ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Σκανδιναβική αποκάλυψη

«Let the right one in, Let the old dreams die Let the wrong ones go Τhey cannot do what you want them to do » Με αφετηρία το ποίημα του Πολ Μορισέι «Let the right one slip in» («Ασε τον σωστό να τρυπώσει μέσα», απ΄ όπου πάρθηκε το παραπάνω απόσπασμα), το «Ασε το κακό να μπει», εξελίσσεται σε ένα από τα πληρέστερα αλλά και τα πιο μοντέρνα έργα-βαμπίρ της τελευταίας δεκαετίας, συστήνοντάς μας τον Τόμας Αλφρεντσον, έναν ευφυή σκηνοθέτη, ο οποίος αν συνεχίσει κατ΄ αυτόν τον τρόπο θα γίνει κορυφαίο όνομα όχι μόνο του σουηδικού αλλά του παγκόσμιου κινηματογράφου.

«Let the right one in, Let the old dreams die Let the wrong ones go Τhey cannot do what you want them to do »

Με αφετηρία το ποίημα του Πολ Μορισέι «Let the right one slip in» («Ασε τον σωστό να τρυπώσει μέσα», απ΄ όπου πάρθηκε το παραπάνω απόσπασμα), το «Ασε το κακό να μπει», εξελίσσεται σε ένα από τα πληρέστερα αλλά και τα πιο μοντέρνα έργα-βαμπίρ της τελευταίας δεκαετίας, συστήνοντάς μας τον Τόμας Αλφρεντσον, έναν ευφυή σκηνοθέτη, ο οποίος αν συνεχίσει κατ΄ αυτόν τον τρόπο θα γίνει κορυφαίο όνομα όχι μόνο του σουηδικού αλλά του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Για να δούμε: Ο σιωπηλός, μοναχικός και κατάχλωμος Οσκαρ ( Κάρε Χέντεμπραντ ), παιδί χωρισμένων γονιών και περίγελος των συμμαθητών του καθ΄ ότι δέχεται αδιαμαρτύρητα τα βίαια πειράγματά τους, γνωρίζεται με το κορίτσι της διπλανής πόρτας, την εξίσου μοναχική, επίσης κλειστή στον εαυτό της και επίσης κατάχλωμη Ελι ( Λίνα Λεάντερσον ), η οποία κρύβει κάτι το απόκοσμο και τρομαχτικό. Είναι βαμπίρ.

Σε αυτό το πλαίσιο, το φιλμ ανακατεύει τη σκοτεινή, παραμυθένια φαντασία των αδελφών Γκριμ (κυρίως από το «Χένσελ και Γκρέτελ») με τον κοινωνικό προβληματισμό του «Ολιβερ Τουίστ» του Καρόλου Ντίκενς. Μοιάζει με τη σκανδιναβική απάντηση στο «μαύρο» χιούμορ του Ντέιβιντ Λιντς, παράλληλα όμως υιοθετεί το ψυχρόστυλ κινηματογράφησης του Μίχαελ Χάνεκε («Funny games»). Φλερτάρει επιτυχημένα με την ταινία εποχής (η δράση τοποθετείται το 1982, μια κομβική χρονιά για τη σύγχρονη ιστορία της Σουηδίας) αλλά και δεν λησμονεί ποτέ ότι πάνω απ΄ όλα είναι ένα εξαιρετικά ιδιότυπο love story.

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που το «Λυκόφως» της Κάθριν Χάρντουϊκ έγινε ταινία-φαινόμενο στην Αμερική και αλλού, έχοντας αναπαραγάγει με επιτυχία τον θρύλο του βρικόλακα εντάσσοντάς τον στην ποπ αισθητική των καιρών μας.

Μπροστά στο «Ασε το κακό να μπει» όμως, μια ταινία που δικαιολογημένα έχει κάνει καλλιτεχνικό πάταγο όπου και αν προβλήθηκε (μετράει τουλάχιστον 12 βραβεία από ενώσεις κριτικών στην Αμερική), το «Λυκόφως» χωρίς να χάνει την αξία του είναι πια old news. Την ανακάλυψα ανυποψίαστος στο περασμένο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και παρ΄ ότι αρχικώς ένιωσα ενοχλημένος από κάποιες ιδιαίτερα νοσηρές και βάρβαρες σκηνές βίας (που θα μπορούσαν να είναι γυρισμένες έτσι ώστε να υπονοούν), έμεινα έκθαμβος από την εικαστική δύναμη των εμπνευσμένων πλάνων, τη σιγουριά της σκηνοθετικής γεωμετρίας και πάνω απ΄ όλα την ατμόσφαιρα μιας ταινίας που εν τέλει δύσκολα ξεχνιέται.

gzoump@dolnet.gr

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk