ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Αγονη γραμμή

Θα πρέπει να είσαι υπερβολικά σίγουρος για τον εαυτό σου για να ονομάσεις μια ταινία «Ο αρσιβαρίστας και ο άγγελος». Οπου ανέφερα αυτόν τον τίτλο γελούσαν. Μα με το χέρι στην καρδιά τώρα, θα προτείνατε ποτέ σε κάποιον να πάει να δει μια ταινία με αυτόν τον τίτλο; Και όπως θα το περίμενε κανείς, ο τίτλος είναι ο καθρέφτης του περιεχομένου. Σε αυτό το ρεσιτάλ αερολογίας και κακής υποκριτικής, σε αυτόν τον καρνάβαλο σοβαροφάνειας, τον ορισμό του ασυνάρτητου μοντάζ, κάτι φαίνεται να τρέχει ανάμεσα στον φύλακα του ηφαιστείου της Νισύρου και σε έναν τύπο που έχει έρθει από την Αθήνα για να γυρίσει εκεί μια ταινία.

Ο Δημήτρης Μπίτος (Αγγελος) και ο Σιδέρης Κοντογιάννης (Αρσιβαρίστας) τσακώνονται χωρίς να ξέρουν τον λόγο, σε σκηνή από την ταινία της Ελένης Αλεξανδράκη

Θα πρέπει να είσαι υπερβολικά σίγουρος για τον εαυτό σου για να ονομάσεις μια ταινία «Ο αρσιβαρίστας και ο άγγελος». Οπου ανέφερα αυτόν τον τίτλο γελούσαν. Μα με το χέρι στην καρδιά τώρα, θα προτείνατε ποτέ σε κάποιον να πάει να δει μια ταινία με αυτόν τον τίτλο;

Και όπως θα το περίμενε κανείς, ο τίτλος είναι ο καθρέφτης του περιεχομένου. Σε αυτό το ρεσιτάλ αερολογίας και κακής υποκριτικής, σε αυτόν τον καρνάβαλο σοβαροφάνειας, τον ορισμό του ασυνάρτητου μοντάζ, κάτι φαίνεται να τρέχει ανάμεσα στον φύλακα του ηφαιστείου της Νισύρου και σε έναν τύπο που έχει έρθει από την Αθήνα για να γυρίσει εκεί μια ταινία. Δεν τα πάνε καλά μεταξύ τους. Τσακώνονται.

Εν τω μεταξύ το φιλμ μεταφέρεται συχνά στο παρελθόν, όπου η Λυδία Κονιόρδου με ευκολία κατορθώνει να μας σπάσει τα νεύρα ενώ προσπαθεί να μιλήσει τέλεια την τοπική διάλεκτο υποδυόμενη μια κυρά που θέλει να παντρέψει την κόρη της. Μα γιατί γίνονται όλ΄ αυτά; Ουδείς γνωρίζει. Και γιατί να τα παρακολουθούμε; Η ίδια απάντηση. Τι απομένει στο τέλος; Ενα καμένο πόδι να βγαίνει από τον κρατήρα του ηφαιστείου. Εικόνα βγαλμένη από τα σωθικά μιας gore ταινίας του Λούτσιο Φούλτσι. Αλλ΄ αντ΄ άλλων. Μερικούς μήνες μετά την παρθενική προβολή της στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ο «Αρσιβαρίστας» καλείται να δοκιμαστεί στις αίθουσες και ως διά μαγείας λείπει περίπου ένα 25λεπτο. Το κόψιμο δεν σώζει τίποτε αλλά τουλάχιστον το μαρτύριο είναι μικρότερο σε διάρκεια. Αναρωτιέμαι όμως: Αν η κυρία Αλεξανδράκη ανέβασε την ταινία στη Θεσσαλονίκη στα 116΄ πεπεισμένη ότι έχει γυρίσει την ταινιάρα της ζωής της, τι μεσολάβησε και την έκοψε στα 91΄; Προφανώς κάποιος θα της είπε ότι το φιλμ δεν βλέπεται και ότι ενδέχεται κάποια άκρη να βρεθεί στη μονταζιέρα. Αμ δε! Χειρότερη είναι. Αλλά και πάλι πώς να εμπιστευθείς τη δεύτερη εκδοχή μιας αφόρητης ταινίας από τη στιγμή που η ίδια η δημιουργός δεν είχε τη στοιχειώδη λογική να καταλάβει από την αρχή τι μπούρδα έχει γυρίσει; Και γιατί να ξαναδώ (που την ξανάδα, δυστυχώς) μια μπούρδα μικρότερης διάρκειας;

Είναι τρομερά εξοργιστικό το ότι κάποιοι ατάλαντοι παίζουν με τα λεφτά του ελληνικού Δημοσίου (συμπαραγωγή Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου αλλά και ΕΡΤ) για να γυρίσουν το στραβό τους και το κοντό τους και γενικώς ό,τι τους κατεβαίνει στο άδειο τους κεφάλι.

gzoump@dolnet.gr

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk