Το ρομάντζο, η ζωή και ο θάνατος του διαβόητου ζευγαριού σε μια νέα βιογραφία που απομυθοποιεί τη χολιγουντιανή εκδοχή ότι ήταν οι ευφυέστεροι και ικανότεροι εγκληματίες της εποχής

Ποιοι ήταν πραγματικά η Μπόνι και ο Κλάιντ

Κάποια μέρα στον Κάτω Κόσμο θα πάνε μαζί και δίπλα δίπλα θα τους θάψουν, αυτοί που θα κλάψουν δεν θα ΄ναι πολλοί, μα οι αστυνομικοί θα αναγαλλιάσουν. (Από την «Μπαλάντα της Μπόνι και του Κλάιντ» της Μπόνι Πάρκερ) Ολα τα παραμύθια αρχίζουν με τη φράση «μια φορά κι έναν καιρό». Οταν όμως η αλήθεια γίνεται παραμύθι, κάποια στιγμή θα βρεθεί και εκείνος που θα την αφηγηθεί ξανά όπως ακριβώς συνέβη. Ολοι πιστεύαμε ως σήμερα ότι γνωρίζαμε την ιστορία της Μπόνι και του Κλάιντ …

Ποιοι ήταν πραγματικά  η Μπόνι και ο Κλάιντ | tovima.gr

Κάποια μέρα στον Κάτω Κόσμο θα πάνε μαζί και δίπλα δίπλα θα τους θάψουν, αυτοί που θα κλάψουν δεν θα ΄ναι πολλοί, μα οι αστυνομικοί θα αναγαλλιάσουν.

(Από την «Μπαλάντα της Μπόνι και του Κλάιντ» της Μπόνι Πάρκερ) Ολα τα παραμύθια αρχίζουν με τη φράση «μια φορά κι έναν καιρό». Οταν όμως η αλήθεια γίνεται παραμύθι, κάποια στιγμή θα βρεθεί και εκείνος που θα την αφηγηθεί ξανά όπως ακριβώς συνέβη. Ολοι πιστεύαμε ως σήμερα ότι γνωρίζαμε την ιστορία της Μπόνι και του Κλάιντ της Συμμορίας Μπάροου που το 1967 την έκανε πασίγνωστη σε όλο τον κόσμο το Χόλιγουντ με την ταινία του Αρθουρ Πεν, όπου πρωταγωνιστούσαν τα δύο μεγάλα αστέρια της εποχής, η Φέι Νταναγουέι και ο Γουόρεν Μπίτι. Η εικόνα της εκτυφλωτικής ξανθιάς και του ακαταμάχητου γκάνγκστερ που αστράφτει μέσα στο κοστούμι και στο ατσαλάκωτο μπορσαλίνο του παραμένει ανέγγιχτη σχεδόν στη μνήμη όσων είδαν την ταινία. Αλλά η αλήθεια ποτέ δεν είναι τόσο ωραία και ο θάνατος τόσο ρομαντικός. Αυτό θέλησε να αποδείξει ο γνωστός αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος Τζεφ Γκεν με το βιβλίο του « Go Down Τogether» σβήνοντας το παραμύθι που μονταρίστηκε πάνω στο σελιλόιντ και αφηγούμενος αυτά που όντως συνέβησαν.

Η γραπτή αφήγηση πάντοτε βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια γιατί καμιά εικόνα δεν είναι εντελώς όμοια με αυτή που αναπαράγει. Αλλά είναι αν όχι εκπληκτικό τουλάχιστον παράδοξο το ότι λέγοντας την αλήθεια ο Γκεν δημιουργεί έναν άλλον μύθο, τον μύθο του πραγματικού. Επιπλέον μας λέει αφηγηματικά τι ακριβώς συνέβαινε στις αρχές της δεκαετίας του ΄30 στην Αμερική της ποτοαπαγόρευσης και της τρομερής φτώχειας που διαδέχθηκε το κραχ του 1929, περιγράφοντας ταυτοχρόνως το τοπίο μιας «εγκληματικά αθώας», παιδικής και βάρβαρης κοινωνίας.

Η ενέδρα

Η Μπόνι Πάρκερ και ο Κλάιντ Μπάροου σε αχρονολόγητη φωτογραφία

Σε αντίθεση με τις περισσότερες συναρπαστικές ιστορίες αυτή αρχίζει από το τέλος, πριν από 75 χρόνια σε έναν μικρό δρόμο κοντά στο Γκρίσλαντ, μια ασήμαντη πόλη της Λουιζιάνας, όπως ο συγγραφέας την περιγράφει στο 19ο κεφάλαιο: Είναι 22 Μαΐου, 9.15 το πρωί, όταν τέσσερις αστυνομικοί από το Τέξας και δύο από τη Λουιζιάνα καταφέρνουν να παγιδεύσουν το αυτοκίνητο των δύο πιο διάσημων εγκληματιών της εποχής: του Κλάιντ Μπάροου και της Μπόνι Πάρκερ. Η ενέδρα δεν στοχεύει στη σύλληψη αλλά στην εκτέλεσή τους. Οι αστυνομικοί γαζώνουν τη Φορντ του ζευγαριού που δεν πρόλαβε να ανταποδώσει τα πυρά (τα όπλα τους βρίσκονταν στο πορτ μπαγκάζ). Η Φορντ έγινε κόσκινο από τις 187 σφαίρες που έριξαν συνολικά οι αστυνομικοί, με επικεφαλής τον ρέιντζερ Φρανκ Α. Χάμερ. Τα χρόνια των ληστειών, των μικροκλοπών και των δολοφονιών έπαιρναν τέλος, όπως και ο μύθος της ασύλληπτης συμμορίας. Από την ημέρα αυτή και κατόπιν άρχιζε ένας άλλος μύθος που συνέχιζε τον προηγούμενο: του ρομαντικού ζεύγους, των αδίστακτων εγκληματιών, των ικανότατων και πανέξυπνων ληστών. Λίγοι ήξεραν εντούτοις ποιοι ήταν πραγματικά ο Κλάιντ και η Μπόνι, και εξίσου λίγοι όσοι έδωσαν σημασία στο γεγονός πως, όταν σκοτώθηκαν, η μεν Μπόνι ήταν 24, ο δε Κλάιντ 25 ετών.

Ο Τζεφ Γκεν αξιοποίησε όλα τα ως τώρα διαθέσιμα ντοκουμέντα αλλά και όσα του διέθεσαν τα επιζώντα μέλη των οικογενειών της Μπόνι και του Κλάιντ (οι πηγές που παραθέτει καλύπτουν 55 σελίδες του βιβλίου). Από αυτά προκύπτει ότι η θρυλούμενη «υπεροπλία» του διαβόητου ζευγαριού ήταν μύθος. Οτι δεν είχαν μεγαλόπνοα σχέδια, γι΄ αυτό και προτιμούσαν να ληστεύουν μικρές τράπεζες. Οτι ζούσαν μια μίζερη ζωή, ότι έμεναν στο ύπαιθρο και πλένονταν στα ρυάκια, ότι ποτέ δεν είχαν πολλά χρήματα και πως συχνά ήταν αναγκασμένοι να ληστεύουν βενζινάδικα και παντοπωλεία, ακόμη και αυτόματα μηχανήματα που πουλούσαν τσίχλες προκειμένου να εξασφαλίσουν τον επιούσιο. Δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς ότι πολλές φορές διέφυγαν από τις ενέδρες των αστυνομικών τρέχοντας, με τις σφαίρες να σφυρίζουν γύρω τους, είτε γιατί το αυτοκίνητό τους είχε πάθει βλάβη είτε συχνά γιατί έμεναν από βενζίνη. Μια φορά μάλιστα διέφυγαν πάνω σε μουλάρια. Τον μύθο της Μπόνι και του Κλάιντ τον δημιούργησαν οι εφημερίδες της εποχής με τους πηχυαίους τίτλους, τα διάφορα έντυπα της δεκάρας που πουλούσαν ιστορίες με διαβόητους και ρομαντικούς εγκληματίες και οι φωτογραφίες που έστελναν τα πρακτορεία στον Τύπο όπου παρουσίαζαν τη μικροσκοπική Μπόνι να καπνίζει πούρο. Γι΄ αυτό η Μπόνι έμοιαζε να ανησυχεί περισσότερο για τη δημόσια εικόνα της από όσο για τις δολοφονίες με τις οποίες βαρύνονταν η συμμορία που στα δύο χρόνια της δράσης της σκότωσε έντεκα ανθρώπους, ανάμεσα στους οποίους εννέα αστυνομικούς. Μολονότι η δράση τους χρονολογείται από το 1930, τον πρώτο αστυνομικό τον σκότωσαν το 1932. Ηταν ένας βοηθός σερίφη σε κάποια πόλη της Οκλαχόμα, όπου τους συνέλαβαν να πίνουν αλκοολούχα ποτά παράνομα (ήταν η εποχή της ποτοαπαγόρευσης).

Και φεστιβάλ

Η Φέι Νταναγουέι και ο Γουόρεν Μπίτι ως Μπόνι και Κλάιντ στην ομώνυμη ταινία του Αρθουρ Πεν

Μετά την εκτέλεση του ζευγαριού αυτοί που φύλαγαν τα σώματα της Μπόνι και του Κλάιντ επέτρεψαν σε διάφορους να κόψουν κομμάτια από τα ματωμένα μαλλιά της Μπόνι καθώς και από τα ρούχα της και να τα πουλήσουν σαν σουβενίρ. Αλλοι προσπαθούσαν να αποκτήσουν κάλυκες από σφαίρες που έπεσαν, κομμάτια από τα θρυμματισμένα τζάμια του αυτοκινήτου, ακόμη και κομμάτια από τα μέλη τους (ένα αφτί, ένα δάχτυλο). Σε ανάμνηση της ενέδρας και του θανάτου των ρομαντικών εραστών στο Γκίνσλαντ της Λουιζιάνας κάθε χρόνο λαμβάνει χώρα ένα Φεστιβάλ Μπόνι και Κλάιντ όπου το απίστευτο κιτς επιβεβαιώνει ότι 75 χρόνια μετά τον θάνατο της Μπόνι, εκείνης της πάμπτωχης Ιουλιέτας του Νότου, και του Κλάιντ, του οργίλου Ρωμαίου των παραγκουπόλεων της μεσοπολεμικής Αμερικής, ο μύθος τους παραμένει ζωντανός.

Από τη φτώχεια στην παρανομία
Η ΜΠΟΝΙ ΠΑΡΚΕΡ,το δεύτερο από τα τρία παιδιά του Τσαρλς και της Κράουζε Πάρκερ,γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου 1910 στην πόλη Ροουένα του Τέξας.Ηταν τεσσάρων ετών όταν έχασε τον πατέρα της και η μητέρα της μετακόμισε στο Ντάλας όπου η οικογένεια ζούσε σε συνθήκες έσχατης ένδειας.Στο σχολείο ήταν η πρώτη μαθήτρια με ιδιαίτερες επιδόσεις στην έκθεση.Το κορίτσι εκείνο,με ύψος μόλις 1,50 μ.και βάρος 41 κιλά,ήταν εξαίρετο στην απαγγελία και μάλιστα έβγαζε λόγους σε παρουσιάσεις πολιτικών της επαρχίας, μια Σίρλεϊ Τεμπλ του Μεσοπολέμου, θα λέγαμε. Εγραφε, επιπλέον,ποιήματα.Παντρεύτηκε στα 16 της αλλά ο γάμος κράτησε μόνο τρία χρόνια.

Το 1930,στο σπίτι μιας φίλης της η Μπόνι συνάντησε τον Κλάιντ. Ο τελευταίος πέρασε τυχαία από εκεί,την ώρα που η Μπόνι ετοίμαζε στην κουζίνα ζεστή σοκολάτα.Ηταν,καθώς λένε,έρωτας με την πρώτη ματιά.Από εκεί και πέρα τον ακολούθησε παντού και μοιράστηκε τη σύντομη υπόλοιπη ζωή της μαζί του.Εξακολουθούσε να γράφει ψευτοσυναισθηματικά ποιήματα,που τα έστελνε στις εφημερίδες,όπου προσπαθούσε να δώσει μια αύρα ηρωισμού στη δράση της συμμορίας Μπάροου.Το γνωστότερο από αυτά είναι η Μπαλάντα της Μπόνι και του Κλάιντ, από έναν στίχο της οποίας ( Some day they΄ll go down together ) αντλεί τον τίτλο για το βιβλίο του ο Τζεφ Γκεν.

Ο Κλάιντ Μπάροου,τέκνο φτωχών αγροτών,γεννήθηκε το 1909 στο Ελις του Τέξας που βρίσκεται νότια του Ντάλας.Ηταν το πέμπτο από τα επτά παιδιά της οικογένειας.Στα 16 του συνελήφθη,για πρώτη φορά,γιατί το έβαλε στα πόδια όταν ένας αστυνομικός προσπάθησε να τον σταματήσει επειδή δεν είχε επιστρέψει ένα αυτοκίνητο που είχε νοικιάσει.Τη δεύτερη φορά τον συνέλαβαν μαζί με τον αδελφό του Μάρβιν (ή Μπακ) Μπάροου επειδή,σύμφωνα με την κατηγορία,βρέθηκαν «στην κατοχή τους κλεμμένα αγαθά». (Τα «αγαθά» ήταν γαλοπούλες).Στη συνέχεια και ως το 1930,παρά τις διάφορες δουλειές που έκανε,συνέχισε τις μικροκλοπές και τις ληστείες παντοπωλείων και βενζινάδικων.Οταν σύστησε τη Συμμορία Μπάροου ήταν αποφασισμένος να εκδικηθεί για τα όσα πέρασε στις φυλακές του Τέξας όπου έχασε και τρία δάχτυλα από το ένα του πόδι.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk