Πώς εδραιώθηκαν η «συμμαχική αλληλεγγύη και αλληλοϋποστήριξη»

Από την ιδέα του Τσόρτσιλ στους εκβιασμούς των ΗΠΑ

Ηταν ιδέα του Γουίνστον Τσόρτσιλ – στη διάρκεια του πολέμου ακόμη -, υποστηρίχθηκε από τον τότε αρχηγό του αμερικανικού Γενικού Επιτελείου στρατηγό Τζορτζ Μάρσαλ και προτάθηκε στον πρόεδρο Χάρι Τρούμαν από τον υπουργό Εξωτερικών Τζέιμς Μπερνς η δημιουργία μιας στρατιωτικής συμμαχίας όλων των χωρών οι οποίες, κατά την εκτίμηση του Λευκού Οίκου, «αποτελούσαν στόχο της επεκτατικής πολιτικής» του Στάλιν και της «κομμουνιστικής πλημμυρίδας (…) η οποία απειλεί τη Δύση». Μια …

Ηταν ιδέα του Γουίνστον Τσόρτσιλ – στη διάρκεια του πολέμου ακόμη -, υποστηρίχθηκε από τον τότε αρχηγό του αμερικανικού Γενικού Επιτελείου στρατηγό Τζορτζ Μάρσαλ και προτάθηκε στον πρόεδρο Χάρι Τρούμαν από τον υπουργό Εξωτερικών Τζέιμς Μπερνς η δημιουργία μιας στρατιωτικής συμμαχίας όλων των χωρών οι οποίες, κατά την εκτίμηση του Λευκού Οίκου, «αποτελούσαν στόχο της επεκτατικής πολιτικής» του Στάλιν και της «κομμουνιστικής πλημμυρίδας (…) η οποία απειλεί τη Δύση». Μια βολιδοσκόπηση στο Κογκρέσο έδειξε ότι μόνο έξι γερουσιαστές είχαν επιφυλάξεις και στο Λονδίνο ακόμη και οι Εργατικοί του Κλέμεντ Ατλι δεν θα είχαν αντίρρηση στη «διατήρηση και ενίσχυση της καταξιωμένης στον πόλεμο συμμαχίας». Τον μόνο όρο που έθεταν ήταν η (νέα) συμμαχία «να αποφύγει την κάθε μορφής αντιπαράθεση με τη Μόσχα». Ετσι στις 4 Απριλίου 1949 στην Ουάσιγκτον 12 χώρες (Βέλγιο, Βρετανία, Γαλλία, Δανία, ΗΠΑ, Ισλανδία, Ιταλία, Καναδάς, Λουξεμβούργο, Νορβηγία, Ολλανδία, Πορτογαλία) υπογράφουν ένα κείμενο «συμμαχικής αλληλεγγύης και αλληλοϋποστήριξης» το οποίο θα τις διασφάλιζε από κάθε «εχθρική απειλή», δηλαδή από (ενδεχόμενη) σοβιετική επίθεση.

Δεν είχε μεγάλες δυσκολίες η Ουάσιγκτον να πείσει τις ευρωπαϊκές χώρες, τις πολιτικές ηγεσίες τους αλλά και τους λαούς. Τέσσερα χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου όλες οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης εξαρτώνταν οικονομικά από την Αμερική- το νόμισμα της κάθε χώρας στηριζόταν στο δολάριο, άλλο κατά 60% και άλλο κατά 80% και πλέον (ιταλική λιρέτα). Τα αρχεία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που είναι ανοικτά από καιρό μαρτυρούν ότι η Ουάσιγκτον χρησιμοποίησε κάθε μέσο. Χρήμα (σε Ολλανδία, Ιταλία και Γαλλία), εκβιασμούς (σε Δανία και Νορβηγία), απειλή διακοπής «οικονομικής συνεργασίας» (σε Βέλγιο και Λουξεμβούργο), όπως και άλλα μέσα- λ.χ., «ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες» για επικείμενη προέλαση του Κόκκινου Στρατού προς τη Δυτική Ευρώπη κτλ.- για να εξασφαλίσει τη συμμετοχή των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων στην αντισοβιετική συμμαχία. Στο «Βήμα» εκείνης της εποχής- όπως και σε όλα τα έντυπα της Δυτικής Ευρώπης και στις ΗΠΑ- δημοσιεύονται άρθρα δυτικών στρατιωτικών αναλυτών για «τα σχέδια του Κρεμλίνου» να παρωθήσει τη σοβιετική επικράτεια πότε προς τη Μεσόγειο και πότε προς τη Μάγχη, δημοσιεύονται «αποκαλύψεις» φυγάδων από την Ανατολική Ευρώπη για σοβιετικά οπλοστάσια που δήθεν έχουν εγκατασταθεί ακόμη και στη Βρετανία και διάφορα άλλα «σοβιετικά σχέδια» που τα διαβάζουμε σήμερα και γελάμε. Τότε, όμως, εκείνα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, είχαν μεγάλη απήχηση, επηρέαζαν λαούς και πολιτικούς και εξασφάλιζαν την ευρωπαϊκή συγκατάθεση στην αμερικανοβρετανική στρατιωτική επιχείρηση.

Είχε προσφέρει, άλλωστε, το πρόσχημα η Μόσχα. Η ανατροπή μιας μη κομμουνιστικής κυβέρνησης στην Τσεχοσλοβακία, το τεχνητό κυβερνητικό αδιέξοδο που συντηρούσε ο Στάλιν στην Πολωνία, η αξίωση του Τίτο να καταλάβει τον ιταλικό μυχό της Αδριατικής και η ένταση που πήρε ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα δικαιολογημένα δημιουργούσαν και έτρεφαν κύμα αβεβαιότητας και φήμες για τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Του Συμφώνου της Ατλαντικής Συμμαχίας είχε προηγηθεί (12 Μαρτίου 1947) η εξαγγελία και εφαρμογή του Δόγματος Τρούμαν- μόνο ένας γερουσιαστής είχε αντιταχθεί- με τη μόλις συγκαλυμμένη πρόθεση της Ουάσιγκτον να απαντήσει με τα όπλα σε περίπτωση πραγματικής σοβιετικής ανάμειξης ή επίθεσης στη Δυτική Ευρώπη. Σήμερα γνωρίζουμε από τα σοβιετικά αρχεία ότι τέτοιες προθέσεις δεν καλλιεργούνταν στο Κρεμλίνο επειδή, πέραν των άλλων, δεν υπήρχαν ούτε άνθρωποι ούτε όπλα διαθέσιμα.

Ο μύθος γύρω από την ένταξη της Ελλάδας
Υπάρχει ένας μύθος γύρω από την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ στη δημιουργία του οποίου συνέπραξαν αμερικανοί και έλληνες πολιτικοί και διπλωμάτες και έλαβαν μέρος προεδρικοί σύμβουλοι στην Ουάσιγκτον και στρατιωτικοί στο Πεντάγωνο που προσπάθησαν να εμποδίσουν την ένταξη. Συντηρητικοί και κεντρώοι πολιτικοί στην Αθήνα, όπου η κυβέρνηση Πλαστήρα με αντιπρόεδρο τον Σοφοκλή Βενιζέλο παρέμενε στην εξουσία μόνο με την υποστήριξη της αμερικανικής πρεσβείας, έβλεπαν την ένταξη στο ΝΑΤΟ περισσότερο ως μέσον της πολιτικής επιβίωσής τους και αγωγό οικονομικής υποστήριξης παρά ως «δημοκρατική ασπίδα της ελευθερίας», όπως ονόμασε την Ελλάδα ο Αϊζενχάουερ. Και η διπλωματική γραφειοκρατία μας πίστευε ότι ούσα μέλος της Συμμαχίας αποκτούσε κύρος και πεδίο δράσης στην Ανατολική Μεσόγειο, μη λαμβάνοντας καθόλου υπόψη ότι και η Τουρκία θα έμπαινε στο ΝΑΤΟ ταυτόχρονα με την Ελλάδα, όπως είχαν δεσμευθεί στην Αγκυρα η Βρετανία και οι ΗΠΑ.

Στο Πεντάγωνο, όπως δείχνει η αλληλογραφία τού τότε επιτετραμμένου στην Αθήνα Τσαρλς Γιοστ με την αμερικανική στρατιωτική ηγεσία, υπήρχε απροθυμία να δεχθούν την Ελλάδα στο ΝΑΤΟ με το επιχείρημα ότι η πολιτική κατάσταση ήταν «τουλάχιστον ρευστή» – ενώ δεν είχαν αντίρρηση να δεχθούν την Τουρκία. Χρειάστηκε να μεταβεί στην Ουάσιγκτον ο πρεσβευτής Τζον Πιουριφόι, χρειάστηκε να κάνει (απρόσκλητα) θεαματικό διάβημα ο στρατάρχης Παπάγος- έστειλε επιστολές σε «εν πολέμω συναδέλφους και συν-μαχητάς » βεβαιώνοντας για το αξιόμαχο των δυνάμεων της Ελλάδας όπως «τούτο επεβεβαιώθη και εις την Κορέαν» – για να αποσύρουν οι αμερικανοί στρατιωτικοί τις «τεχνικής φύσεως» αντιρρήσεις τους. Η κυβέρνηση Πλαστήρα- Βενιζέλου πρόσφερε και τις αντικομμουνιστικές περγαμηνές της για να εξασφαλίσει την ένταξη της χώρας και δεν ήταν απλή σύμπτωση ότι ακριβώς τις ημέρες που θα αποφασιζόταν η ένταξή της στο ΝΑΤΟ, στα μέσα Φεβρουαρίου 1952, άρχισε η δίκη των Μπάτση, Αστεριάδη και άλλων 27 κομμουνιστών με προγραμμένη τη θανατική καταδίκη τους. Είναι χαρακτηριστική μια γελοιογραφία του Φώκου Δημητριάδη στο «Βήμα» εκείνων των ημερών: Δύο στρατιώτες με βαρύ οπλισμό, κράνος κτλ., ένας Ελληνας και ένας Τούρκος, από την Κορέα προφανώς, ρωτούν τους φρακοφορεμένους Ευρωπαίους «μπορούμε να μπούμε με αυτά τα ρούχα;».

Τελικά, στη διάσκεψη του Ατλαντικού Συμβουλίου που συνήρχετο στη Λισαβόνα και είχε κεντρικό θέμα την επαναστρατιωτικοποίηση της Δυτικής Γερμανίας οι «12» έκαναν δεκτή την αίτηση της Ελλάδας- και της Τουρκίας- και οι δύο χώρες στις 18 Φεβρουαρίου 1952 υπέγραψαν τα σχετικά πρωτόκολλα, διαφορετικό η καθεμία. Αλλά η οικονομική βοήθεια που ήλπιζε η Αθήνα ήρθε μόνο ως υπόσχεση, κουτσουρεμένη και υπό όρους. «Αμερικανικά κεφάλαια θα επενδυθούν εις την Ελλάδα αν δοθούν θετικαί εγγυήσεις» γράφει «Το Βήμα». Αλλά και αυτή η ελπίδα εξαφανίζεται. «Λίαν αμφίβολον αν θα γίνη δυνατόν να τεθή το ελληνικόν οικονομικόν πρόβλημα εις την Λισαβόνα» συνεχίζει η εφημερίδα. Αντιθέτως, η ελπίδα της κυβέρνησης για «Αξονα Αγκυρας- Αθήνας- Βελιγραδίου- Ρώμης» καταρρέει και «οι Στόλοι Ελλάδος και Τουρκίας (σ.σ.: θα τεθούν) υπό ενιαίαν διοίκησιν εις το Αιγαίον».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk