ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ

Κοινόχρηστοι χώροι και Εκκλησία

Την αφορμή για τη διατύπωση των σκέψεων που ακολουθούν έδωσε πληθώρα δημοσιευμάτων στον Τύπο, τα οποία, προσφάτως, έκαναν επικριτικό λόγο για το γεγονός ότι η Εκκλησία της Ελλάδος, διά των αρμοδίων οργάνων της, δήλωσε στο Κτηματολόγιο πλατείες και άλλους κοινόχρηστους χώρους ως ιδιοκτησία της. Βεβαίως, στην εποχή που διερχόμαστε ίσως τίποτε δεν θα πρέπει να μας κάνει πλέον εντύπωση αφού ο καθένας μπορεί να «γνωμοδοτεί» επί όλων των ζητημάτων, ακόμη και των πιο ειδικών, και οι κάθε είδους φραγμοί έχουν προ πολλού καταπέσει.

Την αφορμή για τη διατύπωση των σκέψεων που ακολουθούν έδωσε πληθώρα δημοσιευμάτων στον Τύπο, τα οποία, προσφάτως, έκαναν επικριτικό λόγο για το γεγονός ότι η Εκκλησία της Ελλάδος, διά των αρμοδίων οργάνων της, δήλωσε στο Κτηματολόγιο πλατείες και άλλους κοινόχρηστους χώρους ως ιδιοκτησία της. Βεβαίως, στην εποχή που διερχόμαστε ίσως τίποτε δεν θα πρέπει να μας κάνει πλέον εντύπωση αφού ο καθένας μπορεί να «γνωμοδοτεί» επί όλων των ζητημάτων, ακόμη και των πιο ειδικών, και οι κάθε είδους φραγμοί έχουν προ πολλού καταπέσει. Και ίσως δεν θα άξιζε κανείς καν να σχολιάσει το ζήτημα…

Κρίνω, εν τούτοις, ότι επιβάλλεται να διατυπωθούν, όσο πιο κατανοητά και πιο επιγραμματικά γίνεται, ορισμένες θέσεις προκειμένου όσοι επιθυμούν να έχουν μία εδραία αφετηρία για να διαμορφώσουν ίδια άποψη.

1. Οπως έχω επανειλημμένως και από τη στήλη αυτή τονίσει, η Εκκλησία είχε ανέκαθεν περιουσιακά στοιχεία. Από την πρώτη στιγμή της ιδρύσεώς της. Το ίδιο συνέβη και με τα μοναστικά καθιδρύματα, όταν αυτά, μερικούς αιώνες αργότερα, άρχισαν να δημιουργούνται και να αναπτύσσονται. Δεν αντιτίθεται στη διδασκαλία της Εκκλησίας η ύπαρξη περιουσίας, αντιθέτως είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση των σκοπών της, κυρίως για την υλοποίηση του φιλανθρωπικού και γενικότερα του κοινωνικού έργου της. 2. Το ελληνικό κράτος έχει ιδρυθεί, ως γνωστόν, μόλις το 1830 και έχει αποκτήσει τη σημερινή του έκταση σταδιακώς ως το 1947. Ολο αυτό το διάστημα, όπως και αιώνες πριν από αυτό, η εδαφική αυτή περιοχή ανήκε εκκλησιαστικώς στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Συνεπώς, η ιδιοκτησία στα περιουσιακά στοιχεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των καθιδρυμάτων της, που αποκτήθηκαν στη διάρκεια όλων αυτών των αιώνων και μετά ταύτα, σύμφωνα άλλωστε και με ρητή διάταξη του Αστικού μας Κώδικα, κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο της εποχής που αποκτήθηκε.

3. Η διένεξη μεταξύ ελληνικού Δημοσίου και Εκκλησίας της Ελλάδος για την εκκλησιαστική περιουσία χρονολογείται από το 1833, όταν η Πολιτεία δήμευσε μεγάλο μέρος της μοναστηριακής περιουσίας με τη διάλυση περίπου των 4/5 των μονών, που υπήρχαν τότε, και την περιέλευση της περιουσίας τους στο Δημόσιο. Παρ΄ ότι έχουν έκτοτε παρέλθει 175 έτη δεν έχει ακόμη ρυθμισθεί το θέμα και οι προσπάθειες που αναλήφθηκαν κατά καιρούς ή δεν τελεσφόρησαν ή ναυάγησαν εν τη γενέσει τους.

4. Η επίλυση του ανοικτού ζητήματος των εκκλησιαστικής και ιδίως της μοναστηριακής περιουσίας δεν προσφέρεται για μεγαλόστομες διακηρύξεις και προεκλογικές εξαγγελίες. Απαιτεί σοβαρές διαβουλεύσεις και εργώδη προετοιμασία, κυρίως δε συναίνεση των μερών. Η έλλειψη της τελευταίας οδήγησε, επί αρχιεπισκοπείας Σεραφείμ, σε φιάσκο την προσπάθεια που ανέλαβε η τότε κυβέρνηση με τον γνωστό «νόμο Τρίτση». Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε στη συνέχεια, τέλη του 1994, την Ελλάδα για προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε δίκαιη δίκη και προστασία στην ιδιοκτησία, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την αναδίπλωση της ελληνικής κυβερνήσεως προκειμένου να αποφύγει την εξοντωτική αποζημίωση, την οποία άλλως θα επέβαλε το Δικαστήριο.

5. Επικρατεί μεγάλη σύγχυση στα δημοσιεύματα του Τύπου και στις συναφείς δηλώσεις, ίσως από άγνοια, ενδεχομένως και από πρόθεση, σχετικά με τη διάκριση των πραγμάτων σε κοινόχρηστα και κοινόκτητα. Ο Αστικός μας Κώδικας ορίζει και η επιστήμη διδάσκει, ότι η ιδιότητα ενός πράγματος ως κοινοχρήστου δεν σημαίνει ότι δεν ανήκει σε κανένα ή ότι είναι ανεπίδεκτο κυριότητας. Βεβαίως, τα κοινόχρηστα κατά κανόνα ανήκουν στο Δημόσιο, ως εκ του τεκμηρίου κυριότητας που καθιδρύει ο Αστικός Κώδικας, μπορούν όμως να ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ακόμη και σε ιδιώτη, όταν αυτό ορίζεται από τον νόμο. Ο νόμος αυτός μπορεί να ισχύει σήμερα ή να ίσχυσε στο παρελθόν. Στην περίπτωση αυτή, όπως ήδη σημειώθηκε, η απόκτηση κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην απόκτησή της.

6. Προφανώς, η ιδιότητα του κοινοχρήστου περιορίζει την κυριότητα του πράγματος με το βάρος που συνιστά η κοινοχρησία, περιστέλλει δηλαδή τις εξουσίες του ιδιοκτήτη. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι καταργεί την ιδιοκτησία. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε προφανή παραβίαση του Συντάγματος αλλά και της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που προστατεύουν ρητώς το δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Αν, επομένως, το Δημόσιο θελήσει να αποκτήσει και την κυριότητα σε συγκεκριμένο κοινόχρηστο πράγμα που ανήκει σε ιδιώτη, έχει ως μόνο τρόπο την αναγκαστική απαλλοτρίωση του πράγματος με την καταβολή, βεβαίως, της πλήρους αποζημιώσεως που προβλέπει το Σύνταγμά μας.

7. Η δήλωση, λοιπόν, στο Κτηματολόγιο και κοινόχρηστων πραγμάτων ιδιοκτησίας της Εκκλησίας είναι όχι μόνο δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση των οργάνων της, τα οποία, ας μη λησμονείται, είναι όργανα Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου. Αλλωστε, η δήλωση στο Κτηματολόγιο διευκολύνει εν τέλει και τη δικαστική διαλεύκανση τυχόν προβληματικών περιπτώσεων και συνεπώς ούτε προκαταλαμβάνει ούτε δημιουργεί τετελεσμένα.

Ο κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk