό.

    Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης διδάσκει Πολιτική Επιστήμη στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

    Γνώμες
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk