ΑΠΩΛΕΙΑ

Παρεξηγημένη και αγαπημένη

Μισή ώρα συνομιλίας με έναν άνθρωπο που γνωρίζεις μόνον από την οθόνη του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, που βλέπεις για πρώτη φορά από κοντά και τον οποίο δεν πρόκειται να ξαναδείς ποτέ, δεν μπορεί φυσικά να σου δώσει πλήρη εικόνα της προσωπικότητάς του. Ακούγοντας όμως ξανά την κασέτα της συνομιλίας με τη Νατάσα Ρίτσαρντσον , τον Φεβρουάριο του 2005, στο Φεστιβάλ του Βερολίνου όπου η προσφάτως αποθανούσα ηθοποιός είχε βρεθεί για την πρεμιέρα της ταινίας του Ντέιβιντ Μακ Κένζι «Αsylum», δεν μπορείς παρά να ανατριχιάσεις.

Μισή ώρα συνομιλίας με έναν άνθρωπο που γνωρίζεις μόνον από την οθόνη του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, που βλέπεις για πρώτη φορά από κοντά και τον οποίο δεν πρόκειται να ξαναδείς ποτέ, δεν μπορεί φυσικά να σου δώσει πλήρη εικόνα της προσωπικότητάς του. Ακούγοντας όμως ξανά την κασέτα της συνομιλίας με τη Νατάσα Ρίτσαρντσον , τον Φεβρουάριο του 2005, στο Φεστιβάλ του Βερολίνου όπου η προσφάτως αποθανούσα ηθοποιός είχε βρεθεί για την πρεμιέρα της ταινίας του Ντέιβιντ Μακ Κένζι «Αsylum», δεν μπορείς παρά να ανατριχιάσεις. Γιατί σου έρχεται σιγά σιγά στη μνήμη η ειλικρίνεια στο πρόσωπό της, όπως και το παράπονο στη φωνή της ενώ μιλούσε για την άδικη αντιμετώπιση που είχε βρει από τον βρετανικό Τύπο στην πατρίδα της, αλλά και για τη βαριά σκιά που υπήρξε για την καριέρα της το όνομα της διάσημης οικογένειάς της.

« Το να είσαι κόρη της Βανέσας Ρεντγκρέιβ και του Τόνι Ρίτσαρντσον και εγγονή του Μάικλ Ρεντγκρέιβ και να θες να γίνεις ηθοποιός έχει τα καλά,αλλά και τα κακά του » είχε πει η Ρίτσαρντσον. Από τη μια πλευρά είχε την τύχη να μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον διαρκούς έμπνευσης. Από πολύ μικρή εκπαιδεύτηκε σε πράγματα για τα οποία άλλοι τρώνε τα χρόνια τους στα θρανία, όπως χαρακτηριστικά μας είχε πει (βρέθηκε, βέβαια, και η ίδια στα θρανία και συγκεκριμένα στη Central School of Speech and Drama του Λονδίνου όπου σπούδασε υποκριτική). Από την άλλη πλευρά όμως, η Ρίτσαρντσον κινούσε το ενδιαφέρον των ΜΜΕ για πράγματα που δεν ήθελε και δεν της άξιζαν. Είχε τις προσδοκίες της αλλά το όνομα της διάσημης οικογένειας και της μητέρας της είχε γίνει ετικέτα της. « Αναρωτιέσαι “πότε θα γίνω ο εαυτός μου;”,“πότε θα μου επιτραπεί να έχω τη δική μου ζωή;”. Και αντιλαμβάνεσαι ότι πρέπει να ψάξεις να βρεις τον δρόμο σου μόνος » είχε πει.

Αν και η Νατάσα Ρίτσαρντσον είχε πει ποια συγκεκριμένη στιγμή ένιωσε να βρίσκει τον δρόμο της, ανέφερε όμως ότι τεράστιο ρόλο σε αυτό έπαιξε η «φυγή» της στη Νέα Υόρκη όπου μετακόμισε το 1995, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα της από ΑΙDS. (Σημειωτέον ότι ο Τόνι Ρίτσαρντσον, ο οποίος είχε εγκαταλείψει τη Βανέσα Ρεντγκρέιβ στα τέλη της δεκαετίας του 1960 για τη Ζαν Μορό, σκηνοθέτησε τη Νατάσα στην «Επέλαση της ελαφριάς ταξιαρχίας» το 1969.) Στη Νέα Υόρκη η Νατάσα ένιωσε επιτέλους να ασχολούνται πρωτίστως με εκείνη και τη δουλειά της και δευτερευόντως με το αν ήταν απόγονος διασήμων. « Στην Αγγλία ό,τι και αν έκανα,ο τίτλος ήταν πάντα “η κόρη της Βανέσας Ρεντγκρέιβ” » είχε τονίσει.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες η Ρίτσαρντσον είδε να έρχονται τα βραβεία και οι διακρίσεις, κυρίως στο θέατρο. Ο κινηματογράφος δεν ήταν στις προτεραιότητές της και πράγματι η μεγαλύτερη επιτυχία της στην Αμερική ήταν η οικογενειακή κωμωδία «Δίδυμοι μπελάδες» (1998) όπου υποδύθηκε τη μαμά της Λίντσεϊ Λόχαν. Μιλούσε όμως με μεγάλο θαυμασμό για τον Σαμ Μέντες που τη σκηνοθέτησε ως Σάλι Μπόουλς στο «Καμπαρέ» στο Μπροντγουέι το 1998- ρόλο για τον οποίο κέρδισε το βραβείο Τοny. Επιτυχίες της στο θέατρο υπήρξαν επίσης το «Closer» (1999) αλλά και το «Λεωφορείον ο πόθος», το 2005. « Οι Αμερικανοί είναι πολύ γενναιόδωροι,αρκεί να έχεις σημειώσει επιτυχία.Αν αποτύχεις, δεν είναι καθόλου! » είχε πει. Σε αυτή τη μισή ώρα είχε μιλήσει σκληρά, όχι όμως απαξιωτικά για τις προτεραιότητες του βρετανικού Τύπου. Για παράδειγμα, της άρεσε που μια θεατρική πρεμιέρα στο Μπροντγουέι μπορούσε να μπει στο πρωτοσέλιδο των «Νew Υork Τimes». Την ίδια ώρα που η είδηση της πρεμιέρας ενός θεατρικού έργου στο West Εnd με την Τζούντι Ντεντς ή τη Μάγκι Σμιθ « βρίσκεται θαμμένη κάπου στο εσωτερικό της οποιασδήποτε βρετανικής εφημερίδας.Και αυτό είναι μάλλον ειρωνικό για μια χώρα με τόσο μεγάλη παράδοση στο θέατρο όπως η Αγγλία ».

Η Ρίτσαρντσον είχε συνεργαστεί με τη μητέρα της. Την πρώτη φορά ήταν 22 ετών, πολύ προκατειλημμένη και πολύ φοβισμένη. « Δεν ήταν εύκολο να παίξεις δίπλα στη μητέρα σου έναν ρόλο τον οποίο είχε ήδη παίξει η ίδια με μεγάλη επιτυχία » είχε πει για τον ρόλο της Νίνας στον «Γλάρο» του Τσέχοφ. Η Ρεντγκρέιβ είχε υποδυθεί τη Νίνα με τεράστια επιτυχία στην ταινία του Σίντνεϊ Λουμέτ, παραγωγής 1968, όταν η Νατάσα ήταν μόλις τριών ετών. Δεκαεννέα χρόνια αργότερα και οι δύο συμπρωταγωνίστησαν στο θέατρο σε σκηνοθεσία του πρώτου συζύγου της, παραγωγού και σκηνοθέτη Ρόμπερτ Φοξ, αδελφού των ηθοποιών Εντουαρντ και Τζέιμς Φοξ (στην παράσταση η Ρεντγκρέιβ υποδύθηκε την Αρκάντινα, την οποία στην ταινία του Λουμέτ είχε υποδυθεί η Σιμόν Σινιορέ ). Η Νατάσα μιλούσε με πάθος για τον αέρα που η μητέρα της εξέπεμπε μπαίνοντας στον χώρο των προβών: « Σκέτος τυφώνας και τόσο γενναία.Πετούσε τις ατάκες της σαν να μην τρέχει τίποτε,την ώρα που εγώ κόμπιαζα… ». Ηταν η καλύτερη δασκάλα που θα μπορούσε ποτέ να έχει τόσο η ίδια όσο και η μικρότερη αδελφή της, η Τζόελι Ρίτσαρντσον.

Την επόμενη φορά που η Νατάσα και η Βανέσα βρέθηκαν μαζί σε δουλειά ήταν πολύ πιο ευχάριστα: στη Σανγκάη για την «Κόμισσα της Σανγκάης» το 2004 σε σκηνοθεσία Τζέιμς Αϊβορι. « Το διασκεδάσαμε γιατί η μητέρα μου έπαιξε τη θεία μου και η θεία μου (η Λιν Ρεντγκρέιβ , αδελφή της Βανέσας) έπαιξε την πεθερά μου.Ημουν μακριά από το σπίτι και την οικογένειά μου,το γύρισμα είχε δυσκολίες,η παραγωγή ήταν πολύ φιλόδοξη και τα χρήματα ελάχιστα.Επρεπε να γελάσουμε για να μη μας πάρει από κάτω.Και αυτό κάναμε » είχε δηλώσει.

Με τον ιρλανδό ηθοποιό Λίαμ Νίσον, τον σύζυγό της, γνωρίστηκε στην Αμερική, την εποχή των γυρισμάτων της ταινίας «Νell»- με πρωταγωνίστρια την Τζόντι Φόστερ. Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Μάικλ και τον Ντάνιελ (σήμερα, 13 και 12 ετών αντιστοίχως). Ηταν πολύ αγαπημένο ζευγάρι, χαμηλών τόνων, που περνούσε τον περισσότερο χρόνο του στο σπίτι. « Στο σπίτι μπορώ να καπνίζω » μας είχε πει χαριτολογώντας.

Η τραγική ειρωνεία είναι ότι το 2000 η Νατάσα είχε σταθεί δίπλα στον σύζυγό της, όταν αυτός οδηγώντας μοτοσικλέτα συγκρούστηκε με ένα ελάφι και λίγο έλειψε να τον αφήσει ανάπηρο. Σε δήλωσή της αργότερα, είχε παραδεχτεί ότι το ατύχημα του Νίσον την έκανε να εκτιμήσει καλύτερα τη ζωή. « Κάθε ημέρα που ξυπνώ νιώθω τυχερή,κάτι που χωρίς αμφιβολία προέρχεται από τον φόβο γιατί ξέρω ότι ανά πάσα στιγμή μπορώ να χάσω τα πάντα » είχε δηλώσει στην «Daily Τelegraph» το 2003.

Η τραγωδία

«Ο Λίαμ Νίσον,οι γιοι και σύσσωμη η οικογένεια της Νατάσας είναι σοκαρισμένοι από τον τραγικό θάνατο της αγαπημένης τους και βαθιά ευγνώμονες για την υποστήριξη,την αγάπη και τις προσευχές όλων.Ζητούν διακριτικότητα αυτή τη δύσκολη στιγμή».Η λιτή ανακοίνωση του εκπροσώπου της οικογενείας της Νατάσας Ρίτσαρντσον ακολούθησε τον θάνατό της την περασμένη Πέμπτη,μετά τον σοβαρό τραυματισμό που υπέστη την περασμένη Δευτέρα ενώ έκανε σκι στο χειμερινό θέρετρο Μont Tremblant του Μόντρεαλ στον Καναδά.Η Ρίτσαρντσον μεταφέρθηκε αρχικώς σε νοσοκομείο του Μόντρεαλ και αργότερα στη Νέα Υόρκη.

Οι συνέπειες του δυστυχήματος δεν διεφάνησαν αμέσως καθώς η ηθοποιός έδειχνε καλά και δεν επιθυμούσε να μεταφερθεί σε νοσοκομείο ή να επισκεφθεί γιατρό.Λίγο αργότερα όμως άρχισε να μην αισθάνεται καλά και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο κοντά στο θέρετρο.Καθώς η κατάστασή της χειροτέρευσε,μεταφέρθηκε τελικά στο Lennox Ηill στη Νέα Υόρκη όπου,όταν χάθηκαν όλες οι ελπίδες για βελτίωση,αποσυνδέθηκε το μηχάνημα υποστήριξης.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk